
ΣΠΥΡΙΔΩΝ Κ. ΚΟΥΤΡΑΣ
Λυγαριώτκα
Λεξικό του λυγαριώτικου ιδιώματος
Εισαγωγή
Τα «Λυγαριώτκα» είναι λεξικό της ιδιωματικής γλώσσας που μιλήθηκε και μιλιέται στη Λυγαριά Φθιώτιδας. Τα «Λυγαριώτκα» αποτελούν μια απόπειρα να καταγραφούν και να ερμηνευτούν, στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, λέξεις και φράσεις που χρησιμοποιήθηκαν και χρησιμοποιούνται στη λυγαριώτικη ντοπιολαλιά.
Το λυγαριώτικο ιδίωμα αποτελείται από λέξεις λαϊκές και λέξεις σαρακατσάνικες, που αντανακλούν τη σύνθεση του πληθυσμού της Λυγαριάς, και των γλωσσικών επιρροών που δέχτηκαν οι κάτοικοι της Λυγαριάς, όπως είναι οι λέξεις ξενικής προέλευσης. Είναι το αποτύπωμα του παλιού κόσμου -που χάνεται, αν δε χάθηκε κιόλας-, κόσμου σκληρού, μα και ωραίου, και του σύγχρονου κόσμου.
Η γλώσσα εξελίσσεται, όπως κάθε ζωντανός οργανισμός. Προγενέστερα χαρακτηριστικά της επιζούν, προστίθενται καινούρια και παρατηρούνται αλλαγές τόσο στη σημασία, όσο και στην προφορά και στη σύνταξη των λέξεων. Κάποιες λέξεις ξεχνιούνται, πεθαίνουν και χάνονται, όταν χάνεται και αυτό που σήμαιναν και εξέφραζαν. Είναι το αποτέλεσμα εξέλιξης της ζωής. Οι αλλαγές αυτές δε γίνονται, ασφαλώς, σε σύντομο χρονικό διάστημα και στις περισσότερες περιπτώσεις δε γίνονται, ίσως, και αντιληπτές.
Στα “Λυγαριώτκα” περιέχονται λέξεις από τη γλωσσική μας παράδοση που είναι, ίσως, ξεχασμένες ή και άγνωστες στους νεότερους, όπως τους είναι άγνωστος και ο τρόπος ζωής των προγόνων τους που χρησιμοποιούσαν τις λέξεις αυτές για να εκφράζονται και να επικοινωνούν. Άλλες, παρόλο που δε χρησιμοποιούνται, ακούγονται και επιβιώνουν στα τραγούδια που απηχούν τον τρόπο ζωής και τις αξίες ανθρώπων που έζησαν σε άλλες, παλιότερες εποχές. Εστιάσαμε, ωστόσο, την προσοχή μας στη ζώσα γλώσσα, στη γλώσσα που μιλιέται, που χρησιμοποιείται στον προφορικό, κυρίως, λόγο και προσπαθήσαμε να την καταγράψουμε, με όση ακρίβεια μπορούσαμε.
Οι λέξεις γράφονται όπως προφέρονται, ακόμα κι αν η γραφή τους φαίνεται ότι δε συμφωνεί με τους κανόνες που ισχύουν στη γραμματική της εθνικής μας γλώσσας, π.χ. ως προς τα σύμφωνα στα οποία μπορεί να λήγει μια ελληνική λέξη ή ως προς τα συμφωνικά συμπλέγματα. Και λέμε φαίνεται, επειδή η προφορά και η μορφή που τελικά παίρνουν οι λέξεις αυτές οφείλεται σε πάθη φωνηέντων και συμφώνων, σε έκθλιψη, σε αφαίρεση, σε αποκοπή, σε συγκοπή.
Επιλεκτικά, αναφέρεται η ετυμολογία λέξεων που προέρχονται από την αρχαία ελληνική, για να φανεί η συνέχεια της γλώσσας.
Το «Λεξικό του λυγαριώτικου ιδιώματος» αφιερώνεται ως εκπλήρωση χρέους και ως έκφραση ευγνωμοσύνης στους ανθρώπους που έζησαν στη Λυγαριά για τον πολιτισμό που μας κληροδότησαν.
Είμαι σίγουρος ότι διαβάζοντας πολλές από τις λέξεις που περιέχονται στο «Λεξικό» θα νιώσετε -έτσι νιώθω κι εγώ- σαν να ακούτε τη φωνή της μάνας και του πατέρα, ίσως της γιαγιάς και του παππού, και σαν να τους βλέπετε σε χαρακτηριστικές απ’ τη ζωή σας εικόνες.
Α
α κα, επιφώνημα
έκφραση άρνησης, όχι
άβαλτους, -τ(η), -ου, επίθετο
αφόρετος, π.χ. άβαλτου ρούχου
αβανιά η, ουσιαστικό
- συκοφαντία
- ζημιά
αβάντα η, ουσιαστικό
- βοήθεια, υποστήριξη, συνήθως έμμεση
- πλεονέκτημα
αβαντάρου, ρήμα
βοηθώ
αβάντζα η, ουσιαστικό
προκαταβολή, μπροστάντζα
αβαντζάρου, ρήμα
αυξάνω, πλειοδοτώ
αβαρία η, ουσιαστικό
ζημιά, βλάβη, συνώνυμο: αφάλια
αβάριτους, -τ(η), -ου, επίθετο
- που δε βαριέται, ακούραστος, ακάματος
- που δεν έχει χτυπηθεί, που δεν έχει δαρθεί, συνώνυμο: άδαρτους
άβαρους, -ρ(η), -ου, επίθετο
που έχει οικονομική άνεση, πλούσιος π.χ. ν(οι)κουκύρς άβαρους
αβαρυγκόμστους, -τ(η), -ου, επίθετο
που δε βαρυγκομάει, δε δυσανασχετεί, δεν αγανακτεί
αβασίλευτους, -τ(η), -ου, επίθετο
- που δεν έχει βασιλέψει, που δεν έχει δύσει ακόμα
- (μεταφορικά) που δεν έχει κλείσει ακόμα τα μάτια του, που δεν έχει ακόμα κοιμηθεί
αβασκαμός ου, ουσιαστικό
το μάτιασμα
αβασκ(ι)αίνου, αβασκ(ι)αίνουμι, ρήμα
ματιάζω, π.χ. φτου να μη σ’ αβασκάνου!
αβαστα(γ)ή η, ουσιαστικό
φόρτωμα, βάρος
αβάσταγους, -γ(η), -ου, επίθετο
- αβάσταχτος, ανυπόφορος
- ασυγκράτητος, ορμητικός
αβάτιευτους, -τ(η), -ου, επίθετο
που δεν έχει βατευτεί, που δεν έχει ζευγαρώσει με αρσενικό
άβγαλτους, -τ(η), -ου, επίθετο
- κάτι που δεν έχει βγει, π.χ. του λαδ’ είνι/ε ακόμα άβγαλτου
- που δεν έχει ξεπλυθεί, δεν έχει ξεβγαλθεί, στη φράση άβγαλτα ρούχα
- (για πρόσωπο) που δεν έχει ακόμα κοινωνική πείρα
- απονήρευτος, αθώος, π.χ. άβγαλτου πιδί
αβγαταίνου και αβγατίζου, ρήμα
1. (μεταβατικό) αυξάνω, π.χ. αβγαταίν(ει) τα λεφτά τ’
2. (αμετάβατο) αβγαταίνουμι, αυξανόμαστε σε αριθμό, πληθαίνουμε
αβγάτ’σμα του, ουσιαστικό
αύξηση
αβγίλα και αβγουλίλα η, ουσιαστικό
η μυρουδιά του αβγού
αβγουλίθ’ του, ουσιαστικό
απόστημα που βγάζουν τα πρόβατα κυρίως στο λαιμό τους.
αβγουλουτός, -ή, -ό, επίθετο
που μοιάζει με αβγό
αβδέλλα και βδέλλα η, ουσιαστικό
- είδος υδρόβιου σκουληκιού
- (μεταφορικά) χαρακτηρισμός για άνθρωπο φορτικό, εκμεταλλευτή, παρασιτικό, που δύσκολα απαλλάσσεται κανείς από αυτόν
αβέρτα, επίρρημα
- απλόχερα, γενναιόδωρα
- συνέχεια, ασταμάτητα
αβέρτους, -τ(η), -ου, επίθετο
- ανοιχτός, ευρύχωρος
- ελεύθερος, χωρίς περιορισμό
αβιρνίκουτους, -τ(η), -ου, επίθετο
που δεν έχει περαστεί με βερνίκι, αλουστράριστος
αβλόητους, -τ(η), -ου, επίθετο
- που δεν έχει ευλογηθεί από τον παπά
- αστεφάνωτος
αβόλι/ευτους, τ(η), -ου, επίθετο
- που δε βολεύεται εύκολα, δύσχρηστος, ανάποδος
- που δεν έχει βολευτεί, ατακτοποίητος
αβόσκ(η)τους, -τ(η), ου, επίθετο
(για τόπο) που δε βοσκήθηκε
αβουτάν(ι)στους, -τ(η), -ου, επίθετο
που δεν βοτανίστηκε
άβριχτους, -τ(η), -ου, επίθετο
που δεν βράχηκε
αβύζαχτους, -τ(η), -ου, επίθετο
που δε βύζαξε, αθήλαστος, π.χ. του πιδί κλαίει γιατί είνι/ε αβύζαχτου
αγαθότ(η) η, ουσιασιστικό
κουταμάρα
αγαθούτσκους, -ια, -ου, επίθετο
που χαζοφέρνει, αφελής, απονήρευτος
αγαθουφέρνου, ρήμα
χαζοφέρνω
αγάλια, επίρρημα
σιγά
αγαλλιάζου, ρήμα
χαίρομαι, ευχαριστιέμαι, π.χ. αγάλλιασι η καρδιά μ’
αγάνα η, ουσιαστικό
το κόκαλο του ψαριού
αγαναχτάου, ρήμα
δυσανασχετώ, εξοργίζομαι, θυμώνω
αγάν(ι) και άγανου του, ουσιαστικό
το μουστάκι του σταχυού των σιτηρών, ο αθέρας
αγανός, -ή, -ό, επίθετο
- όχι κρουστός ή σφιχτός, αραιός
- απαλός, μαλακός
αγάντα, επίρρημα
κουράγιο
αγαπητκός ου, -ιά η, ουσιαστικό
εραστής, ερωμένη, συνώνυμο: φιλι/ενάδα
αγαπ’σιάρς ου, αγαπ’σιάρα η, ουσιαστικό
- ερωτιάρης
- αγαπητός, αξιαγάπητος
- πονόψυχος
άγαρμπους, -π(η), -ου, επίθετο
αδέξιος, άκομψος, ατσούμπαλος
αγάς ου, ουσιαστικό
(μεταφορικά) άρχοντας, αφέντης
αγγαρεία η, ουσιαστικό
αναγκαστική απλήρωτη εργασία
αγγαρεύου, ρήμα
βάζω σε αγγαρεία
αγγειό του, ουσιαστικό
- χαλκωματένιο σκεύος
- στον πληθυντικό αγγειά τα, η οικοσκευή
αγγιάζου και γκίχνου, ρήμα
εγγίζω, αόριστος έγγιαξι, μας άγγιξε, ακούμπησε και κατ’ επέκταση ένιωσα έντονα αυτό που με άγγιξε, π.χ. μ’ έγγιαξι τ’ αϊάζ(ι)
άγγιαχτους, -(τ)η, -ου, επίθετο
άθικτος, ανέπαφος
αγγιλουκρούουμι, ρήμα
ψυχορραγώ, ψυχομαχώ, πεθαίνω
αγγιλουκρουσμένους, -ν(η), -ου, επίθετο
αλλοπαρμένος, τρελαμένος
αγγιλουμαχάου, ρήμα
χαροπαλεύω, πεθαίνω
αγγιλουπρόσωπους, -π(η), -ου, επίθετο
αγγελικός, όμορφος
αγγόνα η, άγγουνας ου, αγγόνι του, ουσιαστικό
η εγγονή, ο εγγονός, το εγγόνι
αγγούρ’ του, ουσιαστικό
- το αγγούρι
- (μεταφορικά) για κάτι πολύ δύσκολο, π.χ. τα θέματα στς ιξιτάσεις ήταν αγγούρια
άγδαρτους, -τ(η), -ου, επίθετο
που δεν έχει γδαρθεί
α(γ)ιάζ(ι) του, ουσιαστικό
διαπεραστικός κρύος αέρας, τσουχτερό κρύο
αγιάζου, ρήμα
- γίνομαι άγιος
- ραντίζω με αγιασμό
αγίασμα του, ουσιαστικό
αγιασμένο νερό
αγιένουτους και αγίνουτους, -τ(η), -ου, επίθετο
- άγουρος, ανώριμος
- αγέννητος
αγιουβασλιάτκους, -κ(η), -κου, επίθετο
που αναφέρεται ή σχετίζεται με τη γιορτή του Αγίου Βασιλείου
αγιουγδύτ’ς ου, ουσιαστικό
- ιερόσυλος, κλέφτης
- στεγνός εκμεταλλευτής, αισχροκερδής
αγκάθ’ του, ουσιαστικό
- το αγκάθι
- (μεταφορικά) αυτός που τα λόγια του κεντούν, προκαλούν ψυχικό πόνο στους άλλους
αγκίδα η, ουσιαστικό
πολύ λεπτό και μυτερό κομματάκι ξύλου, σκλήθρα
Ετυμολογία
Προέρχεται από το αρχαίο ακίς, ακίδος.
αγκότσια, επίρρημα
μεταφορά μικρού παδιού πάνω στους ώμους
αγκουμαχάου, ρήμα
ανασαίνω βαριά, με δυσκολία, ασθμαίνω, λαχανιάζω
αγκουνάρ’ του, ουσιαστικό
μεγάλη πελεκημένη πέτρα που τοποθετείται στη γωνία του τοίχου, ακρογωνιαίος λίθος
άγκουνας ου, ουσιαστικό
ο αγκώνας
αγκουνή η, ουσιαστικό
γωνία ή θέση δίπλα στο τζάκι
αγκουνιά η, ουσιαστικό
χτύπημα με τον αγκώνα
αγκούσα η, ουσιαστικό
- δυσφορία από την πολλή ζέστη, δύσπνοια, άσθμα
- (μεταφορικά) στενοχώρια
αγκούτσα η, ουσιαστικό
- γκλίτσα, μπαστούνι
- (μεταφορικά) λίγα, στη φράση νια αγκούτσα γράμματα
αγκρέμγους, -γ(η), -ου, επίθετο
αγκρέμιστος
αγκρίζου, ρήμα
αγριεύω, εξαγριώνω
αγκύλουμα του, ουσιαστικό
η ενέργεια του αγκυλώνω
αγκυλώνου και γκυλώνου, ρήμα
- καρφώνω, τρυπώ, με βελόνα ή με αγκάθι
- (μεταφορικά) πειράζω, προκαλώ, ερεθίζω
άγλειμμα του, ουσιαστικό
γλείψιμο
αγλείφου, ρήμα
- γλείφω με την άκρη της γλώσσας μου
- (μεταφορικά) α. καθαρίζω κάτι σχολαστικά β. κολακεύω κάποιον
αγλέουρας ου, ουσιαστικό
κατανάλωση μεγάλης ποσότητας φαγητού, μέχρι «σκασμού»
αγλήγουρα και γλήγουρα, επίρρημα
γρήγορα
αγληγουράδα η, ουσιαστικό
γρηγοράδα, σβελτάδα
αγληγουρότιρα, επίρρημα
- γρηγορότερα
- πριν από λίγο, πρωτύτερα
αγλήγουρους και γλήγουρους, -ρ(η), -ου, επίθετο
γρήγορος
Ετυμολογία
Προέρχεται από τον παρακείμενο εγρήγορα του αρχαίου εγείρω: ξυπνώ.
αγνάντ(γ)ια, επίρρημα
αντίκρυ, απέναντι
αγνάντ(γ)ιου του, ουσιαστικό
τόπος απ’ όπου μπορεί κάποιος να αγναντεύει
αγναντεύου, ρήμα
παρατηρώ, κοιτάζω πέρα μακριά
αγνάντιμα του, ουσιαστικό
το κοίταγμα πέρα μακριά ιδίως από ψηλή θέση
άγνι/εστα* τα, ουσιαστικό
τα μαλλιά που δεν έχουν γνεστεί
*Σημείωση: με το σύμβολο «ι/ε» αποδίδεται φθόγγος μεταξύ του «ι» και του «ε», όχι «άγνιστα» ούτε άγνεστα, αλλά «άγνι/εστα».
αγνότ(η) η, ουσιαστικό
αγνότητα
αγνώρστους, -τ(η), -ου και αγνώργους, -γ(η), -ου, επίθετο
- που δεν αναγνωρίζεται
- πολύ αλλαγμένος
αγούλα η, ουσιαστικό
οισοφάγος
αγούλ(ι) του, ουσιαστικό
ούλο, πληθυντικός αγούλια, τα ούλα
αγουνία η, ουσιαστικό
αγώνας, σκληρή προσπάθεια
αγουνιώμι, ρήμα
αγωνίζομαι, προσπαθώ
αγουρασμένους, -(ν)η, -ου, επίθετο
αγορασμένος, που δεν είναι δικής μου παραγωγής, π.χ. αγουρασμένου είνι/ε του τυρί;
αγούρμαστους, -τ(η), -ου, επίθετο
(για καρπούς) που δεν έχει ακόμα ωριμάσει
Ετυμολογία
Προέρχεται από α- στερητικό + γουρμαστός < γουρμάζω < ουρμάζω < ωριμάζω.
αγράδα η, ουσιαστικό
χαραμάδα, σχισμή
αγραδώνου, αγραδώνουμι, ρήμα
σφηνώνου κάτι μέσα σε χαραμάδα, σε σχισμή
αγρήθρα η, ουσιαστικό
αγουρίδα
αγρίδα η, ουσιαστικό
άγουρο σταφύλι
αγρίδια τα, ουσιαστικό
οι άγουροι, οι καρποί που δεν έχουν ωριμάσει
αγριεύου, αγριεύουμι, ρήμα
- θυμώνω, εξαγριώνομαι
- ταράσσομαι, αόριστος αγριεύκα
αγριλιά η, ουσιαστικό
αγριελιά
αγριλίδι του, ουσιστικό
μικρή αγριελιά
αγρίμ’ του, ουσιαστικό
- το άγριο ζώο, αυτό που ζει στο δάσος
- (μεταφορικά) άνθρωπος ακοινώνητος ή ατίθασος και ανυπότακτος
αγριόγουρνου του, ουσιαστικό
το αγριογούρουνο
αγριουσκιά η, ουσιαστικό
η άγρια συκιά
αγριουτράου, ρήμα
αγριοκοιτάζω
αγρόλαδου του, ουσιαστικό
το άγουρο, πράσινο, πρώτο λάδι της σοδειάς
αγρουξυπνημένους, -ν(η), -ου
που ξύπνησε απότομα και νυστάζει
αγρουπός, -ή, -ό, επίθετο
λίγο άγουρος
άγρους, -ρ(η), -ου, επίθετο
- άγουρος, πρόωρος
- (μεταφορικά) ο νεαρός, ο ανώριμος
αγρυπνιά η, ουσιαστικό
- το να μένει κάποιος άγρυπνος
- επαγρύπνηση, εγρήγορση
αγύργα και αγύρστα τα, ουσιαστικό
που δεν επιστρέφονται, π.χ. δαν(ει)κά κι αγύρστα
αγύργου του, επίθετο
χωράφι που δεν έχει οργωθεί δεύτερη φορά
αγώι του, ουσιαστικό
η αμοιβή του αγωγιάτη, το κόμιστρο
αδαυτού, επίρρημα
σε αυτό το μέρος
αδέ, αντιθετικό μόριο
αλλιώς, αντίθετα, αλλά, π.χ. δεν είμι πια νιος, αδέ θα σου λι/εγα ιγώ πώς δλεύουν
αδειά η, ουσιαστικό
έλλειψη απασχόλησης
αδειάζου, ρήμα
- αδειάζω, αφαιρώ το περιεχόμενο, κενώνω
- δεν είμαι απασχολημένος, συνώνυμο: ι/ευκιρού
αδιδώ, αδιδώια και αδιδούλια, επίρρημα
εδώ, σ’ αυτό εδώ το σημείο, εδώ δίπλα
αδικεί και αδικειά επίρρημα
- σε εκείνο εκεί το μέρος
- αμέσως
αδικεύου, ρήμα
αδικώ
αδιρφός ου, αδιρφή η, ουσιαστικό
αδερφός, αδερφή, πληθυντικός αδιρφάδις
Ετυμολογία
Προέρχεται από το αρχαίο αδελφεός (ομομήτριος) < α- (αθροιστικό) + δέλφος, δελφύς: μήτρα.
αδιρφουμοίρια τα, ουσιαστικό
τμήματα χωραφιού το οποίο έχει μοιραστεί μεταξύ αδερφιών
αδιρφουξάδιρφα τα, ουσιαστικό
τα πρώτα ξαδέρφια
αδιρφουπαίδ’ του, ουσιαστικό
ανιψιός
αδιρφώνου, ρήμα
βάζω δυο πράγματα μαζί
αδιτότι, επίρρημα
τότε ακριβώς, την ίδια στιγμή
αδιτωραϊά, επίρρημα
μόλις τώρα, μόλις πριν από λίγο
αδιφτού, επίρρημα
εδώ, σε αυτό ακριβώς το σημείο, π.χ. αδιφτού τό ’βαλα
αδούλι/εφτους, -τ(η), -ου, επίθετο
- (για πρόσωπο) που δεν έχει δουλέψει
- (για πράγμα) που δεν έχει δουλευτεί, που δεν έχει χρησιμοποιηθεί
αδράχνου, ρήμα
πιάνω, αρπάζω
Ετυμολογία
Προέρχεται από α- (προθεματικό) + θέμα δραχ- του αρχαίου δράττομαι: αρπάζω.
αδράχτ’ του, ουσιαστικό
- ξύλινο, συνήθως, κυλινδρικό εργαλείο για το γνέσιμο μαλλιών
- (συνεκδοχικά) η ποσότητα του νήματος που μπορεί να τυλιχτεί γύρω από το αδράχτι, π.χ. πέντε μήνους έξι αδράχτια…
Ετυμολογία
Προέρχεται από τη λέξη ατράκτιον, υποκοριστικό του αρχαίου άτρακτος.
αδρουμάου, ρήμα
- τρέχω
- λοξοδρομώ
αδρύς, -ιά, -ύ, επίθετο
πυκνός, σφιχτός
αέρας ου, ουσιαστικό
- αέρας, άνεμος
2. (μεταφορικά) α. για κάποιον που συμπεριφέρεται με έπαρση, θράσος και αυθάδεια, στη φράση πολύν αέρα πήρι β. συμπεριφέρομαι με έπαρση, μεγαλοπιάνομαι, στη φράση παίρνουν τα μυαλά μ’ αέρα γ. λόγια ή υποσχέσεις χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο, στις φράσεις λόγια τ’ αέρα ή αέρας κουπαν(ι)στός γ. αρχίζει να φυσάει αέρας, στις φράσεις πιάν(ει) ή σκώνι/ετι αέρας δ. σταματά να φυσάει, στις φράσεις κόβ’ ή πέφτ’ ου αέρας ε. φέρομαι ελαστικά, δείχνω μεγάλη οικειότητα σε κάποιον, στη φράση τ’ δίνου πολύν αέρα στ. αφαιρώ από κάποιον τη δυνατότητα επιβολής ή ελέγχου πάνω μου στη φράση τ’ παίρνου τουν αέρα ζ. αποθαρρύνω κάποιον, στη φράση τ’ κόβου τουν αέρα η. ποια κατάσταση επικρατεί, στη φράση τι αέρας φ’σάει θ. για κάτι που δεν έφερε αποτέλεσμα, στη φράση πήγι στουν αέρα ι. (για χαρταετό) πετάει αρκετά ψηλά σε ρεύμα αέρα, στη φράση πήρι τουν αέρα τ’
αέρσι, ρήμα απρόσωπο
φύσηξε αεράκι
άζαπους, -η, -ου, επίθετο
ανυπάκουος, απείθαρχος, αδάμαστος
αζύγουτους, -η, -ου, επίθετο
απλησίαστος
αζύιαους, -η, -ου, επίθετο
αζύγιστος
αηδόν(ι) του, ουσιαστικό
- το αηδόνι
- (μεταφορικά) ο ιδιαίτερα καλλίφωνος άνθρωπος
αθέρας ου, ουσιαστικό
το πιο εκλεκτό μέρος, το άνθος, ο αφρός
αθώους, -α, -ου, επίθετο
αυτός που έχει περιορισμένη διανοητική ικανότητα, κουτός
άι, επιφώνημα
λέγεται για έκφραση ευχαρίστησης, π.χ. Άι! Του φχαριστήθκα!
Αι, προτακτική λέξη
Άγιος, π.χ. Αι-Θανάσ(η)ς
άι, προτρεπτικό μόριο
άντε, πήγαινε, π.χ. άι στν ι/ευχή
αϊά, επιφώνημα
για έκφραση θαυμασμού, κοίτα να δεις!
αϊγάπ’ η, ουσιαστικό
η αγάπη
αϊδημητριάτκου του, ουσιαστικό
το χρυσάνθεμο
άικ’σμα του, ουσιαστικό
η φήμη
αϊκ’σμένη η, ουσιαστικό
γυναίκα που ακούστηκε ότι έχει ερωτικές σχέσεις, ανήθικη
αΐλιουτους και άλιουτους, -τ(η), -ου, επίθετο
που δε λιώνει
άιντι άιντι, επιρρηματική ή επιφωνηματική έκφραση
- όποιος κι όποιος, ό,τι κι ό,τι, τυχαίος, χωρίς αξία, π.χ. δεν ήμαν άιντι άιντι, ήμαν παλλ(η)κάρ’
- (ως καταφατική απάντηση) ναι, μάλιστα, με μεγάλη προθυμία, αμέσως, π.χ. δέχκι να ρθεί; άιντι άιντι!
άιντι, επιφώνημα
για να δηλωθεί α. προσταγή, προτροπή ή αποτροπή ή β. ειρωνεία ή γ. έκπληξη ή δυσπιστία
Ετυμολογία
Προέρχεται από την προστακτική άγετε του αρχαίου άγω (οδηγώ) > άετε > άιντε > άιντι.
άιους ου, ουσιαστικό
άγιος
αϊρκό του, ουσιαστικό
αερικό, πνεύμα συνήθως κακοποιό
αϊρουγάμς ου, ουσιαστικό
μικρό πουλί που μετεωρίζεται
άιστι και αϊντέστι, επιφώνημα
εμπρός, π.χ. άιστι, πάμι
άιτι άιτι, επιφώνημα
όπως όπως, π.χ. ε, τι, άιτι άιτι θα του κάνουμι;
αίτιους, -α, -ου, επίθετο
υπαίτιος
αϊτός ου, ουσιαστικό
- ο αετός, το πουλί
- ο χαρταετός
- (μεταφορικά) άνθρωπος πολύ έξυπνος, συνώνυμο: σαΐν(ι)
αϊτουνύχ(η)ς ου, ουσιαστικό
ιδιαίτερα ικανός απατεώνας
αϊτουνύχ(ι) του, ουσιαστικό
είδος σταφυλιού
ακαμάτ’ς ου, ακαμάτρα η, ουσιαστικό
τεμπέλης, οκνηρός
ακάμουτου του, ουσιαστικό
το χωράφι που δεν οργώθηκε
ακέργιους, -ια, -ου, επίθετο
ακέραιος, ολόκληρος
άκληρους, -ρ(η), -ου, επίθετο
άτεκνος
ακμπάου, ρήμα
- (μεταβατικό) ακουμπώ, αφήνω κάτω, προστακτική ακούμπα, αόριστος ακούμπ’σα
- αγγίζω κάτι
- (αμετάβατο) γέρνω για να κοιμηθώ
ακόν(ι) του, ουσιαστικό
πέτρα κατάλληλη για ακόνισμα, για τρόχισμα
Ετυμολογία
Προέρχεται από το αρχαίο ακόνη (από θέμα ακ- που δηλώνει κάτι οξύ, αιχμηρό, ομόρριζο είναι το ακ-όντιο) > ακόνιον > ακόνι.
ακουνάου και ακουνίζου, ρήμα
- κάνω πιο κοφτερή την κόψη, π.χ. ακουνίζου του μαχαίρ’, συνώνυμο: τρουχάου
- (μεταφορικά) προετοιμάζονται για να αντιμετωπίσουν επιθετικά κάτι, στη φράση ακουνίζουν μαχαίρια
ακούου, ρήμα
- ακούω, αόριστος άικ’σα
- λαμβάνω υπόψη μου αυτά που λέει κάποιος, υπακούω, πειθαρχώ, π.χ. τα πιδιά πρέπ’ να ακούν τς γουνείς
- όταν κάποιος δέχτηκε τις επιπλήξεις μας για κάτι που δεν έκανε καλά, στη φράση τ’ άκουσι απ’ τ’ (γ)καλή
- (μεταφορικά) για έλλειψη συνεννόησης, στη φράση άλλα λέει η θεια μ’ άλλα ακούν τ’ αφτιά μ’
άκουπους, -π(η), -ου, επίθετο
- χωρίς κόπο, επίρρημα άκουπα
- αδιάκοπος, συνεχιζόμενος
ακούριβους, -β(η), -ου και άκουρους, -ρ(η), -ου επίθετο
ακούρευτος
ακουρμάζουμι, ρήμα
ακούω
ακουρμαίνουμι, ρήμα
ακούω με προσοχή, ακροάζομαι, αόριστος ακουρμάσκα, προστακτική ακουρμάσ’, π.χ. ακουρμάσ’ τα πλάκια
Ετυμολογία
προέρχεται από το αρχαίο ακροώμαι < άκρον + ους: τεντώνω τα αφτιά μου για να ακούσω, ακούω προσεκτικά. Ομόρριζο είναι και το ακουρμάζομαι.
ακριβός, -ή, -ό, επίθετο
- που η τιμή αγοράς του είναι πολύ υψηλή
- μονάκριβος, πολυαγαπημένος
άκριτους, -τ(η), -ου, επίθετο
- αμίλητος, λιγομίλητος
- ακοινώνητος
αλάδιαγους και αλάδουτους, -η, -ου, επίθετο
- ο χωρίς λάδι
- ο αβάφτιστος
- που δε σέβεται τίποτα, που δεν έχει ιερό και όσιο
αλαλιάζου, ρήμα
- (μεταβατικό) κάνω κάποιον άλλο να χάσει την ψυχραιμία του και να ταραχτεί πολύ, τον πανικοβάλλω, π.χ. μι όσα φουβιρά κι τρουμιρά μας είπι μας αλάλιασι.
- (αμετάβατο) χάνω την ψυχραιμία μου και τα λογικά μου, φέρομαι σαν παράφρων από φόβο και πανικό για μια συμφορά ή μια αναποδιά που εγώ θεωρώ πολύ σημαντική, π.χ. όταν είδα να βγαίν(ει) καπνός απ’ του σπίτ’, αλάλιασα.
Eτυμολογία
Σημασιολογικά, φαίνεται πιο λογική η προέλευση του ρήματος από το αρχαίο αλαλάζω, κραυγάζω, και όχι από το άλαλος (α+λαλώ). Το αλαλάζω, όπως και το ομόρριζο αλαλαγμός, προέρχεται από την πολεμική κραυγή, την ιαχή, αλαλά (δωρικός τύπος) που έβγαζαν οι αρχαίοι Έλληνες πολεμιστές για να προκαλέσουν φόβο και πανικό στους εχθρούς.
αλαμανάου, ρήμα
- διασκορπίζω, λεηλατώ
- (κατ’ επέκταση) αναστατώνω, προκαλώ ταραχή, κάνω άνω κάτω
αλαμπουρνέζκα τα, ουσιαστικό
ακατάληπτα λόγια, λόγια από τα οποία δε βγαίνει νόημα, ακαταλαβίστικα
αλάνταβους, -β(η), -ου, επίθετο
βιαστικός, απρόσεκτος, αδέξιος
αλάργα, επίρρημα
μακριά
αλαργεύου, ρήμα
φεύγω μακριά, ξεμακραίνω
αλαργινός, -ή, -ό, επίθετο
μακρινός
αλαταριές οι, ουσιαστικό
πέτρινες πλάκες που πάνω τους έβαζαν αλάτι για να το φάνε τα γιδοπρόβατα
αλάφ’ και λάφ’ του, ουσιαστικό
το ελάφι
αλαφιάζου, αλαφιάζουμι, ρήμα
αναστατώνομαι, φοβάμαι, τρομάζω, αόριστος, αλάφιασα, αλαφιάσκα.
αλαφράδα η, ουσιαστικό
ανοησία, απερισκεψία
αλαφρόγνουμους, -μ(η), -ου, επίθετο
απερίσκεπτος, επιπόλαιος
αλαφρόμυαλους, -λ(η), -ου, επίθετο
ανόητος
αλαφρουκάνταρου του, ουσιαστικό
άνθρωπος επιπόλαιος, χαζός, που δε στέκει καλά στα λογικά του
αλαφρουμάρις οι, ουσιαστικό
απερίσκεπτες και επιπόλαιες ενέργειες
αλαφρουπαλάντζα η, ουσιαστικό
άνθρωπος χωρίς σταθερό χαρακτήρα
αλαφρύς και αλαφρός, -ιά και -ή, -ύ και -ό, επίθετο
- ελαφρός
- (μεταφορικά) ελαφρόμυαλος, χαζός
αλαφρώνου, ρήμα
- αφαιρώ βάρος
- (μεταφορικά) ανακουφίζω κάποιον από υποχρεώσεις
άλ(ει)μμα του, ουσιαστικό
- αλοιφή ή ουσία για επάλειψη
- η ενέργεια της επάλειψης
αλειψανέβατου του, επίθετο
για προζύμι που δε φουσκώνει
άλετρα η και αλέτρ’ του, ουσιαστικό
εργαλείο για όργωμα, το άροτρο
αλησμονώ, αλησμονιώμι, ρήμα
ξεχνώ
αλιά, επιφώνημα
αλίμονο
αλι/εμούρια, επίρρημα
ορμητικά, με ορμή· η ορμητική κίνηση των παιδιών προς τα κέρματα που πετούσε ο πατέρας έξω από την εκκλησία στη βάφτιση του παιδιού του, όταν αυτά του έλεγαν το όνομα
Ετυμολογία
Είναι ομόρριζο με το ρήμα αλμουριάζου: ρίχνομαι, ορμώ.
άλι/εσμα του, ουσιαστικό
ποσότητα, συνήθως δημητριακών, που αλέστηκαν ή πρόκειται να αλεστούν
αλι/ευρώνου, ρήμα
αλευρώνω, ρίχνω αλεύρι
άλ(ι)κους, -κ(η), -ου, επίθετο
που έχει βαθυκόκκινο χρώμα
αλισβιρίσ(ι), ουσιαστικό
δοσοληψία, συναλλαγή
αλ(ι)σίβα η, ουσιαστικό
- σταχτόνερο, νερό βρασμένης στάχτης που το χρησιμοποιούσαν για πλύσιμο ρούχων
- (μεταφορικά) το χλιαρό πόσιμο νερό, αυτό του νι/ερό δε (μ)πίνι/ετι, είν’ αλ(ι)σίβα!
αλκουτάου, ρήμα
εμποδίζω, αποτρέπω, απομακρύνω
αλέξω;;;;;…………
αλλάζου, ρήμα
- αλλάζω χαρακτηριστικά, π.χ. είχα χρόνια να τουν δου, αλλά τουν γνώρσα αμέσους, δεν άλλαξι
- φοράω άλλα ρούχα, άλλαξι κι έλα γλήγουρα
- ανταλλάσσω κάτι με κάτι άλλο
- ανταλλάσσω μεγάλης αξίας νόμισμα με μικρότερα ίσης αξίας ή με ψιλά, συνώνυμο: χαλάου
αλλαξιά η, ουσιαστικό
τα καθαρά ρούχα με τα οποία αλλάζει κάποιος τα λερωμένα
αλλιώτκους, -κ(η), -ου, επίθετο
διαφορετικός
αλλόκουτους, -τ(η), -ου, επίθετο
παράξενος, ιδιότροπος
αλλούθι, επίρρημα
από άλλο μέρος ή σε άλλο μέρος
αλλουκαλύτιρους, -ρ(η), -ου, επίθετο
ο πιο καλός
αλλουκουντά, επίρρημα
στο τέλος, τελικά
αλλουπαρμένους, -ν(η), -ου, επίθετο
- αυτός που ξωτικά του έχουν πάρει το μυαλό, τρελός, συνώνυμο: σαλι/εμένους
- παράφρων λόγω πανικού, πανικόβλητος, π.χ. ου κόσμους αλλουπαρμένους έτριχι να κρυφτεί
άλλους, άλλ(η), άλλου, αόριστη αντωνυμία
άλλος, ενικός γενική αλλνού, αλλνής, αλλνού (αλλουνού), πληθυντικός γενική αλλνών, αιτιατική αλλνούς
αλλουτισνός, -ή, -ό, επίθετο
πολύ παλιός, παλιάς εποχής
αλμπάν(η)ς ου, ουσιαστικό
πεταλωτής
αλόγατα τα, ουσιαστικό
τα άλογα
αλόιστους, -τ(η), -ου, επίθετο
ξέγνοιαστος, που δε σκοτίζεται για τίποτα
αλουγόκουμπους ου, ουσιαστικό
τύπος κόμπου για το δέσιμο των αλόγων
αλουγόμγα η, ουσιαστικό
- έντομο που με τα τσιμπήματά του ενοχλεί τα άλογα
- (μεταφορικά) αυτός που ακολουθεί συνέχεια κάποιον και τον ενοχλεί
αλουγότσιουλου του, ουσιαστικό
τσιόλι που προστατεύει τα άλογα από την κακοκαιρία
άλουγου τ’ Θιού του, ουσιαστικό
ζωύφιο που μοιάζει με ακρίδα
αλουγουνουρά η, ουσιαστικό
- η ουρά του αλόγου
- το δέσιμο των μαλλιών στο πίσω μέρος του κεφαλιού σε σχήμα αλογοουράς
αλουγουσύρτ’ς ου, ουσιαστικό
ο αλογοκλέφτης
Αλουνάρς και Αλουν(ι)στής ου, κύριο ουσιαστικό
ο Ιούλιος
αλουνίζου, ρήμα
- αποχωρίζω τον καρπό των σιτηρών από τα άχυρα
- (μεταφορικά) α. διατρέχω σε όλο το μήκος και το πλάτος μια περιοχή, π.χ. αλών(ι)σα του (ν)τόπου β. συμπεριφέρομαι με αυθάδεια και ανεξέλεγκτα, π.χ. άφ’σαν τα πιδιά απουλ(υ)τά κι αλουνίζουν
αλπού η, ουσιαστικό
- η αλεπού
- άνθρωπος πονηρός και πανούργος
αλπουτνάζου, ρήμα
τινάζω κάποιον σαν δέρμα αλεπούς, τον κακομεταχειρίζομαι, τον βασανίζω
άλ(υ)σους ου, ουσιαστικό
η αλυσίδα, με την οποία δένουν τα ζώα στο σπίτι, τα σκυλιά, για παράδειγμα
αλ(υ)χτάου, ρήμα
γαβγίζω
Ετυμολογία
Προέρχεται από το αρχαίο υλακτώ: γαβγίζω.
αλών(ι) του, ουσιαστικό
- το αλώνι, χώρος που χρησιμοποιούνταν για το αλώνισμα των σιτηρών
- (μεταφορικά) η ευρυχωρία, η άνεση χώρου
αμ’, μόριο
- (αμέ) εκφράζει απορία, βεβαιότητα, ειρωνεία, π.χ. αμ’ θα πας κι θα πεις κι ένα τραγούδ’!
- αλλά, π.χ. αμ’ τι νόμζις!
αμ’ τήδα, επιρρηματική έκφραση
βέβαια, σίγουρα
αμάζουτους, -τ(η), -ου, επίθετο
αμάζευτος
αμάκα η, ουσιαστικό
δωρεάν, τζάμπα, η τράκα
αμάλαγους, -γ(η), -ου, επίθετο
ανέγγιχτος, απείραχτος
αμαλαϊά η, ουσιαστικό
κάτι που δεν έχει πειραχτεί
αμάλλιαγους, -γ(η), -ου, επίθετο
- που δεν έχει μαλλιάσει, που δεν έχει ακόμα βγάλει τρίχες σε όλα τα μέρη του σώματος όπου βγαίνουν τρίχες, στο πρόσωπο (μουστάκι, γένια) και αλλού
- (κατ’ επέκταση) νέος και άπειρος, που δεν ανδρώθηκε ακόμα
αμάν, επιφώνημα
λέγεται για να εκφραστεί παράκληση, λύπη, έκπληξη, θαυμασμός, αποδοκιμασία, αγανάκτηση
αμανάτ’ το, ουσιαστικό
ενέχυρο
αμάραντους ου, ουσιαστικό
αγριολούλουδο που φυτρώνει σε ξηρά ορεινά εδάφη και δε μαραίνεται εύκολα
αμαρκάλ(ι)γα τα, ουσιαστικά
τα γιδοπρόβατα που δεν μαρκαλίστηκαν, που δε βατεύτηκαν
αμαρταίνου, ρήμα
αμαρτάνω
αμασκάλ(η) η, ουσιαστικό
η μασχάλη
αμασκαλώνου, ρήμα
- βάζω κάτω από τη μασχάλη
- (μεταφορικά) προστατεύω κάποιον
αματσάλ(ι)γους, -η, -ου, επίθετο
αμάσητος
αμάχ(η) η, ουσιαστικό
έχθρα, αντιπαλότητα, καβγάς, φασαρία
αμέτ’ μουχαμέτ’, επιρρηματική έκφραση
πεισματικά, οπωσδήποτε, συνώνυμο: σών(ει) και καλά
άμι, επιφώνημα
πήγαινε, πληθυντικός αμέτι, π.χ. αμέτι στου καλό
άμμους ου, ουσιαστικό
- η άμμος
- αμμώδες έδαφος, αμμουδιά
άμνυαλους, -λ(η), -ου, επίθετο
άμυαλος, ανόητος
αμουλάου, αμουλιέμι, ρήμα
- αφήνω, αφήνω ελεύθερο, αόριστος αμόλ(η)σα, αμουλήθκα, π.χ. απ’ του τριλουκουμείου τουν αμόλ(η)σαν;
- αφήνω να πετάξει, στη φράση αμολάου τουν αϊτό
- άφησε μια πορδή, στη φράση τν αμόλ(η)σ(ι)
- αμουλιέμι, αφήνομαι ελεύθερος και, συνήθως, ξαμουλιέμι, εξορμώ
- (μεταφορικά) λέω χαζουμάρες, στη φράση αμουλάου κουτσάνι/ες
αμουλόητα τα, ουσιαστικό
- αυτά που δεν έχουν ομολογηθεί ή δεν μπορούν να ομολογηθούν, να εκφραστούν
- τα γεννητικά όργανα
αμούμτους, -τ(η), -ου, επίθετο
άφαντος, εξαφανισμένος
αμουριώτκους, -κ(η), -ου, επίθετο
που ανήκει ή αναφέρεται στο Αμούρι
αμπάρ’ του, ουσιαστικό
χώρος αποθήκευσης σιτηρών.
αμπάρα η, ουσιαστικό
η πόρτα και ειδικότερα η αυλόπορτα
αμπαρώνου, αμπαρώνουμι, ρήμα
- κλείνω καλά την πόρτα
- μένω κλεισμένος στο σπίτι
αμπδάου, αμπδιέμι, ρήμα
- πηδάω
- συνουσιάζομαι (πηδώ για άντρα, πηδιέμαι για γυναίκα), συνώνυμα: καβαλάου, πιτσώνου, φιρμάρου, καλαφατίζου
αμπήδμα του, ουσιαστικό
το πήδημα
άμπλας ου, ουσιαστικό
πηγή από την οποία αναβλύζει άφθονο γάργαρο νερό
αμπόδγιου του, ουσιαστικό
εμπόδιο
αμπόδμα του, ουσιαστικό
η ενέργεια του αμποδάου
αμπουδάου και μπουδάου, αμπουδιέμι, ρήμα
εμποδίζω, εναντιώνομαι
αμπούκα και μπούκα η, ουσιαστικό
το μάγουλο
αμπστουμάου, αμπστουμιέμαι και αμπστουμίζουμι, ρήμα
- γυρίζω ανάποδα κάτι, π.χ. αμπστούμα του καζάν(ι) ν’ αδειάσ(ει
- πέφτω μπρούμυτα, συνήθως στον αόριστο αμπστουμίσκα
αμπώχνου και μπούχνου, ρήμα
σπρώχνω
Ετυμολογία
Προέρχεται από το αρχαίο απωθέω, -ώ: ωθώ, σπρώχνω προς τα πίσω.
αναβάλλου, ρήμα
θυμάμαι, αναφέρω κάποιον
ανάβρα η, ουσιαστικό
υγρός τόπος όπου αναβρύζουν νερά
αναβρουχιά η, ουσιαστικό
έλλειψη βροχής, ανομβρία, ξηρασία
αναγαλλιάζου, ρήμα
ευχαριστιέμαι, ευφραίνομαι
αναγιλάου, ρήμα
γελάω σε βάρος κάποιου
αναγκάζου, ρήμα
κάνω γρήγορα, βιάζομαι, π.χ. ανάγκαζι να φτάσουμι όσο είνι/ε μέρα
αναγνουμιά η, ουσιαστικό
ανοησία
αναγούλα η, ουσιαστικό
αηδία, τάση για εμετό
αναδεύου, ρήμα
- (μεταβατικό) αναταράσσω, ανακατώνω
- (αμετάβατο) σαλεύω, κάνω ελαφριά κίνηση
ανάθιμα του, ουσιαστικό
- κατάρα, π.χ. ανάθιμα τν ώρα και τ’ στιγμή
- άι στο διάολο, στη φράση άι στ’ ανάθιμα
ανάιρα, επίρρημα
με τρόπο αέρινο, απαλά, ελαφρά
ανάκαρα η, ουσιαστικό
δύναμη, κουράγιο
ανάκατα, επίρρημα
ανακατωμένα
ανακατεύου, ανακατεύουμι, ρήμα
- αναμειγνύω
- μπλέκω κάποιον σε επιλήψιμη υπόθεση, π.χ. ιμένα μη μ’ ανακατεύ(ει)ς στς παλιουδλειές σ’
- ανακατεύουμι, συμμετέχω απρόσκλητος σε μια υπόθεση, π.χ. ισύ τι ανακατεύισι;
- αναγουλιάζω
ανακατουσούρας ου, ουσιαστικό
που του αρέσει, ή απλά συνηθίζει, να μπλέκει σε υποθέσεις που δεν τον αφορούν και να προκαλεί αναστάτωση ή μπερδέματα
ανακατώματα τα, ουσιαστικό
κατηγορίες, φασαρίες
ανακατώνου, ανακατώνουμι, ρήμα
- χαλώ την τάξη, αλλάζω τη σειρά ή τη θέση που έχει κάτι
- χαλάω τις ομαλές και ήρεμες σχέσεις ομάδας ανθρώπων, π.χ. μας ανακάτουσι
- έχω στομαχικές διαταραχές, έχω τάση για εμετό
ανακατώστρα η, ουσιαστικό
(μεταφορικά) κουτσομπόλα
ανακούκουρδα, επίρρημα
με το κεφάλι προς τα κάτω και τα πόδια προς τα πάνω, ανάποδα
αναλαβαίνου, ρήμα
- δέχομαι κάτι ως υποχρέωση
- συνέρχομαι, ανακτώ τις δυνάμεις μου
ανάλλαγους, -γ(η), -ου, επίθετο
που δεν άλλαξε ρούχα
ανάλστους, -τ(η), -ου, επίθετο
που έχει πολλές μέρες να λουστεί
αναμέλα η, ουσιαστικό
το κοίλο μέρος στο τύμπανο του αφτιού, συνεκδοχικά το αφτί
ανάμιρα, επίρρημα
παράμερα
αναμιράου, ρήμα
κάνω στην άκρη, προστακτική αναμέρα
ανάμιρους, -ρ(η), -ου, επίθετο
απόμερος, ερημικός
αναμουτρουλιάζουμι και ανι/εμουτουρλιάζουμι ρήμα
αναστατώνομαι, φοβάμαι, τρομάζω
αναμπαίζου, ρήμα
κοροϊδεύω
αναμπουμπούλα η, ουσιαστικό
η αναστάτωση, η φασαρία που επικρατεί σε ένα χώρο
ανάντιους, -α, -ου, επίθετο
αντίθετος, που έχει διαφορετική άποψη
αναπαμός ου, ουσιαστικό
ανάπαυση, ξεκούραση
αναπιάνου, ρήμα
βάζω προζύμι για να ζυμώσω
αναπουδιά η, ουσιαστικό
εμπόδιο, ατυχία
αναπουδιάζου, ρήμα
- γίνομαι δύστροπος
- για κάτι που παίρνει κακή τροπή, π.χ. του πράμα αναπόδιασι
ανάπουδους, -δ(η), -ου, και αναπουδιασμένους, -ν(η), -ου, επίθετο
- ο διαφορετικός ή αντίθετος από το κανονικό ή από το συνηθισμένο
- δύστροπος
- ανάπουδ’, η πλευρά που δεν είναι κατάλληλη να χρησιμοποιείται ή να φαίνεται, η κακή πλευρά, π.χ. του (γ)ξέρου κι απ’ τ’ (γ)καλή κι απ’ τν ανάπουδ’
- (επίρρημα) ανάπουδα, αντίθετα από αυτό που θέλουμε ή ευχόμαστε, π.χ. ούλα μου ’ρθαν ανάπουδα
ανάρια, επίρρημα
- τοπικό, αραιά, σε μεγάλη απόσταση, ανάλογα με την περίπτωση, συνώνυμο: αριά
- χρονικό, πού και πού, κάπου κάπου, κατά διαστήματα, σπάνια
- τροπικό, σιγά σιγά, π.χ. ανάρια ανάρια πιρπατάς
ανάρμιγους, -γ(η), -ου, επίθετο
ανάρμεχτος, που δεν αρμέχτηκε
αναρουχάζου, ρήμα
φρίττω, π.χ. αναρόχαξι ούλου του χουριό
ανάρρχτα και ανάρρχα, επίρρημα
ρούχο ανάρριχτο στις πλάτες
ανάσα η, ουσιαστικό
- η αναπνοή και η εκπνοή
- (μεταφορικά) ξεκουράζομαι, στη φράση παίρνου μια ανάσα
Ετυμολογία
Προέρχεται από το αρχαίο άνεσις (ανακούφιση, ανάπαυση, ξεκούραση) < ανίημι: αφήνω, χαλαρώνω.
Κατά μία άλλη εκδοχή από το αν (στερητικό) + άση: στενοχώρια, λύπη.
ανασαίνου, ρήμα
- αναπνέω
- ζω, π.χ. όσο ανασαίνου αυτό δε θα γίν(ει)
- ξεκουράζομαι, π.χ. έκατσα λίγου ν’ ανασάνου
- φυσώ, π.χ. δεν ανασαίν(ει) ντιπ, φύλλου δε κνιέτι
ανάσκιλα, επίρρημα
ύπτια, με τη ράχη προς τα κάτω
ανασκ(ι)λώνου, ανασκ(ι)λώνουμι, ρήμα
ρίχνω κάποιον ύπτια, πέφτω ύπτια
ανασκουμπώνουμι, ρήμα
ετοιμάζομαι να κάνω κάτι, αόριστος ανασκουμπώθκα,
αναστατώνου, αναστατώνουμι, ρήμα
προκαλώ αναταραχή ή έντονη συναισθηματική διέγερση
ανατριχιάδα η, ουσιαστικό
ανατριχίλα
αναφαϊά η, ουσιαστικό
η αναφαγιά, η ελλιπής διατροφή
αναφακάς η, ουσιαστικό
- ελπίδα ότι κάτι καλό θα συμβεί, καλή τύχη
- διατροφή
αναφέρου, ρήμα
μνημονεύω
αναφταώνου, αναφταώνουμι, ρήμα
λαχταρίζω, φοβίζω κάποιον
ανάφτου, ρήμα
ανάβω
αναχαράζου, ρήμα
- κινούμαι
- αναμασώ, μηρυκάζω
ανέγνουμους, -μ(η), -ου, επίθετο
ανόητος, άμυαλος
ανέμ(η) η, ουσιαστικό
όργανο υφαντικής
ανέμκι, ανέμκαμι, ρήμα
απόμεινε, απομείναμε
ανέσουστους, -τ(η), -ου, επίθετο
ανολοκλήρωτος, μισοτελειωμένος
ανήλιαγος, -γ(η), -ου, επίθετο
- που δεν έχει εκτεθεί στον ήλιο
- που δεν τον βλέπει ο ήλιος, σκιερός
ανήμερα, επίρρημα
την ίδια μέρα
ανημπόρια η, ουσιαστικό
η αδυναμία, η αρρώστια
ανήμπουρους, -ρ(η), -ου, επίθετο
- αδύναμος, άρρωστος
- αυτός που χρειάζεται βοήθεια, συμπαράσταση
ανήξιρους, -ρ(η), -ου, επίθετο
που δε γνωρίζει
άνθια τα, ουσιαστικό
τα άνθη
ανθού, ρήμα
ανθίζω
άνθρουπους ου, ουσιαστικό
ο άνθρωπος, πληθυντικός οι ανθρώπ’
ανιβάσταγους, -γ(η), -ου, επίθετο
ανυπόμονος
ανιγνώρμους, -μ(η), -ου, επίθετο
αγνώριστος
ανι/εβάζου, ρήμα
- βάζω σε ψηλότερο μέρος
- αυξάνω
ανι/εβάτ’σμα του, ουσιαστικό
αύξηση
ανι/εμουγγάστρ’ του, ουσιαστικό
φανταστική εγκυμοσύνη
ανι/εμουσούρ’ του, ουσιαστικό
χιόνι που συσσωρεύεται από τον δυνατό άνεμο, χιονοθύελλα
ανι/εμουτουρλιάζου, ρήμα
ανακατεύω, αναστατώνω
ανι/εχόρταγους, -γ(η), -ου, επίθετο
που δε χορταίνει, αχόρταγος
αν(ι)κάου, ρήμα
νικάω
άν(ι)φτους, -τ(η), -ου, επίθετο
που δεν έχει πλύνει το πρόσωπό του
Ετυμολογία
Προέρχεται από το αρχαίο άνιπτος < α- (στερητικό) + νίπτω…….
αν(ι)ψιός, αν(ι)ψιόκας ου και αν(ι)ψιούδ’ του, ουσιαστικό
ανιψιός
ανοικουνόμτους, -τ(η), -ου, επίθετο
- που δεν χωρά πουθενά λόγω μεγέθους
- που δεν τακτοποιείται, δε βολεύεται εύκολα
ανοιού και ανοιώ, ρήμα
- ανοίγω
- ανοίγω τα μάτια μου, στη φράση τ’ ανοιού
ανοιχτουχέρς, -α, -ικου, επίθετο
ανοιχτοχέρης, γενναιόδωρος, συνώνυμο: γκουβαρντάς
άνουμους, -μ(η), -ου, επίθετο
παράνομος
αντάμα, επίρρημα
μαζί
Ετυμολογία
Προέρχεται από τη φράση εν τω άμα: ταυτόχρονα, συγχρόνως.
ανταμκός, -ή, -ό, επίθετο
που κατέχεται από κοινού με κάποιον άλλο
αντάμουμα του, ουσιαστικό
συνάντηση
αντάμουσ(η), η και αντάμουμα του, ουσιαστικό
συνάντηση
ανταμώνου, ρήμα
συναντιέμαι με κάποιον
αντάρα η, ουσιαστικό
η ομίχλη
Ετυμολογία
Προέρχεται από το αρχαίο αναταράσσω > αντάρα (όπως γνωρίζω > γνώρα).
ανταριάζου, ρήμα
- γεμίζω, σκεπάζομαι από ομίχλη, π.χ. τα βνα αντάριασαν
- (μεταφορικά) χάνω την ψυχραιμία μου, βγαίνω εκτός εαυτού
άντγους, -γ(η), -ου, και άντυτους, -τ(η), -ου, επίθετο
που δεν έχει ακόμα ντυθεί, ετοιμαστεί
αντίκρια, επίρρημα
απέναντι
αντίλαλους ου, ουσιαστικό
ηχώ
αντιλουιά η, ουσιαστικό
ο αντίλογος
αντιλουιώμι, ρήμα
απαντώ, αντιλέγω
αντίλουξα, επίρρημα
αντίθετα από το αναμενόμενο, ανάποδα
αντίμαχους, -η, -ου, επίθετο
αντίπαλος
αντίπιρα, επίρρημα
στα απέναντι μέρος, από την άλλη πλευρά
αντιπρουψές, επίρρημα
το τρίτο από σήμερα περασμένο βράδυ (ψες, προυψές, αντιπρουψές)
αντιριά η, ουσιαστικό
τα άντερα σφαχτού
άντιρου του, ουσιαστικό
- το άντερο
- (μεταφορικά) άνθρωπος δύστροπος και κακόβουλος, στη φράση στριμμένου άντιρου
αντιρώνουμι, ρήμα
τεντώνομαι
άντισε, ρήμα
πέθανε;
αντίχαρ(η) η, ουσιαστικό
η ανταπόδοση ευεργεσίας
αντίχριστους, -τ(η), -ου, επίθετο
άπιστος
αντράδιρφους ου, αντραδέρφ(η) η, ουσιαστικό
κουνιάδος, κουνιάδα
αντράκλα η, ουσιαστικό
γλιστρίδα
αντράλα η, ουσιαστικό
ζαλάδα, ίλιγγος
αντραλίζουμι, ρήμα
ζαλίζομαι
αντρίκια τ’, επιρρηματική έκφραση
- που ταιριάζει ή αναφέρεται σε άντρα
- ο τρόπος με τον οποίο καβαλικεύει ο άντρας, καθισμένος στη ράχη ή στο σαμάρι του αλόγου με τα πόδια ανοιχτά στις δυο πλευρές του, αντώνυμο: γναίκεια, με τα πόδια λυγισμένα και ενωμένα στη μια πλευρά του αλόγου
αντρουγινιά η, ουσιαστικό
το σόι του άντρα
αντρόυνου του, ουσιαστικό
το αντρόγυνο
αντρούτσους ου, ουσιαστικό
άντρας δυνατός
άνυδρους, -ρ(η), -ου, επίθετο
- με λίγες βροχές, ξερός
- αυτός που δεν ποτίζεται
ανώι του, ουσιαστικό
ο επάνω όροφος
αξιάδα η, ουσιαστικό
αξιοσύνη, ικανότητα
αξούργους και αξούρστους ου, ουσιαστικό
αξύριστος
αουπάν’, επίρρημα
από πάνω
απ’ κάτ’, επιρρηματική έκφραση
- από κάτω
- (μεταφορικά) μη σε καταβάλλει κάτι, στη φράση μη σι παίρν(ει) απ’ κατ’
απ’ τα απού τώρα, επιρρηματική έφραση
πρωτύτερα, πριν από λίγη ώρα
απ’ τα τώρα, επίρρημα
από τώρα, από αυτή τη στιγμή
απαγάλια, επίρρημα
με ήρεμο τρόπο, με καλοπιάσματα
απαγκιάζου και απαγκειάζου, ρήμα
- καταφεύγω σε μέρος που δεν το χτυπάει ο αέρας
- (μεταφορικά) βρίσκω στοργή, π.χ. απάγκιασι στου μικρότιρου πιδί τ’
απάγκιου και απάγκειου του, ουσιαστικό
- απάνεμος τόπος
- (μεταφορικά) προστασία, καταφύγιο, παρηγοριά
Ετυμολογία
Προέρχεται από την πρόθεση απο- + αρχαίο άγκος: κοίλωμα ανάμεσα σε βουνά προφυλαγμένο από ισχυρούς ανέμους (ομόρριζα είναι η αγκύλη, ο αγκώνας, η αγκαλιά, η άγκυρα, το αγκίστρι).
απάκ(ι) του, ουσιαστικό
η νεφραμιά των ζώων
απάν’, επίρρημα
επάνω
απάν’ κατ’ απάν’, επιρρηματική έκφραση
με ζήλο, επίμονα
απάνι/εμου του, ουσιαστικό
τόπος που δεν τον πιάνει ο αέρας, συνώνυμο: απάγκιου
απαντάου, ρήμα
συναντώ
απαντ(ου)χή η, ουσιαστικό
- ελπίδα, προσδοκία
- παρηγοριά
απαντχαίνου, ρήμα
συναντώ, ανταμώνω, αόριστος απάντχα, υποτακτική απαντύχου, π.χ. μακάρ’ να τουν απαντύχου κι θα τα πούμι
απαρατάου, ρήμα
- αφήνω, π.χ. μη (μ)πιδεύισι άλλου, απαράτα του
- εγκαταλείπω, π.χ. τν απαράτ’σι ου άντρα τς
απαυτού και απαυτουιά, επίρρημα
από αυτό το μέρος
απέ, επίρρημα χρονικό ή σύνδεσμος εναντιωματικός
- μετά, ύστερα
- αλλά, όμως, ωστόσο
απειρουλόητους, -τ(η), -ου, επίθετο
απεριποίητος, ατημέλητος
απθαμή η, ουσιαστικό
η πιθαμή
απθώνου, ρήμα
απιθώνω, αφήνω, ακουμπάω κάτι κάτω
απίστμα, επίρρημα
μπρούμυτα
Ετυμολογία
Προέρχεται από το επί + στόμα > τα επίστομα > ταπίστομα (συνεκφορά) > απίστομα > απίστουμα > απίστμα.
απίτγιαγους, -γ(η), -ου, επίθετο
αχόρταγος
άπλα η, ουσιαστικό
ευρύχωρη επίπεδη έκταση
απλουιώμι και απλουιέμι, ρήμα
αποκρίνομαι, απαντώ, προστακτική αορίστου απλουήσ’, π.χ. άμα σ’ κρένου, ν’ απλουιέσι
απλουκιέρα η, ουσιαστικό
η γίδα που έχει απλωμένα τα κέρατά της
απλόχιρα, επίρρημα,
χωρίς τσιγκουνιά, γενναιόδωρα
απλυσιά η, ουσιαστικό
το να μένει κάποιος άπλυτος
απλώνου, απλώνουμι, ρήμα
- ανοίγω, ξεδιπλώνω, π.χ. απλώνου τα ρούχα
- τεντώνω, π.χ. απλώνου του χέρι
- α. δέρνω, χτυπώ β. ζητώ χρήματα, ζητιανεύω γ. κλέβω δ. παρενοχλώ σεξουαλικά, στη φράση απλώνου χέρ’
απόβραδου του, ουσιαστικό
μετά το ηλιοβασίλεμα, όταν αρχίζει να νυχτώνει, σούρουπο
απόβριχου του, ουσιαστικό
μετά από βροχή
απόγιουμα και απόγιμα του, ουσιαστικό
το απόγευμα
απόδ(η)τους, -τ(η), -ου, επίθετο
ξυπόλυτος
απόιου του, ουσιαστικό
απογευματινό ελαφρό φύσημα αέρα
απόκουμμα του, ουσιαστικό
το σταμάτημα του θηλασμού
απόκουντους, -τ(η), -ου, επίθετο
λίγο κοντός
απόκρυφα, επίρρημα
κρυφά, χωρίς να γίνομαι αντιληπτός
απόξου, επίρρημα
- έξω, π.χ. απόξου απ’ του σπίτ’
- από την εξωτερική πλευρά, π.χ. απόξου κούκλα κι απού μέσα πανούκλα
- από το εξωτερικό. π.χ. αυτά τα έθιμα μας ήρθαν απόξου
- αποστηθίζω, στη φράση τα μαθαίνου απόξου
- αποκλείω κάποιον από κάτι, στη φράση τουν αφήνου (στην) απόξου
απόξου απόξου, επιρρηματική έκφραση
- επιφανειακά
- λέγεται για τις περιπτώσεις που διστάζω, αποφεύγω να μιλήσω ευθέως, ανοιχτά για κάτι
απόρρμα του, ουσιαστικό
μικροκαμωμένος άνθρωπος
απόσκιου του, ουσιαστικό
σκιερό μέρος
απού και απ’, αναφορική αντωνυμία
που, π.χ. αυτά απ’ λέει είνι/ε ψέματα
απού και απ’ πρόθεση
από, π.χ. έρχουμι απού μέρη μακρινά ή έρχουμι απ’ του σπίτ’
απού ’κει που ’κείθι, επιρρηματική έκφραση
πέρα από εκεί, μακριά
απού κείθι, επιρρηματική έκφραση
από την πίσω πλευρά
απού παν’, επιρρηματική έκφραση
από πάνω
απού πέρα, επιρρηματική έκφραση
απέναντι, από την άλλη πλευρά, στη Λυγαριά λέγεται και για τον οικισμό που βρίσκεται δυτικά του ξηριά
απουβραδίς, επίρρημα
από το προηγούμενο βράδυ
απουγιένουμι και απουγίνουμι, ρήμα
- καταλήγω, π.χ. τι θα απουγίνου, όταν γι/εράσου;
- στον αόριστο απόγινα και απογίν(η)κα, χειροτέρεψε, επιδεινώθηκε η κατάστασή μου
απουδιώχνου, ρήμα
διώχνω, απομακρύνω
απουδώ και απουδώθι, επίρρημα
από εδώ, από αυτή την πλευρά
απουδώθι, επίρρημα
από την πλευρά που βρίσκεται προς εμάς
απούθι, επίρρημα
από πού, από ποιο μέρος, π.χ. απούθι είσι.
απουκάνου, ρήμα
κουράζομαι, αόριστος απόκαμα
απουκάρουσ(η) η, ουσιαστικό
ατονία
απουκαρώνω, ρήμα
πέφτω σε νάρκη, σε ατονία, χάνω τη δύναμή μου, π.χ. απουκάρουσα απ’ τη ζέστα
μετοχή απουκαρουμένους
απουκεί, επίρρημα
από εκεί
απουκόβου, απουκόβουμι, ρήμα
σταματάω το θηλασμό σε βρέφος, απογαλακτίζω
απουκούμπ’ του, ουσιαστικό
στήριγμα στις δύσκολες στιγμές, απαντοχή
απουκουντά, επίρρημα
- αμέσως μετά, στη συνέχεια, απανωτά, π.χ. σαν να μην έφτανι/ε η φτώχεια τ’, ήρθι απουκουντά κι η αρφάνια
- από πίσω, στο κατόπι, σε στενή παρακολούθηση, π.χ. να τουν έχ(ει)ς απουκουντά
απουκουπή η, ουσιαστικό
συμφωνία κατ’ εκτίμηση
απουκουτιά η, ουσιαστικό
παράτολμη προσπάθεια, πράξη
απουκρεύου, ρήμα
- κάνω αποκριά
- νηστεύω
απουκρίνουμι, ρήμα
απαντώ, π.χ. απουκρίσ’ σ’ αυτό π’ σι ρουτάου
απουλαμπή η, ουσιαστικό
σύντομης διάρκειας εμφάνιση του ήλιου ανάμεσα σε σύννεφα και βροχή
απουλάου, ρήμα
- αφήνω κάτι ελεύθερο, π.χ. απόλ(υ)σι τα γίδια στου ξένου χουράφ’
- σχολάω, τελειώνω, π.χ. απόλ(υ)σι η ικκλησία;
απουλ(ει)φάδ’ του, ουσιαστικό
- μικρό υπόλειμμα σαπουνιού
- (μεταφορικά και μειωτικά) για άνθρωπο ιδιαίτερα μικρόσωμο, αδύνατο, καχεκτικό
απουλ(υ)τός, -ή -ό, επίθετο
ελεύθερος, αφημένος
απουμώνου, ρήμα
κλείνω κάτι ερμητικά, σκεπάζω κάτι τελείως, ώστε να μην παίρνει αέρα, αόριστος απούμουσα
Eτυμολογία
Προέρχεται, από το ρήμα απο + μονόω μονούμαι ;;; < μόνος …………..
απουνιά η, ουσιαστικό
έλλειψη συμπόνιας, ασπλαχνία
άπουνους, -ν(η), -ου, επίθετο
σκληρόκαρδος, άσπλαχνος
απουπαίρνου, ρήμα
αποθαρρύνω, επικρίνω, μαλώνω
απουρρίχνου, ρήμα
αποβάλλω, αόριστος απόρξι
απουσταίνου, ρήμα
κουράζομαι
Ετυμολογία
Προέρχεται από το αρχαίο αφίστημι < από + ίστημι.
απουσταμάρα η, ουσιαστικό
κούραση, εξάντληση
απουσταμός ου, ουσιαστικό
κάματος, κούραση
απουσώνου, ρήμα
τελειώνω, ολοκληρώνω
απουτρώου, ρήμα
ολοκληρώνω το φαγητό μου
απουχουρητήριου του, ουσιαστικό
τουαλέτα, συνώνυμο: μέρους του
απουχτάου, ρήμα
(για γυναίκα) γεννάω
απουψ(ι)νός, -ή, -ό, επίθετο
που συμβαίνει, που γίνεται απόψε, π.χ. στ’ απουψ(ι)νό του γλέντ’
απόψ(ι), επίρρημα
σήμερα το βράδυ ή τη νύχτα
άπραγους, -η, -ου, επίθετο
- που δεν έχει πείρα ζωής, άπειρος και αθώος, π.χ. άπραγου πιδί
- απείραχτος
άπριπα, επίρρημα
με τρόπο που δεν αρμόζει
απύτιαγους, -γ(η), -ου, επίθετο
αχόρταγος
αραβάν(ι) του, ουσιαστικό
πλαγιοτροχασμός ή πλαγιοδιποδισμός, δηλαδή φυσικός ή επίκτητος γρήγορος ρυθμικός και ανάλαφρος βηματισμός αλόγου, κατά τον οποίο το ζώο εναλλάξ σηκώνει και πατά συγχρόνως τα δύο δεξιά (το μπροστινό και το πισινό) και κατόπιν τα δύο αριστερά πόδια του
αράδα η, ουσιαστικό
- η γραμμή, π.χ. γράψι δυο αράδις
- η σειρά, π.χ. κι αν είσι κι παπάς μι τν αράδα σ’ θα πας
αραδιάζου, ρήμα
- βάζω σε σειρά
- λέω, αναφέρω, διηγούμαι με τη σειρά
αραδίζου, ρήμα
περνώ, πάω και έρχομαι περπατώντας
αραήλιασα, ρήμα
ζαλίστηκα από τον ήλιο
αράθμους, -μ(η), -ου, επίθετο
- οξύθυμος, ευέξαπτος
- δύσθυμος
- νωθρός
αραλίκ(ι) του, ουσιαστικό
τεμπελιά, ανάπαυση
αράπ’ς ου, ουσιαστικό
μαύρος σκύλος
αρατίζουμι, ρήμα
- σκορπίζομαι εδώ κι εκεί
- απομακρύνομαι και γίνομαι άφαντος, χάνομαι
άρατους, -τ(η), -ου, επίθετο
αόρατος, άφαντος, π.χ. πήρι δρόμου κι έγινι/ε άρατους
άραχλους, -λ(η), -ου, και άραχνους -ν(η), -ου, επίθετο
- δύστυχος, ελεεινός, αξιολύπητος
- σκοτεινός, δυσοίωνος, θλιβερός, στη φράση μαύρα κι άραχλα
αραχνιάζου, ρήμα
- πιάνω αράχνες
- (μεταφορικά) βρίσκομαι σε κατάσταση εγκατάλειψης, ερήμωσης
αργάζου, ρήμα
- κατεργάζομαι δέρμα
- δέρνω, ξυλοκοπώ άγρια, π.χ. τ’ άργασαν του τουμάρ’
Ετυμολογία
Προέρχεται από το αρχαίο οργάζω: μαλάσσω, μαλακώνω, κατεργάζομαι.
αργαλειός ου, ουσιαστικό
ξύλινη κατασκευή με την οποία υφαίνουν
Ετυμολογία
Προέρχεται από το αρχαίο εργαλείον > αργαλείον > αργαλειός.
άργανα τα, ουσιαστικό
τα μουσικά όργανα
αργάου, -άς και -είς, -άει και -εί, ρήμα
καθυστερώ
αργαστήρ’ του, ουσιαστικό
το εργαστήριο
άργητα η, ουσιαστικό
καθυστέρηση
αρ(γ)ιά, επίρρημα
- αραιά, που βρίσκεται σε μεγάλη σχετικά απόσταση, π.χ. τα δέντρα αυτά είναι φυτιμένα αρ(γ)ιά
- για κάτι που δε συμβαίνει συχνά, π.χ. που και που, αρ(γ)ιά, έρχιτι και μας βλέπ’
αρ(γ)ιουπλέκω, ρήμα
πλέκω αραιά
αργουστόλ(η)ς ου, ουσιαστικό
αργοπορημένος, που δε φτάνει στην ώρα του
αργυρός, -ή, -ό, επίθετο
ασημένιος
αρδιλεύου, ρήμα
- δέρνω αλύπητα
- συνήθως, στον αόριστο αρδέλι/εψι, -αν, κακοποίησε, π.χ. μ’ αρδέλι/εψαν τα κνούπια
- εξοντώνω, εξολοθρεύω
αρέ, αρή, επιφώνημα
πρσφώνηση που απευθύνεται σε άντρα ή σε γυναίκα
αρέθου, ρήμα
αρέσω
αρίδα η, ουσιαστικό
το πόδι, π.χ. μάζιψι τς αρίδις σ’
αριεύω, ρήμα
αραιώνω
αρισ(ι)ά η, ουσιαστικό
αρέσκεια, μου αρέσει, είναι της αρεσκείας μου, στη φράση είνι/ε τς αρισ(ι)άς μ’
αρκούδ’ του, ουσιαστικό
η αρκούδα
αρκουδουπούρναρου του, ουσιαστικό
είδος πουρναριού
αρλούμπα η, ουσιαστικό
ανοησία
αρμάθα η, ουσιαστικό
σειρά φύλλων καπνού περασμένων σε σπάγγο ορισμένου μήκους
αρμαθιά η, ουσιαστικό
σύνολο όμοιων πραγμάτων, που είναι περασμένα, στη σειρά, από νήμα ή πλεγμένα μεταξύ τους, π.χ. αρμαθιά σκόρδα
αρμαθιάζου, ρήμα
με τη χρήση βελόνας περνάω φύλλα καπνού στο σπάγγο και φτιάχνω αρμάθες
αρμάθιαστους, -τ(η), -ου, επίθετο
που δεν έχει αρμαθιαστεί
άρματα τα, ουσιαστικό
τα όπλα
αρματώνω, αρματώνουμι
- οπλίζω
- αρματώνουμι, βάζω τα καλά μου, στολίζομαι
αρμέου, ρήμα
- αρμέγω
- (μεταφορικά) εκμεταλλεύομαι, απομυζώ κάποιον οικονομικά
Ετυμολογία
Προέρχεται από το αρχαίο αμέλγω > αλμέγω > αρμέγω > αρμέω > αρμέου.
άρμιγμα του, ουσιαστικό
- η ενέργεια του αρμέγω
- (μεταφορικά) ανήθικη, παράνομη οικονομική εκμετάλλευση
αρμόλ(υ)σσα η, ουσιαστικό
πολύ αρμυρό
αρμύρα η, ουσιαστικό
η άρμη
αρμυράδα η, ουσιαστικό
η ιδιότητα του αλμυρού
αρμυρίζου και αλμυρίζου, ρήμα
- κάνω κάτι αλμυρό, γίνομαι αλμυρός
- γεύομαι κάτι αλμυρό
αρμυρός, -ή, -ό, επίθετο
- αλμυρός, π.χ. αρμυρό τυρί
- (μεταφορικά) ακριβός, π.χ. αρμυρή τιμή
Ετυμολογία
Προέρχεται από το αλμυρός (με τροπή του λ σε ρ, όπως αδελφός, αδερφός) < άλμη < αρχαίο αλς: αλάτι, θάλασσα.
αρνάδα η, ουσιαστικό
το θηλυκό αρνί, που κρατιέται για αναπαραγωγή
αρνόπρατα τα, ουσιαστικό
κοπάδι με αρνιά και πρόβατα
αρπακουλλιώμι, αρπουκουλλιώμι και αρπακουλλιέμι, ρήμα
πιάνομαι, αρπάζομαι από κάπου
αρπάου και αρπάχνου, ρήμα
αρπάζω
αρριβώνα η, ουσιαστικό
- ο αρραβώνας
- η βέρα
αρριβουνιάρς ου, αρριβουνιάρα η, ουσιαστικό
αρραβωνιαστικός, αρραβωνιαστικιά
αρρόιαγους, -γ(η), -ου και αρόιαστους, -τ(η), -ου, επίθετο
- που δεν είναι ρογιασμένος
- (μεταφορικά) ανεξέλεγκτος, θρασύς και ξεδιάντροπος
αρρούπουτους, τ(η), -ου, ουσιαστικό
αχόρταγος
αρταίνου, αρταίνουμι, ρήμα
- προσθέτω στο φαΐ αλάτι ή κάτι γευστικό, για να το κάνω νοστιμότερο
- τρώω μη νηστίσιμη τροφή σε καιρό νηστείας
άρτσι μπούρτζι, επιρρηματική έκφραση
ανακατωμένα, συγκεχυμένα και ασαφή
αρύς, -ιά, -ύ, επίθετο
αραιός
αρφάνια η, ουσιαστικό
ορφάνια
αρφανός, -ή, -ό, επίθετο
ορφανός
αρχ(ι)νάου, ρήμα
αρχίζω, αόριστος αρχίν(ι)σα
αρχουντ(ι)κός, -ή, -ό, επίθετο
πλούσιος
αρχύτιρα, επίρρημα
νωρίτερα
ασαλάητους, -τ(η), -ου, επίθετο
που δεν ακούει συμβουλές και κάνει του κεφαλιού του
ασαράντγους, -γ(η), -ου, επίθετο
που δεν έχει κλείσει σαράντα μέρες από τη γέννησή του
ασβιστώνου, ρήμα
ασβεστώνω, ασπρίζω εξωτερικές επιφάνειες του σπιτιού με μείγμα σβησμένου ασβέστη και νερού
ασήμια και ασημ(ι)κά τα, ουσιαστικό
τα κοσμήματα
ασημώνου, ρήμα
- επαργυρώνω
- προσφέρω σε κάποιον ασημένιο νόμισμα ή άλλο ασημένιο αντικείμενο για γούρι
ασκαίνουμι, ρήμα
σιχαίνομαι
ασκέρ’ του, ουσιαστικό
- τμήμα στρατού
- (ειρωνικά) πολυμελής ομάδα ή οικογένεια
ασκί του, ουσιαστικό
σάκος από δέρμα που το χρησιμοποιούσαν ως δοχείο για νερό, λάδι ή κρασί, συνώνυμο: τλούμ’
ασουλούπουτους, -τ(η) -ου, επίθετο
αυτός που έχει κακοφτειαγμένο σώμα
άσουτους, -τ(η), -ου, επίθετο
που δε σώνεται, ανεξάντλητος, ατελείωτος
ασπρίζου, ρήμα
- κάνω κάτι άσπρο
- ασβεστώνω
ασπρούδα η, ουσιαστικό
είδος άσπρου σταφυλιού
αστένια η, ουσιαστικό
η ασθένεια, η αρρώστια
αστέρ’ του, ουσιαστικό
το μέρος ανάμεσα στα μάτια
αστέρου η, ουσιαστικό
φοράδα με άσπρο μπάλωμα στο μέτωπο
αστική η, ουσιαστικό
(ουσιαστικοποιημένο επίθετο) το λεωφορείο της αστικής συγκοινωνίας, π.χ. τι ώρα έρχεται η αστική;
αστουχάου, ρήμα
ξεχνώ, συνήθως στον αόριστο αστόησα ξέχασα
Eτυμολογία
Προέρχεται από το ρήμα αστοχώ;……….
αστράγγ(ι)στου του, ουσιαστικό
το τυρί που δεν έχει στραγγιστεί
αστραπουβουλάει, απρόσωπο ρήμα
αστράφτει ο ουρανός από αστραπές και πέφτουν κεραυνοί
αστραπουκαμένους, -ν(η), -ου, επίθετο
που τον έχει κάψει κεραυνός
αστραπουτσουκανάει, ρήμα
ρίχνει βροντές και αστραπές
αστράφτ’, απρόσωπο ρήμα
- ρίχνει αστραπές
- (μεταφορικά) λέγεται για κάτι που είναι αστραφτερό, που λάμπει
αστρέχα η, ουσιαστικό
το κενό ανάμεσα στον τοίχο και τη σκεπή, που προεξέχει από τον κυρίως όγκο του σπιτιού, το γείσο
αστρί του, ουσιαστικό
το αστέρι
αστρίτ’ς ου, ουσιαστικό
είδος δηλητηριώδους φιδιού
αστρουπιλέκ(ι) του, ουσιαστικό
κεραυνός
αστρουφιγγιά η, ουσιαστικό
ξαστεριά χωρίς φεγγάρι
ασφάκα η, ουσιαστικό
είδος θαμνώδους φυτού
ατάραγους, -γ(η), -ου, επίθετο
ασήκωτος, ακούνητος, αμετακίνητος λόγω βάρους
ατζαμής ου, ουσιαστικό
αδέξιος
άτια τα, ουσιαστικό
τα άλογα
ατού του, ουσιαστικό
- ισχυρό χαρτί στην πρέφα
- ισχυρό επιχείρημα, πλεονέκτημα
ατόφιους, -ια, -ιου, επίθετο
γνήσιος, ανόθευτος
ατσαλιά η, ουσιαστικό
ακαταστασία
άτσαλους, -λ(η), -ου, επίθετο
ακατάστατος, απρόσεκτος, τσαπατσούλης
ατσίδας ου και ατσίδα η, ουσιαστικό
πολύ έξυπνος
ατσούμπαλους, -λ(η), -ου, επίθετο
που είναι άγαρμπος, αδέξιος, που κάνει ζημιές
αυγή η και αυγούλα η, ουσιαστικό
το πρωί, π.χ. αυγούλα αυγούλα κίνησα
αυλάκ(ι) του, ουσιαστικό
φυσικό ή τεχνητό, στενό, επίμηκες και μικρού βάθους όρυγμα στο έδαφος, συνήθως για άρδευση.
Στη Λυγαριά υπήρχαν δύο αυλάκια: του χωριού και της Πλατάνας.
αυτηνιά, αντωνυμία δεικτική
αυτή εδώ
αυτός, αυτίνους και αυτούνους, αυτή και αυτήν(η), αυτό, αυτίνου και αυτούνου, αντωνυμία οριστική επαναληπτική ή δεικτική
γενική αυτνού και αφνού, αυτνής και αφνής, αυτνού και αφνού
πληθυντικός αυτοίν(οι), γενική αυτνών και αφνών
αυτού, επίρρημα
εκεί
αυτουιά, επίρρημα
σε αυτό εδώ το μέρος, σε αυτό εδώ το σημείο
αϋφαντής, αϋφαντάκους και αν(υ)φαντάκους ου, ουσιαστικό
η αράχνη
αφάλια η, ουσιαστικό
ζημιά
αφαλός ου, ουσιαστικό
- ο ομφαλός
- το κέντρο
αφαλουκόβου, ρήμα
- κόβω τον ομφάλιο λώρο σε έμβρυο
- προκαλώ έντονο πόνο στην κοιλιά (κάποιου) από υπερβολικό φορτίο ή από δυνατό χτύπημα, π.χ. μ’ αφαλόκουψις!
αφέντ’ς ου, αφέντρα η, ουσιαστικό
- ο άρχοντας, πλούσιος που είχε κοινωνικό κύρος και ασκούσε επιρροή στην τοπική κοινωνία
- ο ιδιοκτήτης, νοικοκύρης
- ο πατέρας
αφήνου, ρήμα
- αφήνω, παύω να κρατώ, προστακτική αφ’, π.χ. αφ’ τουν, αφ’ την αφ’ του, παρατατικός άφνα, άφνι/ες, άφνι/ε, αόριστος άφκα, άφκις, άφκι και αφ’σα προστακτική άσι
- α. δε μετακινώ κάτι β. αδιαφορώ γ. δεν ενεργώ περιμένοντας κάτι, αναβάλλω δ. παρατώ ανολοκλήρωτο κάτι δ. επιτρέπω, δίνω την άδεια ε. αναθέτω, εμπιστεύομαι, τοποθετώ στ. εγκαταλείπω ζ. φεύγω, αποχωρώ η. αποφέρω θ. κληροδοτώ
αφιντ’κό του, ουσιαστικό
το αφεντικό, ο εργοδότης
άφκειαγους, -γ(η), -ου, επίθετο
- που δεν έχει φκειαχτεί
- που δεν έχει ευπρεπιστεί, ακατάστατος
αφόντας, επίρρημα
από τότε, αφότου, π.χ. αφόντας έφκι, δεν τουν ματάειδα
αφόρμ’σι, ρήμα
(λέγεται για πληγή) μολύνθηκε, επίσης και κακουφόρμ’σι
αφουγκράζουμι, ρήμα
ακούω
Ετυμολογία
Προέρχεται από το αρχαίο επακροώμαι: ακούω προσεκτικά.
αφουρμή η, ουσιαστικό
κατηγορία
αφριάζου, ρήμα
αφρίζω, αόριστος αφρίασα, π.χ. αφρίασι απ’ του κακό τ’
αφρύδ’ του, ουσιαστικό
το φρύδι
αφτί του, ουσιαστικό
- το αφτί
- (μεταφορικά) α. κρυφακούω, στη φράση στήνου αφτί β. κάτι άκουσα τυχαία, στη φράση κάτ’ πήρι τ’ αφτί μ’ γ. δε νοιάζομαι, δε δίνω σημασία, στη φράση δεν ιδρών(ει) τ’ αφτί μ’ δ. κινώ υποψίες, στη φράση βάζου ψύλλους στ’ αφτιά ε. με κούρασε με τη φλυαρία του ή με επίμονο αίτημά του, στη φράση μου ’φαγι τ’ αφτιά στ. κατάρα εναντίον κάποιου, να πεθάνει και να τον ψάλλουν και παπάς και διάκος· συνηθέστερα η κατάρα αυτή λέγεται μέσα σε οργή ως απάντηση σε προηγούμενη φράση που περιέχει μία από τις λέξεις είπα, του ’πα, μου ’πε, είπαμε, στη φράση να σ’ πει ου παπάς στ’ αφτί κι ου διάκους στου κιφάλ(ι)
Ετυμολογία
προέρχεται από το αρχαίο ους (αφτί) > ωτίον > αφτίον > αφτί.
α(χ)ά, επιφώνημα
α έτσι, μάλιστα, ναι
αχαΐρι/ευτους, ουσιαστικό
ανεπρόκοπος, τεμπέλης
αχάλαγους, -γ(η), -ου, επίθετο
άσωτος
αχαμνά τα, ουσιαστικό
τα γεννητικά όργανα του άντρα
αχαμναίνω, ρήμα
αδυνατίζω
αχαμνός, -ή, -ό, επίθετο
αδύνατος, ασθενικός
Ετυμολογία
Προέρχεται από το αρχαίο χαύνος (καχεκτικός) > χαυνός > χαμνός > α (προθεματικό) + χαμνός.
αχαμνούτσκους, -ια, -ου, επίθετο
λίγο αδύνατος, αδυνατούτσικος
αχάου, ρήμα
ηχώ
αχάραγα, επίρρημα
προτού ακόμα χαράξει, προτού ακόμα ξημερώσει
άχαρους, -ρ(η), -ου, επίθετο
αυτός που δεν έχει χάρη, κομψότητα, άκομψος
άχνα η, ουσιαστικό
- ζεστή εκπνοή
- ο θόρυβος που προκαλείται από την εκπνοή, ελάχιστος ψίθυρος, σιωπή, στη φράση μη βγάλ(ει)ς άχνα
αχνίζου, ρήμα
βγάζω αχνούς
αχνός ου, ουσιαστικό
ατμός
αχόρταστους, -τ(η), -ου, επίθετο
ο αχόρταγος
αχός ου, ουσιαστικό
ήχος, βουητό, αντίλαλος
αχούρ’ του, ουσιαστικό
- στάβλος
- (μεταφορικά) το ακατάστατο δωμάτιο ή σπίτι
αχρόνιαγους, -γ(η), -ου, επίθετο
που δε χρόνιασε
άχτ’ του, ουσιαστικό
εκδίκηση, θέλω πολύ να εκδικηθώ κάποιον, στη φράση τουν έχου άχτ’
άχυρου και άχερου του, ουσιαστικό
- το άχυρο
- (μεταφορικά) για δυσεύρετα πράγματα, για μάταιη αναζήτηση, στη φράση γυρεύου ή ψάχνου ψύλλου στ’ άχυρα
αχυρώνα η, ουσιαστικό
χώρος στον οποίο αποθηκεύονται άχυρα και γενικότερα αποθήκη
αψ(η)λός, -ή, -ό, επίθετο
ψηλός
αψύς, -ιά, -ύ, επίθετο
- οξύθυμος, ευέξαπτος
- (για φαγητό) με έντονη γεύση, πικάντικος
αψυώνου, ρήμα
θυμώνω, αρπάζομαι
Β
βάβου η, ουσιαστικό
η γιαγιά, η γριά
Βαγγέλιου του, ουσιαστικό
το Ευαγγέλιο
βαέν(ι) του, ουσιαστικό
μεγάλο βαρέλι για κρασί
βάζου, ρήμα
κάνω θόρυβο, βουίζω, π.χ. βάζ(ει) τ’ αφτί μ’
βαζουκουπάου, ρήμα
κάνω διαρκή βαζούρα, δυνατό θόρυβο, φασαρία
βαζούρα η, ουσιαστικό
θόρυβος, βοή, φασαρία, αναταραχή
Βαθύριμα του, ουσιαστικό
τοπωνύμιο στην περιοχή Λυγαριάς
βαΐζου, ρήμα
- γέρνω προς τη μία μεριά
- (μεταφορικά) κλίνω προς μια άποψη
βακούφκου του, ουσιαστικό
εκκλησιαστική και μοναστηριακή περιουσία που προέρχεται από δωρεά
βάκρα η, ουσιαστικό
άσπρη προβατίνα με μαύρο μούτρο και μαύρα πόδια
βαλάντουμα του, ουσιαστικό
μεγάλη στενοχώρια
βαλαντώνου, ρήμα
- (μεταβατικό) στενοχωρώ κάποιον
- (αμετάβατο) στεναχωριέμαι
- κλαίω πολύ, στη φράση βαλάντουσα στου κλάμα
Βαλόγουρνα η, ουσιαστικό
τοπωνύμιο στην περοχή Λυγαριάς
βάμμα του, ουσιαστικό
ιώδιο
βαμμένους, -ν(η), -ου, επίθετο
φανατικός
βαμπακέλα και μπαμπακέλα η, ουσιαστικό
βαμβακερό κεφαλομάντηλο γυναικών
βαμπακόπτα η, ουσιαστικό
υποπροϊόν της σπορελαιουργίας, μετά την αφαίρεση του λαδιού από το σπόρο, καλή ζωοτροφή για τα μηρυκαστικά
βάνου, ρήμα
- βάζω, τοποθετώ, π.χ. βάν(ει) τα πουδάρια τ’ το ’να απάν’ στ’ άλλου
- φορώ, π.χ. βάνου τα παπούτσ(ι)α μ’
- (σε περιφράσεις) ανάβω, βάνου φουτιά, στεφανώνομαι, παντρεύομαι, βάνου στεφάν(ι), φωνάζω, βάνου τς φουνές, αρχίζω να κλαίω, βάνου τα κλάματα, κ.ά.
- (μεταφορικά) α. επιστρατεύω όλες μου τις δυνάμεις, στη φράση βάνου τα δυνατά μ’ β. φεύγω τρέχοντας, στη φράση του βάνου στα πουδάρια γ. τον καταδιώκω, στη φράση τουν βάνου στα πουδάρια δ. ξεκινώ, στη φράση βάνου μπροστά ε. δεν παραιτούμαι, δεν πτοούμαι, στη φράση δε (ν)του βάνου κάτ’ στ. εξαναγκάζω, στη φράση βάνου του μαχαίρ’ στου λι/εμό ζ. υποχωρώ, στη φράση βάνου νι/ερό στου κρασί μ’ η. επηρεάζω αρνητικά, συκοφαντώ, στη φράση βάνου λόγια θ. επιθυμώ να αποκτήσω κάτι που δε μου ανήκει, στη φράση βάνου στου μάτ’ ι. στρέφομαι εναντίον κάποιου, αρχίζω διαμάχη μαζί του στη φράση τα βάνου μαζί τ’ ια. δημιουργώ υποψίες, στη φράση βάνου ψύλλ(ου)ς στ’ αφτιά
βαντί του, ουσιαστικό
σύνολο από δέκα διπλωμένες αρμάθες καπνού∙ τα βαντιά φυλάσσονταν κρεμασμένα σε αποθήκες μέχρι να “γυρίσουν” με τα πρωτοβρόχια και να πατηθούν σε δέματα
βαραίνου, ρήμα
- επιδεινώνεται επικίνδυνα η υγεία μου
- (μεταφορικά) η γνώμη κάποιου, που διακρίνεται για τη σύνεσή του, έχει ειδικό βάρος, ιδιαίτερο κύρος
βαράου, -άς, -άει και βαρού, βαρείς, βαρεί ρήμα
- (μεταβατικό) χτυπώ κάποιον ή κάτι, προστακτική βάρα και βάρ’, συνώνυμο: κουπανάου
- αποβουτυρώνω, στη φράση βαράου του γάλα στ’ (γ)κάδ’
- (αμετάβατο) χτυπώ εγώ, π.χ. έπισα κι βάρισα
- (για μουσικά όργανα) παίζουν, π.χ. αυτοί βαράν κι ιμείς χουρεύουμι
- (μεταφορικά) α. με βαραίνει κάτι, με στενοχωρεί, στη φράση μι βαρεί β. ανατέλλει ή καίει ο ήλιος, στη φράση βαράει ου ήλιους γ. για κάτι που έγινε καθυστερημένα, στη φράση βάρισι πίσου δ. βγήκε βλάστηση (χορτάρι ή ανθός) στις φράσεις βάρισι ου τόπους ή βάρισαν τα κλαριά ε. πηγαίνει το μυαλό μου κάπου, σκέφτομαι κάτι, στη φράση βαρεί ο νους μ’ στ. όποιος δεν μπορεί να τα βάλει με τους ανώτερους και ισχυρότερους και τους πραγματικά υπεύθυνους στρέφεται εναντίον άλλων που δεν ευθύνονται ή έχουν μικρότερη ευθύνη, στην παροιμία όποιους δε μπουρεί να βαρέσ(ει) του γάιδαρου, βαράει του σαμάρ’
βαρβατίλα η, ουσιαστικό
δυσάρεστη μυρωδιά ζώου, τράγου ή κριαριού, κατά την περίοδο της αναπαραγωγής
βαρβάτους, -τ(η), -ου, επίθετο
- λέγεται για αρσενικό ζώο που δεν είναι ευνουχισμένο, που είναι ικανό για αναπαραγωγή, π.χ. βαρβάτου άλουγου
- που έχει έντονο το σεξουαλικό ένστικτο
- που έχει ιδιαίτερες ικανότητες, γνώσεις, που ξεχωρίζει σε κάποιο επάγγελμα, τέχνη, επιστήμη, π.χ. βαρβάτους τεχνίτ’ς
- για να δηλωθεί μεγάλο μέγεθος, ένταση κ.ά, π.χ. βαρβάτ’ περιουσία
βαρβατσέλ(ι) του, ουσιαστικό
- (υποκοριστικό) για μικρής ηλικίας αρσενικό ζώο
- μικρός ερωτιάρης
βαργιώμι και βαργιέμι, ρήμα
- δεν έχω όρεξη, διάθεση να κάνω, νιώθω βαριεστημάρα, ανία, πλήξη
- κουράζομαι, π.χ. βαρέθκα να πιριμένου
βαργκουμάου, ρήμα
παραπονιέμαι, δυσανασχετώ, δυσφορώ, αγανακτώ
Ετυμολογία
Προέρχεται από το βαρυγνωμώ < βαρύς + γνώμη.
βαργκώμνια και βαργκόμνια η, ουσιαστικό
δυσφορία, δυσανασχέτηση
βάρδα, επιφώνημα
προειδοποίηση για κάποιο κίνδυνο, πρόσεχε!, φυλάξου!, μακριά!
βάρδουλου του, ουσιαστικό
δερμάτινη λουρίδα γύρω από το πέλμα του υποδήματος
βαρέλα η, ουσιαστικό
- ξύλινο βαρελάκι για νερό
- το καρπούζι που έχει σχήμα βαρέλας
βαριακούου, ρήμα
δεν ακούω καλά
βαριαστινάζου, ρήμα
αναστενάζω με τρόπο που δηλώνει ότι έχω μεγάλο καημό και πόνο
βάριμα του, ουσιαστικό
- το χτύπημα, το πλήγμα
- η πληγή
βαριμάρα η, ουσιαστικό
βαριεστημάρα, τεμπελιά που προέρχεται από κούραση, ανία ή κακή διάθεση
βαριόμοιρους, -ρ(η), -ου, επίθετο
χτυπημένος από τη μοίρα, δύστυχος
βαριουκ(οι)μάμι, ρήμα
κοιμάμαι βαθύ ύπνο
βαριώμι και βαριέμι, ρήμα
- δεν έχω όρεξη, διάθεση να κάνω κάτι
- νιώθω ανία, πλήξη
- κουράζομαι, π.χ. βαρέθκα να πιριμένου
- δεν αξίζει τον κόπο, μη δίνεις σημασία, αδιαφόρησε, στη φράση δε βαριέσι!
Βαρκά τα, ουσιαστικό
τοπωνύμιο στην περιοχή Λυγαριάς
βαρκιστάου, ρήμα
βαριέμαι, κουράζομαι, απογοητεύομαι, αόριστος βαρκέτ’σα, συνώνυμο: μπιζιράου
βαρκό του, ουσιαστικό
τόπος που κρατάει νερό, ελώδης τόπος
βαρυχ(ει)μουνιά η, ουσιαστικό
βαρύς χειμώνας
βασίλειου του, ουσιαστικό
επικράτεια στην οποία ασκεί εξουσία βασιλιάς, γενικότερα χώρα
βασ(ι)λεύου, ρήμα
- δύω, π.χ. ο ήλιος βασ(ι)λεύ(ει)
- (μεταφορικά) κλείνουν τα μάτια μου από τη νύστα
βασλόψμου του, ουσιαστικό
βασιλόπιτα
βαστάου, βαστιέμι, ρήμα
- κρατάω, π.χ. το βαστάου γερά
- αντέχω, π.χ. πόσα να βαστάξει κι αυτός!
- κατάγομαι
- νηστεύω
- λέγεται για κάτι που δεν έχει ακόμα ψηθεί καλά
- βαστιώμι και βαστιέμι (βαστιέσι, βαστιέτι) α. κρατιέμαι β. είμαι σε καλή κατάσταση ως προς την υγεία μου, είμαι γερός γ. είμαι σε καλή οικονομική κατάσταση.
βάτα τα, ουσιαστικό
αγκαθωτοί θάμνοι
βατεύω, ρήμα
λέγεται για αρσενικό ζώο, ζευγαρώνω με το θηλυκό
βάτιμα του, ουσιαστικό
για αρσενικό ζώο, το ζευγάρωμα με το θηλυκό
βατλιά η, ουσιαστικό
μέρος με βάτα
βατόμπρου του, ουσιαστικό
το βατόμουρο
βάφου, βάφουμι, ρήμα
- βάφω, χρωματίζω
- (μεταφορικά) στενοχωριέμαι, θλίβομαι, στη φράση τα βάφου μαύρα
- (μεταφορικά) α. βρίσκομαι σε δύσκολη θέση, στη φράση τν έβαψα β. (ως απειλή) κάποια ενέργεια ή παράλειψή σου θα έχει πολύ σοβαρές επιπτώσεις για σένα, στη φράση τν έβαψις!
βαφτίζου, βαφτίζουμι, ρήμα
- τελώ το μυστήριο της βάπτισης
- βαφτίζουμι, γίνομαι χριστιανός
- (μεταφορικά) δίνω όνομα σε κάποιον ή σε κάτι
βαφτίσ(ι)α τα, ουσιαστικό
η βάφτιση
βγαίνου, ρήμα
- εξέρχομαι, προστακτική άβγα και βγέκα, βγικάτι
- (μεταφορικά) α. αναπτύσσω επαφές και σχέσεις με το κοινωνικό μου περιβάλλον, στη φράση βγαίνου απ’ του καβούκι μ’ β. έχω ερωτική σχέση με κάποια ή με κάποιον, στη φράση βγαίνου μαζί τς ή μαζί τ’ γ. γίνομαι έξαλλος από θυμό, στη φράση βγαίνου απ’ τα ρούχα μ’ δ. για νέο που έχει, δείχνει συμπεριφορά αταίριαστη με την απειρία της ηλικίας του, στη φράση ακόμα δε βγήκι απ’ τ’ αβγό ε. (για φρούτο, καρπό) ωρίμασε, πουλιέται στην αγορά, στη φράση βγήκαν (τα πιπόνια) στ. αποδεικνύομαι, στη φράση βγαίνου (ψεύτ’ς) ζ. εκλέγομαι, στη φράση βγαίνου (πρόιδρους) η. χωρίς αποτέλεσμα, στη φράση δε βγήκι τίπουτα θ. κερδίζεται κάτι, στη φράση βγαίν(ει) μιρουκάματου ι. δεν επαρκούν τα έσοδα, στη φράση δε βγαίνου ια. ταλαιπωρούμαι, ξεθεώνομαι, κουράζομαι πολύ από μια προσπάθεια, στις φράσεις μου βγαίν(ει) η γλώσσα, η μέση, η πίστη, η ψχή, η Παναγία, του λάδι, ου κώλους, ου πάτους ιβ. συμπεριφέρομαι, στη φράση πώς μ’ βγαίν(εις) έτσ(ι);
Ετυμολογία
Προέρχεται από το αρχαίο εκβαίνω (βγαίνω έξω) > εγβαίνω > γβαίνω > βγαίνω.
βγάνου, ρήμα
βγάζω, αφαιρώ
βεζίρια τα, ουσιαστικό
κόκκαλα αρνιού που τα είχαν για ζάρια
βέλασμα του, ουσιαστικό
- η χαρακτηριστική φωνή που βγάζει το πρόβατο ή το γίδι
- (μεταφορικά) άνθρωπος χωρίς σύνεση και σοβαρότητα, ανυπόληπτος
βέμπιλ(η) η, ουσιαστικό
αρρώστια
βέρους, -α, ου, επίθετο
πραγματικός, αληθινός, γνήσιος
βζαίνου, ρήμα
βυζαίνω, θηλάζω
βζανιάρκου του, βζασταρούδ’ και βζαστάρ’ του, ουσιαστικό
που θηλάζει ακόμα
βζι του, ουσιαστικό
- το βυζί
- βύζαγμα, θηλασμός
βζουπιάνου, ρήμα
βάζω το νεογέννητο ζωάκι να βυζάξει στη μάνα του, το βοηθάω να θηλάσει
βία, επίρρημα
το πολύ, είνι/ε βία πέντι κ(ι)λα
βιάζουμι, ρήμα
πιέζομαι χρονικά, επείγομαι, προστακτική αορίστου βιάσ’
βίγλα η, ουσιαστικό
ύψωμα από το οποίο παρατηρώ ή κατασκοπεύω
βιγλίζου, ρήμα
κοιτάζω από ψηλά, παρατηρώ, κατασκοπεύω
βιδαρστό του, ουσιαστικό
βιδαριστό, τυχερό παχνίδι, το 31 που παίζεται με βιδαρίσματα, δηλαδή με πονταρίσματα χρημάτων, που κάνουν με τη σειρά οι παίχτες που συμμετέχουν κυκλικά στο παιχνίδι, αν προλάβουν και δεν κερδίσει κάποιος από τους παίχτες που προηγείται όλα τα χρήματα που συγκεντρώνονται με τα βιδαρίσματα βγάζοντας 31
β(ι)δούρα η, ουσιαστικό
- στρογγυλό ξύλινο δοχείο χρήσιμο για την παρασκευή και τη φύλαξη γαλακτοκομικών προϊόντων
- σβούρα
βίκους ου, ουσιαστικό
φυτό που χρησιμοποιείται ως ζωοτροφή
βιλαέτ’ του, ουσιαστικό
μεγάλη διοικητική περιφέρεια, κυρίως στην Οθωμανική Aυτοκρατορία
βιλάζου, ρήμα
- βγάζω τη χαρακτηριστική φωνή που βγάζουν το πρόβατο και η κατσίκα
- (μεταφορικά) βγάζω δυνατή φωνή για κάποιο δυσάρεστο λόγο, κυρίως από πόνο
βιλάν(ι) του, ουσιατικό
το βελάνι, το βελανίδι, ο καρπός βελανιδιάς
βιλαώρα η, ουσιαστικό
ορεινό λιβάδι, ακαλλιέργητο μέρος μόνο για βοσκή
βιλέντζα η, ουσιαστικό
μάλλινο κλινοσκέπασμα
βιλιούρ’ του, ουσιαστικό
ο βέλιουρας, ζιζάνιο
βιλόνα η, ουσιαστικό
- η βελόνα,
- μεγάλη βελόνα, 40 εκατοστών περίπου, χρήσιμη στο αρμάθμιασμα των καπνόφυλλων
βιλόν(ι) του, ουσιαστικό
το βελόνι
βιλουνιάζου, ρήμα
- περνώ την κλωστή από την τρύπα της βελόνας
- ράβω αραιά και πρόχειρα
- αρμαθιάζω, με τη χρήση βελόνας περνώ κάτι σε νήμα
βιντζίνα η, ουσιαστικό
η βενζίνη
βιντούζα η, ουσιαστικό
- μικρό, γυάλινο δοχείο με ανοιχτό στόμιο που, αφού θερμανθεί, το στόμιό του προσκολλάται στην πλάτη του ασθενή για θεραπευτικούς σκοπούς
- (μεταφορικά) για άνθρωπο φορτικό, ενοχλητικό, π.χ. μ’ κόλλ(η)σι σα βιντούζα
βιο(ς) του, ουσιαστικό
η περιουσία
βιρβιρίτσα η, ουσιαστικό
ο σκίουρος
βιργουλουγάου, ρήμα
κόβω τις άχρηστες βέργες από το κλήμα
βιρέμκου του, ουσιαστικό
το λειψό, το ελαττωματικό
βιρισέ του, ουσιαστικό και βιρισέ, επίρρημα
- βερεσέ, η πώληση ή η αγορά με πίστωση, πληθυντικός τα βιρισέδια
- (μεταφορικά) α. δε λαμβάνω σοβαρά υπόψη μου κάτι, στη φράση τ’ ακούω βιρισέ β. χωρίς σοβαρό λόγο, αναίτια, στη φράση τζάμπα κι βιρισέ
βιταλιά η, ουσιαστικό
ψωμί, κουλούρα
βιτούλ(ι) του, ουσιαστικό
χρονιάρικο κατσίκι
βίτσα η, ουσιαστικό
η βέργα
βλάβου, βλάβ’ς, βλάβ’ και βλάφτου, βλάφτ’ς, βλάφτ’, ρήμα
- βλάπτω, προξενώ ζημιά, κακό
- για κάτι που δεν έχει ανεπιθύμητες δυσάρεστες συνέπειες, στη φράση δε βλάβ’
βλάμ’ς ου, ουσιαστικό
πληθ. βλάμηδες και βλαμάδις
παράγαμπρος και πολύ καλός, αδερικός φίλος του γαμπρού, συνώνυμο: μπράτμους ου
βλαστήμια η, ουσιαστικό
η βλασφημία, η εξύβριση των θείων
βλαστμάου, ρήμα
- βλαστημάω, βρίζω τα θεία και τα ιερά
- καταριέμαι, αναθεματίζω
βλαχούλια τα, ουσιαστικό
τα παιδιά της Λυγαριάς που ζούσαν στον οικισμό δυτικά του ξηριά
βλάχους ου, βλάχα η, ουσιαστικό
πληθυντικός βλάχοι, οι νομάδες κτηνοτρόφοι, οι Σαρακατσαναίοι
βλιάζου, ρήμα
- βουλιάζω, βυθίζω, βυθίζομαι
- (μεταφορικά) καταρρέω, καταστρέφομαι
βλουγάου, ρήμα
- ευλογώ
- υπάρχω, π.χ. ιδώ δε βλουγάει ψχη
- (μεταφορικά) φροντίζω πρώτα τον εαυτό μου, στη φράση βλουγάου τα γένια μ’
βλουημένους, -ν(η), -ου, επιθετικοποιημένη μετοχή
ευλογημένος
βλουιά η, ουσιαστικό
η αρρώστια ευλογιά
βλώνου, ρήμα
- κλείνω, φράζω
- (μεταφορικά) εκπληρώνω υποχρεώσεις, ικανοποιώ ανάγκες, στη φράση βλώνου τρύπις
- κλείσε το στόμα σου, μη μιλάς, σώπα, στη φράση βούλουσ’ του
βνια η και σβνια η, ουσιαστικό
κόπρανα μεγάλου ζώου, αλόγου, γαϊδάρου, μουλαριού, βοδιού
βνο του, ουσιαστικό
- βουνό
- (μεταφορικά) για κάποιον που έχει αντιμετωπίσει πολλές δυσκολίες και δεν τον τρομάζει πια ό,τι και αν συμβεί, στη φράση μαθμένα τα βνα απ’ τα χιόνια
βόλ(ι) του, ουσιαστικό
βλήμα πιστολιού, ντουφεκιού
βόμπρας ου, ουσιαστικό
μικρόσωμος, έξυπνος και ζωηρός νέος
βουγκάου, ρήμα
- στενάζω
- βγάζω ήχο όμοιο με βογκητό, αντηχώ
βουδώνου, ρήμα
προλαβαίνω, προφταίνω, συνώνυμα: προυκάνου, σώνου
Eτυμολογία
Προέρχεται από το αρχαίο ρήμα ευοδώ, και έχει παρόμοιες με αυτό σημασίες: εκτελώ με επιτυχία μια εργασία, τη φέρω σε πέρας· ευδοκιμώ, προκόβω· προφταίνω κάποιον· τα καταφέρνω.
βουή η, ουσιαστικό
- η βοή, συνεχής θόρυβος, βουητό
- (μεταφορικά) η συνεχής αναφορά, συζήτηση, σχόλια για ένα πρόσωπο
βουιδόγλωσσα η, ουσιαστικό
- η γλώσσα του βοδιού
- είδος φαγώσιμου χόρτου
βουιδουγλειψιά η, ουσιαστικό
φύτρα μαλλιών, αριστερά ή δεξιά πάνω από το μέτωπο, με αντίθετη φορά από αυτή που έχουν τα άλλα μαλλιά
βουιδούμπας ου, ουσιαστικό
ο ανόητος
βουίζ(ει), ρήμα
παράγεται βούισμα, βουητό, συνώνυμο: βάζ(ει)
βούκ(ι)νου του, ουσιαστικό
- είδος σάλπιγγας από χαλκό ή όστρακο
- (μεταφορικά) για κάτι που είναι ευρέως γνωστό, αν και θεωρείται μυστικό, στη φράση ου κόσμους το ’χει βούκινου κι ιμείς κρυφό καμάρ’
Ετυμολογία
αρχαίο βυκάνη………
βουλά η, ουσιαστικό
φορά, π.χ. νια βουλά είνι/ε η λι/εβιντιά και νια βουλά είν’ τα νιάτα
βούλα η, ουσιαστικό
- η σφραγίδα και το σχήμα που αυτή αποτυπώνει
- (μεταφορικά) για κάτι που είναι πιστοποιημένα καλής ποιότητας
- λακκάκι που σχηματίζεται στο μάγουλο όταν κάποιος γελάει ή χαμογελάει
βουλεί, ρήμα απρόσωπο
βολεύει, εξυπηρετεί, ευκαιρώ, π.χ. τ’ (μ)Πέφτη δε μ’ βουλεί
βουλεύου, βουλεύουμι, ρήμα
- τακτοποιώ, διευθετώ
- στο γ΄ πρόσωπο, βουλεύ(ει), εξυπηρετεί, παρέχει ευκολία, άνεση
- ταχτοποιούμαι κυρίως οικονομικά, περνάω καλά, π.χ. διουρίσκι κι βουλεύκι
- (ως απειλή) θα σου κάνω κακό, στη φράση θα σι βουλέψου…
βουλή η, ουσιαστικό
θέληση
βουλιώμι, ρήμα
θέλω, σχεδιάζω
βουλουδέρνου, ρήμα
τριγυρίζω σε ένα μέρος, γυροφέρνω, περιπλανιέμαι
βούλουμα του, ουσιαστικό
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του βουλώνω
- το πώμα
βούλουμι, ρήμα
προτίθεμαι, έχω σκοπό
βουμπίρκου του, ουσιαστικό
παιδί έξυπνο και ζωηρό, που κάνει αταξίες
βουρ, επιφώνημα
για να δηλωθεί γρήγορη δράση, ενέργεια, κίνηση
βουργάρα η, ουσιαστικό
ο μελισσοφάγος, είδος πουλιού
βουργιάου, ρήμα
(λέγεται κυρίως για θηλυκά ζώα) εκδηλώνω έντονη επιθυμία για ζευγάρωμα
βούρδ(ου)λας ου, ουσιαστικό
- βέργα, βίτσα
- μαστίγιο
- ξυλοδαρμός, δάρσιμο, στη φράση πέφτ’ βούρδ(ου)λας
βουρδουλιάζω, ρήμα
γεμίζω σπυριά, εξανθήματα, παρόμοια με τα σημάδια που αφήνει το χτύπημα με βούρδουλα
βουρλαμάρα και βούρλα η, ουσιαστικό
τρέλα
βουρλίζουμι, ρήμα
γίνομαι έξαλλος, συμπεριφέρομαι σαν τρελός, τρελαίνομαι
βούρλου του, ουσιαστικό
- φυτό που αναπτύσσεται σε βαλτότοπο, με τα φύλλα του οποίου κατασκευάζονται σχοινιά, ψάθες, καλάθια κτλ
- που έχει βούρλα, βουρλαμάρα, ανόητος, βλάκας
βουσκάου, ρήμα
- (για φυτοφάγα ζώα) αναζητώ, τρώω την τροφή μου, τρέφομαι
- (μεταφορικά) α. δεν είμαι ζώο, δεν είμαι ανόητος, στη φράση δε βουσκάου β. περιπλανιέμαι, περιφέρομαι άσκοπα εδώ κι εκεί, π.χ. πού βόσκαγις τόσις μέρις;
βουσκή η, ουσιαστικό
- βοσκή, αυτοφυή χόρτα που φυτρώνουν σε ακαλλιέργητους συνήθως τόπους και χρησιμεύουν ως τροφή ζώων
- ο τόπος όπου φυτρώνουν χόρτα κατάλληλα για τροφή ζώων, βοσκοτόπι
- το βόσκημα, π.χ. βγήκαν τα πρότα για βουσκή
βουστίνα η, ουσιαστικό
είδος ξινοτυριού
βουτανίζου, ρήμα
καθαρίζω από τα ζιζάνια την καλλιεργημένη γη, ξεβοτανίζω, ξεχορταριάζω
βούτ(υ)ρου του και βούτ(υ)ρους ου, ουσιαστικό
- το βούτυρο
- (μεταφορικά) ενίσχυση της θέσης κάποιου, στη φράση βούτυρου στου ψουμί τ’
βράδ’ του, ουσιαστικό
το βράδι
βραδιάζου, βραδιάζουμι, ρήμα
- (απρόσωπο) βραδιάζ(ει) έρχεται η νύχτα, νυχτώνει
- με βρίσκει, με παίρνει η νύχτα
- διανυχτερεύω
βράζου, ρήμα
- βράζω
- μαγειρεύω, π.χ. βράζου φασούλια
- βρίσκομαι σε κατάσταση ζύμωσης, π.χ. ου μούστους βράζ(ει)
- (μεταφορικά) α. βρίσκομαι σε μεγάλη ένταση, είμαι πολύ θυμωμένος, π.χ. φαίνι/ετι ήριμους, αλλά απού μέσα τ’ βράζ(ει) β. είμαι πολύ ζεστός, έχω υψηλή θερμοκρασία, π.χ. του σπίτ’ βράζ(ει)
βραϊά η, ουσιαστικό
- τμήμα γης που σπέρνεται
- σειρά από φυτεμένα φυτά ίδιου είδους
βρακουζών(ι) του και βρακουζώνα η, ουσιαστικό
- ζώνη, συνήθως σκοινί ή κορδόνι, που συγκρατούσε το βρακί γύρω από τη μέση
- αντρικό εσώρουχο με μπατζάκια
βρακώνου, βρακώνουμι, ρήμα
φοράω βρακί
βράσ(η) η, ουσιαστικό
- το βράσιμο
- (μεταφορικά) καθετί πρέπει να γίνεται στην κατάλληλη στιγμή, στη φράση στη βράσ(η) κουλλάει του σίδιρου
βρασ(ι)ά η, ουσιαστικό
ποσότητα τροφίμων για μία μαγειρεψιά
βρέχου, βρέχουμι, ρήμα
- ραντίζω, μουσκεύω
- (απρόσωπο) βρέχ(ει), πέφτει βροχή
- (μεταφορικά) α. ντροπιασμένος, στη φράση σα βριγμέν(η) γάτα β. θα σε δείρω, στη φράση θα σ’ τς βρέξου γ. ό,τι θέλει ας γίνει, στη φράση ό,τ’ βρέξει ας κατιβάσει δ. οπωσδήποτε, στη φράση βρέξ’, χιουνίσ(ει) ε. για αδιαφορία ή έλλειψη κατανόησης, στη φράση πέρα βρέχ(ει) στ. όποιος έχει πάθει κάποιο κακό, συμφορά, ατύχημα, δε φοβάται από κάτι παρόμοιο, στη φράση ου βριγμένους τη βρουχή δε ντη φουβάτι
βρικουλακιάζου ρήμα
(μεταφορικά) μένω ξάγρυπνος, δεν κοιμάμαι, παρά την προχωρημένη νύχτα, την ώρα δηλαδή που βγαίνουν, σύμφωνα με τη λαϊκή αντίληψη, οι βρικόλακες
βρίσκου, βρίσκουμι, ρήμα
- ανακαλύπτω κάτι που έψαχνα, που αναζητούσα, π.χ. του βρήκα στου συρτάρ’
- έχω κάτι από παράδοση ή αποκτώ κάτι με κληρονομιά, π.χ. αυτά τα βρήκα απ’ του (μ)πατέρα μ’
- (μεταφορικά) α. συναντώ, πετυχαίνω κάποιον ή κάτι, π.χ. τυχαία τουν βρήκα στου δρόμου ή η πέτρα τουν βρήκι στου κιφάλ(ι) β. συνεννοούμαι, συμφιλιώνομαι, συμφωνώ, στη φράση τα βρήκαμι γ. περνάω καλά, στη φράση τη βρίσκου
βρισκούμινου του, ουσιαστικό
ό,τι υπάρχει, το διαθέσιμο
βριτίκια τα, ουσιαστικό
τα εύρετρα
βρόμη, ουσιαστικό
δημητριακό που χρησιμοποιείται ως ζωοτροφή
βρόντους ου, ουσιαστικό
- κρότος, κτύπος, θόρυβος κρούσης
- (μεταφορικά) μάταια, άσκοπα, στα χαμένα, στη φράση στου βρόντου
βρουμάου, ρήμα
- (μεταβατικό) κάνω κάτι βρόμικο, λερώνω
- (αμετάβατο) μυρίζω άσχημα
- (μεταφορικά) α. για καταστάσεις, υποθέσεις, υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι πίσω τους κρύβεται απάτη, ηθική σήψη, ανηθικότητα, διαφθορά, π.χ. του πράμα βρουμάει απού μακριά β. η διαφθορά, η ανηθικότητα, η ακολασία ξεκινούν από τους υψηλά ισταμένους, τους ηγέτες, στη φράση απ’ του κιφάλ(ι) βρουμάει του ψάρ’ γ. διαγράφεται κίνδυνος, προμηνύεται φασαρία, στη φράση βρουμάει μπαρούτ’
βρουμούσα η, ουσιαστικό
έντομο που μυρίζει άσχημα, που βρομάει
βρουνταλιδάκια τα, ουσιαστικό
παιχνίδια μωρού που κάνουν θόρυβο
βρουντάου, ρήμα
- (μεταβατικό) χτυπώ, π.χ. βρουντάου τ’ (μ)πόρτα
- (αμετάβατο) κάνω θόρυβο, π.χ. μη βρουντάς, θα ξυπνήσ(ει) του πιδί
- κάνω κρότο, μπουμπουνίζω, π.χ. βρουντάει κι αστράφτ’ ου ουρανός
- (μεταφορικά) α. τα παράτησε όλα και έφυγε, εξαφανίστηκε, στη φράση τα βρόντξι ούλα κι έφκ(ι) β. θύμωσε πολύ, στη φράση άστραψι και βρόντ’σι
βρουντή η, ουσιαστικό
κεραυνός
βρουχή η, ουσιαστικό
- η βροχή, πληθυντικός βρουχές και βρουχάδις
- (μεταφορικά) α. για μεγάλη ποσότητα, συχνότητα, π.χ. τα δάκρυα κύλαγαν βρουχή β. όποιος έχει πάθει κάποιο μεγάλο κακό δε φοβάται από κάτι παρόμοιο ίσης ή μικρότερης έκτασης, στη φράση ου βριμένους τη βρουχή δε (ντ)η φουβάτι
βτάου, ρήμα
- (μεταβατικό) βουτάω κάτι, το αρπάζω, το κλέβω, π.χ. του βούτξι
- βυθίζω κάτι μέσα σε υγρό, π.χ. βτάου του ψουμί στου λάδ’.
- (αμετάβατο) ρίχνομαι, πέφτω π.χ. βούτ’σα στο νι/ερό
βύσσ(ι)νου του, ουσιαστικό
- το βύσσινο
- (μεταφορικά) λέγεται για απόρριψη ασύμφορης πρότασης, στη φράση να λείπ’ του βύσσ(ι)νου
Γ
γαβάθα η, ουσιαστικό
βαθουλό τσίγκινο ή και πήλινο σκεύος
γάιδαρους ου, γαϊδούρα η και γαϊδούρ’ του, ουσιαστικό
- ο γάιδαρος
- (μεταφορικά) άνθρωπος αγενής, αχάριστος
γαϊδουρεύου, ρήμα
φέρομαι με τρόπο αδιάφορο, αγενή και αχάριστο
γαϊδουρνός, -ή, -ό, επίθετο
- που προέρχεται από γάιδαρο
- που ταιριάζει σε γάιδαρο, π.χ. γαϊδουρνή υπουμουνή
γαϊτάνι του, ουσιαστικό
- λεπτό κορδόνι χρήσιμο στη διακόσμηση ενδυμάτων
- (μεταφορικά) για ενοχλητική επανάληψη του ίδιου πράγματος, στη φράση του πάει σκνι γαϊτάν(ι)
γαϊτανοφρυδούσα η, ουσιαστικό
γυναίκα με ωραία λεπτά φρύδια
γαλαζ(ι)άζου, ρήμα
μελανιάζω, κυρίως στο πρόσωπο, από κρύο, δαρμό ή από το κλάμα
γαλάζ(ι)ους, -α, -ου, επίθετο
μελανός, σκούρος μπλε
γαλαζόπετρα η, ουσιαστικό
διάλυμα θειικού χαλκού για το ράντισμα των αμπελιών κατά του περονόσπορου
γαλανή η, ουσιαστικό
γαλανομάτα, π.χ. τι να σι κάνου γαλανή να γίνεις μαυρουμάτα
γαλαρία η, ουσιαστικό
το τούνελ, η σήραγγα
γαλάρια τα, ουσιαστικό
τα ζώα που γέννησαν και έχουν γάλα, αντώνυμο: στέρφα
γαλατένιους, -α, -ο, επίθετο
αυτός που έχει χρώμα σαν το γάλα
γαλάτ(η), -ου, επίθετο
που δίνει πολύ γάλα
γαλατόπτα η, ουσιαστικό
γλυκιά πίτα φτιαγμένη με γάλα
γαλατσίδα η, ουσιαστικό
φυτό που μόλις κοπεί βγάζει γαλακτώδη χυμό
γαλαχτιρή, -ό, επίθετο
που δίνει γάλα
γαλί του, ουσιαστικό
η γαλοπούλα
γαλιάντρα η, ουσιαστικό
- μικρό ωδικό πουλί με επίμονο και συνεχές κελάηδημα
- (μεταφορικά) φλύαρη γυναίκα
γαλίκ(ι) του, ουσιαστικό
μεγάλο καλάθι πλεγμένο με λυγαριές, κοφίνι
γαλότσα η, ουσιαστικό
μπότα από καουτσούκ
γαλουτύρ’ του, ουσιαστικό
γαλακτοκομικό προϊόν
γάμους ου, ουσιαστικό
- ο γάμος
- (μεταφορικά) α. αφήνω κάτι πολύ σημαντικό για κάτι δευτερεύον, στη φράση αφήνου του γάμου κι πάου για πουρνάρια β. γι΄ αυτούς που λένε κάτι αταίριαστο και άκαιρο, στη φράση πάρ’ τουν στου γάμου σ’ να σ’ πει κι τ’ χρόν’!
γαμούτου του, άκλιτο ουσιαστικό
το φιλότιμο, η αξιοπρέπεια, ο εγωισμός
γαμούτου, επιφώνημα
λέγεται για να εκφραστεί δυσαρέσκεια, αγανάκτηση ή παράπονο
γαμπρός ου, ουσιαστικό
- ο άντρας που πρόκειται να παντρευτεί ή που μόλις παντρεύτηκε
- ο αρραβωνιαστικός
- αυτός που βρίσκεται σε ηλικία γάμου
γαμπρουλιάς ου, ουσιαστικό
με οικειότητα, χαϊδευτικά ο γαμπρός
γαμπρουλουιώμι και γαμπρουλουιέμι, ρήμα
εκδηλώνω το ενδιαφέρον μου για το άλλο φύλο, φέρομαι σαν υποψήφιος γαμπρός
γάνα η, ουσιαστικό
η καρβούνα στα μαγειρικά σκεύη η οποία προέρχεται από την τοποθέτησή τους στη φωτιά
γανουματής και γανουτής και γανουματζής ου, ουσιαστικό
ο επαγγελματίας που γανώνει μεταλλικά, χάλκινα κυρίως, σκεύη, συνώνυμο: καλα(ν)τζής
γανώματα τα, ουσιαστικό
τα χάλκινα σκεύη
γανώνου, ρήμα
- επαλείφω με κασσίτερο χάλκινα σκεύη, τα χαλκώματα, τα στιλβώνω
- ζαλίζω κάποιον, στη φράση μας γανών(ει) του μυαλό
Ετυμολογία
Προέρχεται από το αρχαίο γανόω, -ώ: αστράφτω, λάμπω.
γαρδαβίτσα η, ουσιαστικό
πάθηση του δέρματος που μοιάζει με σπυρί, η μυρμηγκιά, η κρεατοελιά
γαρδούμπα η, ουσιαστικό
κομμάτια από εντόσθια τυλιγμένα με άντερο
γαριάζου, ρήμα
ρυπαίνω, αλλάζω χρώμα στην πλύση, π.χ. τα ρούχα γάριασαν
γάρους ου, ουσιαστικό
ο γάρος, η άρμη
γάστρα η, ουσιαστικό
σιδερένιο θολωτό σκέπασμα, όπου ψήνονταν το ψωμί, ορισμένα φαγητά και ολόκληρα αρνιά ή κατσίκια
γατσ(ι)ασμένους, -ν(η), -ου, επίθετο
κακόμοιρος
γατσ(ι)όμαλλα τα, ουσιαστικό
αραιά και μικρά μαλλιά, μικρές τρίχες, χνούδια στον σβέρκο
γατσ(ι)ούν(ι) και γατσ(ι)όπλου του, ουσιαστικό
το μικρό γατάκι
γδαρματιά η, ουσιαστικό
επιπόλαιος τραυματισμός της επιδερμίδας, γρατζουνιά, αμυχή, συνώνυμο: ξιγάλ(ι)σμα
γδέρνου, ρήμα
- αφαιρώ, βγάζω το δέρμα από ένα σκοτωμένο ζώο
- προκαλώ αμυχές στο δέρμα, γρατζουνάω
- (μεταφορικά) αποσπώ χρήματα βάζοντας υπερβολικές τιμές
γδι του, ουσιαστικό
το γουδί
γδικιώμι, ρήμα
εκδικιέμαι
γδύνου, γδύνουμι, ρήμα
βγάζω τα ρούχα, προστακτική αιρίστου γδύσ’
γδυτός, -ή, -ό, επίθετο
που δε φοράει ρούχα ή φοράει λίγα ρούχα
γεια η, επιφώνημα ευχετικό
να έχεις ή να έχετε υγεία, κυρίως σε τυποποιημένες εκφράσεις γειά σου, γεια σας, γεια χαρά, με γεια σ’
γειτουνεύου και γειτουνιάζου ρήμα
- είμαι γείτονας με κάποιον
- επισκέπτομαι γείτονα και περνώ την ώρα μου κουβεντιάζοντας μαζί του
γέρα τα, ουσιαστικό
το γήρας, τα γηρατειά
γέρκους, -κ(η), -κου, επίθετο
που έχει πολύ μεγάλη ηλικία, κυρίως για ζώα ή για πράγματα
γέρνου, ρήμα
- κλίνω προς μια μεριά
- δείχνω προτίμηση σε κάτι, αλλά όχι ξεκάθαρα
- κοιμάμαι, αόριστος έγειρα, π.χ. έγειρα λίγο, συνώνυμο: πλαϊάζου
- (για τον ήλιο) δύω
γέρους ου, γριά η, ουσιαστικά
- ο ηλικιωμένος άντρας, η ηλικωμένη γυναίκα
- οι γονείς, στη φράση οι γέρ’ μ’
γεύουμι, ρήμα
ταλαιπωρούμαι, βασανίζομαι, συνώνυμο: πιδεύουμιύ
γέφυρα η και γιουφύρ’ του, ουσιαστικό
η γέφυρα
γης η, ουσιαστικό
η γη
για, σύνδεσμος
ή, π.χ. για ζούμι για πιθαίνουμι
για ταύτου, επιρρηματική έκφραση
γι’ αυτόν τον λόγο
γιαίνου, ρήμα
υγιαίνω, συνήθως σε υποτακτική αορίστου να γιάνου, να γίνω καλά
γιακί του, ουσιαστικό
αλοιφή από σαπούνι, ασπράδι αβγού και ούζο
γιατάκ(ι) του, ουσιαστικό
- το κρεβάτι και συνεκδοχικά το οίκημα, όπου μένει κάποιος
- κατάλυμα, καταφύγιο, λημέρι
- φωλιά λαγού
γιαχνί του και γιαχνιστό του, ουσιαστικά
φαγητό μαγειρεμένο χωρίς πολύ νερό
γίδ’ του, ουσιαστικό
- το γίδι, η κατσίκα
- (μεταφορικά) βλάκας, άβουλος, π.χ. ντιπ γίδ’ είσι;
Ετυμολογία
Προέρχεται από το αρχαίο αιγίδιον, υποκοριστικό της λέξης αιξ γεν. αιγός: κατσίκα
γ(ι)δάρς ου, ουσιαστικό
αυτός που φυλάει, που βοσκάει γίδια, ο γιδοβοσκός, πληθυντικός γ(ι)δαραίοι
γ(ι)δίσιους, -α, -ου και γίδ(ι)νους, -ν(η), -ου, επίθετο
που προέρχεται από γίδα
γ(ι)δουπρόβατα τα, ουσιαστικό
τα γιδοπρόβατα
γιε μ’, επιφώνημα
λέγεται ως προσφώνηση οικειότητας, κυρίως από ηλικιωμένο προς νέο, π.χ. τι λες, γιε μ’
γιένουμι και γίνουμι, ρήμα
- γίνομαι, αόριστος γίν(η)κα ή γίγκα και έγινα
- γεννιέμαι
- συμβαίνει, τι γίνι/ετι ικί πέρα;
- ετοιμάζεται, π.χ. του φαΐ γίνι/ετι
- τι κάνετε, πώς είστε, στην ερώτηση τι γίνι/εστι;
- ωριμάζω, το ώριμο στη μετοχή γινουμένου, π.χ. τα γινουμένα φρούτα
- θα γίνουμε ξένοι, εχθροί, στη φράση θα γίνουμι από δυο χουριά (χουριάτις)
- ρεζιλεύομαι, στη φράση γίνουμι μύθους
γιεύουμι, ρήμα
ταλαιπωρούμαι, παιδεύομαι, βασανίζομαι
γίκους ου, ουσιαστικό
τα χοντρά ρούχα του σπιτιού τα οποία διπλωμένα και τακτοποιημένα τοποθετούνται πάνω σε μια ξύλινη βάση το ένα πάνω στ΄ άλλο
γιλάδ’ του, ουσιαστικό
- το γελάδι, το βόδι
- ανόητος, συνώνυμο: μ’σκάρ’
γιλάδα η, ουσιαστικό
η αγελάδα
γιλαδάρς ου, ουσιαστικό
βοσκός αγελάδων
γιλαδκό του, ουσιαστικό
που έχει συμπεριφορά γελαδιού, απροσάρμοστος
γιλάου, γιλιέμι, ρήμα
- γελώ, π.χ. γιλάου μι τα καμώματα τ’
- κοροϊδεύω, π.χ. μ’ αυτά τα ρούχα π’ φουράς θα σι γιλάει ούλου του χουριό
- ξεγελώ, εξαπατώ, π.χ. μη λες ψέματα, ιμένα δε μι γιλάς!
γιλέκ(ι) του, ουσιαστικό
αμάνικος επενδύτης απο χοντρό μάλλινο ύφασμα, διακοσμείται με κόκκινο ρέλι
γιμάρα η, ουσιαστικό
ταλαιπωρία, κούραση, συνώνυμο: πιδιψίλα
Γινάρς ου, ουσιαστικό
ο Ιανουάριος
γ(ι)νάτ’ και ινάτ του, ουσιαστικό
- το πείσμα
- το τυφλό πείσμα οδηγεί σε δυσάρεστες καταστάσεις, στην παροιμία του γ(ι)νάτ’ βγάν(ει) μάτ’
γιννήματα τα, ουσιαστικό
τα δημητριακά, σιτάρι και κριθάρι
γινν(η)τούρια τα, ουσιαστικό
η γέννηση του παιδιού
γιννιέμι, ρήμα
γεννιέμαι
γινν(ι)τάτους, -τ(η), -ου, επίθετο
γεννημένος έτσι όπως είναι, εκ γενετής
γιννουβουλάου, ρήμα
γεννώ συνέχεια και πολλά παιδιά
γιόκας ου, ουσιαστικό
(χαϊδευτικά) ο γιος
γιόμα του, ουσιαστικό
- το γεύμα, το μεσημεριανό φαγητό
- μεσημέρι
γιόμισ(η) η, ουσιαστικό
η γέμιση του φεγγαριού
γιουματάρ’ του, ουσιαστικό
κρασί που προέρχεται από βαρέλι που μόλις ανοίχτηκε και κατ’ επέκταση το βαρέλι που περιέχει τέτοιο κρασί
γιουματίζου, ρήμα
τρώω μεσημεριανό
γιουμάτους, -τ(η), -ου, επίθετο
γεμάτος
γιουματούτσκους, -κ(η), -ου, επίθετο
ευτραφής
γιουμώνου, ρήμα
γεμίζω, αόριστος γιούμουσα, γιόμουσα και γιόμ’σα π.χ. γιόμ’σα του βαρέλ(ι) κρασί
γιούργια η, ουσιαστικό
- έφοδος
- (επιφώνημα) προτρεπτικό για έφοδο ή ενθαρρυντικό για κάποια ομαδική προσπάθεια· απάνω τους, εμπρός
γιουρντάν(ι) του, ουσιαστικό
περιδέραιο, κολιέ από χρυσά ή ασημένια φλουριά
γιουρούκ(ι) του, ουσιαστικό
άνθρωπος αγροίκος, άξεστος, απολίτιστος, ακοινώνητος
γιουρούσ(ι) του, ουσιαστικό
έφοδος, επίθεση
γιούρτ’ του, ουσιαστικό
ο κήπος, το χωράφι γύρω από το σπίτι
γιουρτάου, ρήμα
ορμάω, ρίχνομαι, αόριστος γιούρτ’σα
γιουρτή η, ουσιαστικό
η γιορτή, πληθυντικός γιουρτές και γιουρτάδις
γιρακουμύτ’ς ου, ουσιασικό
αυτός που έχει γαμψή μύτη, σαν του γερακιού
γιρεύου, ρήμα
γίνομαι πάλι υγιής, γίνομαι καλά
γιρόντ’ του, ουσιαστικό
ο γέρος άνθρωπος, πληθυντικός γιρόντια, οι γέροι γονείς
Ετυμολογία
Προέρχεται από το αρχαίο γέρων > γερόντιον (υποκοριστικό) > γερόντι > γιρόντ’.
γιρός, -ή, -ό, επίθετο
- υγιής
- δυνατός
γιρουκουμάου, ρήμα
περιποιούμαι κάποιον στα γεράματά του
γιρουκούσ(ι)αλου του, ουσιαστικό
υπέργηρος
γιρουντουκόρ’ η, ουσιαστικό
γυναίκα προχωρημένης ηλικίας που έμεινε ανύπαντρη
γιρουντουπαίδ’ του, ουσιαστικό
στερνοπαίδι
γκαβάδ’ του, ουσιαστικό
- το στραβάδι, ο στραβός, ο τυφλός
- (μεταφορικά) βλάκας
γκαβάνας ου, ουσιαστικό
θεόστραβος
γκαβός, -ιά, -ό, επίθετο
τυφλός, συνώνυμο: στραβός
γκαβούλιακας ου, ουσιαστικό
τυφλός, θεόστραβος
γκαβουμάρα η, ουσιαστικό
στραβωμάρα, τύφλα
γκαβώνω, γκαβώνουμι, ρήμα
τυφλώνω, χάνω το φως μου, δε βλέπω, π.χ. μι γκάβουσι ου ήλιους
γκαζουντινι/εκές ου, ουσιαστικό
τενεκές από λαμαρίνα
γκαϊδίζου, ρήμα
- αλληθωρίζω, λοξοκοιτάω
- έχω κρυφή συμπάθεια, ενδιαφέρον για κάποιον ή κάτι
γκαϊδός, -ή -ό, επίθετο
αλλήθωρος
γκαλακότσ(ι)α, επίρρημα
καβάλα στους ώμους
γκαλιαμάνα η, ουσιαστικό
αποδημητικό πουλί
Γκαμήλα η, ουσιαστικό
τοπωνύμιο στην περιοχή Λυγαριάς
γκανιάζου, ρήμα
- στενοχωριέμαι πολύ, βαλαντώνω, σκάω, π.χ. του πιδί γκάνιαξι στου κλάμα
- διψάω πολύ
γκαραβέλ(ι) του, ουσιαστικό
πουλί με σκουρόχρωμα φτερά
γκαρδαμώνου, ρήμα
αμετάβατο, ανακτώ τις δυνάμεις μου, δυναμώνω, μετοχή γκαρδαμουμένους δυνατός
γκαρδιακός, -ιά, -ό, επίθετο
πολύ στενός και αγαπημένος, επιστήθιος φίλος
γκαρδιώνου, ρήμα
εγκαρδιώνω, εμψυχώνω
γκαρίζου, ρήμα
- λέγεται για τον γάιδαρο, όταν βγάζει τη χαρακτηριστική του φωνή
- (μεταφορικά) φωνάζω δυνατά και ενοχλητικά, τραγουδώ δυνατά και παράφωνα, π.χ. τι γκαρίζ(ει)ς, μουρέ;
γκαρίλα η, ουσιαστικό
(μεταφορικά) δυνατό κλάμα
γκαρξ(ι)ά η, ουσιαστικό
το γκάρισμα
γκαρσιλαμάς ου, ουσιαστικό
- χορός αντικρυστός
- (μεταφορικά) θα υποβάλω κάποιον σε ταλαιπωρία, θα τον βασανίσω, στη φράση θα τουν χουρέψου γκαρσιλαμά
γκασμάς ου, ουσιαστικό
εργαλείο για σκάψιμο σε σκληρό έδαφος
γκαστριά η, ουσιαστικό
η εγκυμοσύνη
γκαστρουλου(γ)ιέμι, ρήμα
παρουσιάζω σημάδια εγκυμοσύνης, κάνω προσπάθειες να μείνω έγκυος
γκαστρώνου και αγγαστρώνου, γκαστρώνουμι, ρήμα
- αφήνω κάποια έγκυο, μετοχή, γκαστρουμέν(η),
- (μεταφορικά), εξαντλώ την υπομονή κάποιου, στη φράση μας γκάστρουσις
Ετυμολογία
Προέρχεται από το εγγαστρώνω < εν + γαστήρ: κοιλιά.
γκάφα η, ουσιαστικό
άστοχη ενέργεια που γίνεται από άγνοια ή από επιπολαιότητα και έχει συνήθως δυσάρεστες συνέπειες
γκέκας ου, ουσιαστικό
- άξεστος, αμόρφωτος
- όνομα σκύλου
γκέλα η, ουσιαστικό
βγαίνω από τον σωστό δρόμο, λοξοδρομώ, στη φράση κάνου γκέλι/ες
γκζάνας ου, ουσιαστικό
ισχυρογνώμονας, πεισματάρης, κεφάλι αγύριστο, ξεροκέφαλος, π.χ. άκου κι κανέναν άλλου, μην είσι ντιπ γκζάνας
γκιάξμου του, ουσιαστικό
άγγιγμα
γκιέμ’ του, ουσιαστικό
- το χαλινάρι, πληθυντικός γκέμια
- (μεταφορικά) περιορίζω τις ελευθερίες κάποιου, στη φράση σφίγγου τα γκέμια
γκιζιράου, ρήμα
τριγυρνώ, πηγαίνω σε διάφορα μέρη, επισκέπτομαι τόπους, π.χ. σύρι, γκιζέρα, μάτια μ’, του ντουνιά συνώνυμο: γυρνάου
γκιζιρ(ι)σμός ου, ουσιαστικό
περιδιάβαση
γκίνια η, ουσιαστικό
κακοτυχία
γκιόλι του, ουσιαστικό
λιμνούλα
γκιόν(η)ς ου, ουσιαστικό
νυχτοπούλι που ανήκει στην ίδια οικογένεια με την κουκουβάγια
γκιόσα η, ουσιαστικό
- γίδα με καστανωπό, κυρίως, τρίχωμα
- γίδα ή προβατίνα μεγάλης ηλικίας, που δε γεννά πλέον
- (μεταφορικά) γυναίκα γερασμένη, κακοφτειαγμένη και στριμμένη
γκιουλιάζου, ρήμα
λέγεται για το νερό που μαζεύεται λόγω αναχώματος σε ένα κοίλωμα, σε μια γούρνα, λιμνάζω
γκισέμ’ του, ουσιαστικό
τράγος ή κριάρι μεγαλόσωμο, οδηγός του κοπαδιού που φέρει το μεγαλύτερο κουδούνι
γκλάβα η, ουσιαστικό
το κεφάλι, (συνεκδοχικά) το μυαλό, π.χ. κάν(ει) ό,τι λέει η γκλάβα τ’ ή κόβ’ η γκλάβα τ’
γκλαβανή η, ουσιαστικό
ξύλινο πορτάκι στο ξύλινο δάπεδο, που οδηγεί στο κατώι
γκλίτσα και αγκλίτσα η, ουσιαστικό
λεπτό κυλινδρικό ξύλο, με κυρτή σκαλιστή λαβή στο πάνω μέρος, που το κρατούν οι τσοπάνηδες
Ετυμολογία
Προέρχεται από το αγκύλος (λόγω του σχήματος που έχει η λαβή της γκλίτσας)
> αγκυλίτσα (υποκοριστικό) > αγκλίτσα > γκλίτσα.
γκλιτσ(ι)ά και αγκλιτ(σ)ιά η, ουσιαστικό
χτύπημα με την γκλίτσα
γκόλφ’ του, ουσιαστικό
εγκόλπιο, το φυλαχτό
γκόρτσου του, ουσιαστικό
ο καρπός της γκορτσιάς, της άγριας αχλαδιάς
γκουβαρντάς ου, ουσιαστικό
γενναιόδωρος, ανοιχτοχέρης
γκουμούτσα ή κουμούτσα, η κουμούτσι, του
- μεγάλο, χοντροκομμένο και άκομψο αντικείμενο
- (μεταφορικά) μεγαλόσωμος, χοντροκομμένος και άκομψος άνθρωπος
γκουρλουμάτ’ς ου, ουσιαστικό
αυτός που έχει μάτια τα οποία προεξέχουν από τις κόγχες τους
γκουρλώνω και γκυρλώνου, ρήμα
- γουρλώνω, ανοίγω διάπλατα τα μάτια από έκπληξη, φόβο, θυμό ή οργή
- (μεταφορικά) πεθαίνω, στη φράση τα γκούρλουσι
γκουρτσ(ι)ά η, ουσιαστικό
η άγρια αχλαδιά
γκούσ(ι)α η, ουσιαστικό
- ο πρόλοβος της κότας
- η βρογχοκήλη των προβάτων
γκουστέρα η, ουσιαστικό
σαύρα
γκράνας ου, ουσιαστικό
ξεροκέφαλος, ανόητος
γκρας ου, ουσιαστικό
είδος παλιού ντουφεκιού
γκριμάου, ρήμα
- ρίχνω στον γκρεμό
- ρίχνω κάτω, στο έδαφος
γκριμός ου, ουσιαστικό
- βάραθρο, χαράδρα
- (μεταφορικά) α. η καταστροφή, π.χ. τραβάει για του γκριμό β. για αδιέξοδη κατάσταση, στη φράση μπρος γκριμός κι πίσου ρέμα
γκριμουτσακίδια τα, ουσιαστικό
το μέρος όπου μπορεί κανείς να γκρεμιστεί
γκριμουτσακίζουμι, ρήμα
πέφτω και χτυπώ, αόριστος γκριμουτσακίσκα
γκ’σουμανάου, ρήμα
αναπνέω με δυσκολία
γλαρώνου, ρήμα
- με πιάνει υπνηλία, κλείνουν τα μάτια μου από τη νύστα
- έχω βλέμμα γλαρό από θαυμασμό ή από ηδυπάθεια
Ετυμολογία
Προέρχεται από το αρχαίο ιλαρός: χαρούμενος
γλέντ’ του, ουσιαστικό
διασκέδαση
γλέπου, ρήμα
βλέπω
γλι/εντάου, ρήμα
γλεντώ, διασκεδάζω
γλι/εντζές ου, ουσιαστικό
αυτός που αγαπά τα γλέντια
γλι/εντουκουπάου, ρήμα
γλεντάω υπερβολικά
γλίνα η, ουσιαστικό
χοιρινό λίπος
Ετυμολογία
Προέρχεται από το γλίνη < από θέμα gli, μηδενισμένη βαθμίδα του Ινδοευρωπαυκού gel-,: κολλώ, κολλώδης, γλοιώδης.
γλίστρα η, ουσιαστικό
γλιστερό έδαφος
γλιστράου, ρήμα
ολισθαίνω
γλίτσα η, ουσιαστικό
- στρώμα λιπαρής βρομιάς
- λεπτό στρώμα λάσπης
- ολισθηρότητα
γλουσσίδ’ του, ουσιαστικό
το κινητό μεταλλικό στέλεχος κουδουνιού, καμπάνας, που με τις ταλαντώσεις του παράγει ήχο
γλουσσουκουπάνας ου, γλουσσουκουπάνα η, ουσιαστικό
πολυλογάς, φλύαρος
γλυκάδια τα, ουσιαστικό
αδένες κάτω από το λαιμό του ζώου
γλυκοχαράζ(ει), γλυκοχαράζουν, ρήμα
μόλις αρχίζει να ξημερώνει, π.χ. γλυκοχαράζουν τα βουνά
γλυκοχάραμα του, ουσιαστικό
η ώρα που χαράζει, που αχνοφαίνεται μέρα, το λυκαυγές
γλυτώνου, ρήμα
1. (μεταβατικό) απαλλάσσω, σώζω κάποιον, π.χ. μι γλύτουσι απού πολλούς μπιλάδις
(αμετάβατο) αποφεύγω κίνδυνο, σώζομαι, π.χ. γλύτουσα απ’ τ’ χαρ’ τα δόντια
γμάρ’ του, γμάρα η, ουσιαστικό
- το γομάρι, ο γάιδαρος
- (μεταφορικά) άνθρωπος αναίσθητος, ασυνείδητος, ασυνεπής
Ετυμολογία
Προέρχεται από το γομάριον, υποκοριστικό του αρχαίου γόμος: φορτίο
γμαρκό του, ουσιαστικό
το γαϊδούρι
γμαρνά, επίρρημα
γιαϊδουρινά
γμαρουπούλ(ι) του, ουσιαστικό
το μικρό γαϊδουράκι
γνέθου, ρήμα
φτιάχνω νήμα από μαλλί
γνέμα του, ουσιαστικό
το νήμα
γνουμκός, -ιά, -ό, επίθετο
μυαλωμένος, συνετός
γνώμ(η) η, ουσιαστικό
ο νους, το μυαλό
γνώρους ου και γνώρα η, ουσιαστικό
- γνωριμία
- αναγνώριση
γόνα το, ουσιαστικό
το γόνατο, π.χ. χιόν(ι) ως του γόνα
γούβα η, ουσιαστικό
μικρό κοίλωμα, λακκούβα με νερό
γουλί, επίρρημα
για κεφάλι φαλακρό ή υπερβολικά κουρεμένο, κουριμένους γουλί
γούμινους ου, ουσιαστικό
ο ηγούμενος μοναστηριού
γουνής ου, ουσιαστικό
ο γονιός, πληθυντικός γουνέοι και γουνήδις
γουν(ι)κά τα, ουσιαστικό
οι γονείς
γούπατου του, ουσιαστικό
περιοχή που βρίσκεται χαμηλότερα από τα γύρω της, κοιλότητα εδάφους, γούβα
Ετυμολογία
Προέρχεται από την ένωση των λέξεων γούβα + πάτος.
γούρ’ του, ουσιαστικό
το γούρι, η τύχη
γούργουλας ου, ουσιαστικό
μεγάλος, γυάλινος συνήθως, βόλος που χρησιμοποιούσαν τα παιδιά, για να σημαδεύουν και να χτυπούν τις γυάλες στο μπαζάκι ή στο τριγωνάκι
γουρμάζου, ρήμα
ωριμάζω, π.χ. τ’ αχλάδια γούρμασαν
γούρμους, -ου, επίθετο
ο ώριμος καρπός, π.χ. τα σύκα είναι γούρμα
γούρνα η, ουσιαστικό
- λάκκος με ή και χωρίς νερό
- (μεταφορικά) ο τάφος
Προέρχεται από τη μεσαιωνική λέξη γρώνη: κοιλότητα.
γουρνόπλου του, ουσιαστικό
γουρουνόπουλο
γουρνουκούμασου του, ουσιαστικό
σπιτάκι για το γουρούνι
γουρνουμ(υ)τιάζου, ρήμα
ακουμπάει, πιάνει η μύτη μου χώμα, από το σκύψιμο ή από πέσιμο
γουρνουτσάρχου του, ουσιαστικό
τσαρούχι φτειαγμένο από δέρμα γουρουνιού
γουρνόφ’σκα η, ουσιαστικό
η ουροδόχος κύστη, η φούσκα του γουρουνιού, την οποία τα παιδιά, όταν σφάζονταν τα γουρούνια τα Χριστούγεννα, φούσκωναν και τη χρησιμοποιούσαν σαν μπαλόνι ή σαν μπάλα
γούστου του, ουσιαστικό
- προτίμηση, ευχαρίστηση, διασκέδαση, π.χ. κάνου του γούστου μ’
- για κάποιον που είναι ευχάριστος, διασκεδαστικός, π.χ. γούστου έχ(ει)
- καλαισθησία
γουτς, επιφώνημα
- κραυγή για το διώξιμο του γουρουνιού
- γουτς γουτς, κραυγή για το κάλεσμα του γουρουνιού
γράδα η, ουσιαστικό
σχισμή, χαραμάδα
γραδώνουμι, ρήμα
σφηνώνομαι σε μικρό άνοιγμα, σε στενό μέρος
γραμματ’ζούμινους ου, ουσιαστικό
εγγράμματος, μορφωμένος
γραμματκός ου, ουσιαστικό
ο γραμματέας
γραμμένου του, ουσιαστικό
το προδιαγραμμένο από τη μοίρα, το γραφτό, το πεπρωμένο
γραμμένους, -ν(η), -ου, επίθετο
πολύ όμορφος, όμορφος σαν ζωγραφιά, π.χ. τ’ αφρύδια σ’ τα γραμμένα
γραμμή η, ουσιαστικό
- η γραμμή
- η σιδηροδρομική γραμμή, στον πληθυντικό οι γραμμές
γράνα η, ουσιαστικό
άκρη του χωραφιού που μένει ακαλλιέργητη
γραντινά, επίρρημα
πολύ ωραία, σπουδαία, μεγαλείο
Ετυμολογία
Προέρχεται από το ιταλικό grande, μεγάλος.
γραπώνου, γραπώνουμι, ρήμα
πιάνω, αρπάζω, π.χ. σε γράπωσα, συνώνυμο: τσακώνου
γραπώνουμι πιάνομαι από κάπου, για να μην πέσω, αόριστος γραπώθκα
γρατσνάου, ρήμα
γρατσουνίζω, με τα νύχια μου προκαλώ αμυχές σε κάποιον
γρατσνιά η, ουσιαστικό
γρατσουνιά
γράφου, γράφουμι, ρήμα
- γράφω
- μετοχή γραμμένους -η, -ου, όμορφος σαν ζωγραφιά
- (μεταφορικά) α. δε θα επιστρέψω ή δεν θα εκπληρώσω την υποχρέωση ή την υπόσχεση μου, στη φράση αν μι ξαναδείς, γράψι μ’ β. αυτός που πουλάει με πίστωση ας θεωρεί χαμένα όσα του χρωστάν, στη φράση γράφ’ τα κι κλάφ’ τα γ. ειρωνική παρατήρηση για την αναχώρηση αδιάφορων ή δυσάρεστων ανθρώπων, στη φράση να μας γράφ’ς δ. σε περιφρονώ, στη φράση σι γράφου στα παλιά μ’ τα παπούτσ(ι)α
γραφτό του, ουσιαστικό
καθορισμένο από τη μοίρα, πεπρωμένο
γρέκ(ι) του, ουσιαστικό
υπαίθριο κατάλυμα για τα ζώα, π.χ. τα γρέκια χουρταράσανι/ε
γρέντζλα τα, ουσιαστικό
τα αγριοστάφυλα
γρι, επίρρημα
για να δηλωθεί απόλυτη άγνοια
γρίβας ου, ουσιαστικό
άλογο με ψαρί, γκρίζο τρίχωμα
γριντάλ(ι) του, ουσιαστικό
μεγαλόσωμος άνθρωπος
γριντιά η, ουσιαστικό
μεγάλο ξύλο οικοδομής
γροικάου και αγροικάου, -άς, -άει, (α)γροικιέμι, ρήμα
- ακούω
- ακούω τις συμβουλές που μου δίνει κάποιος
γρούβες η, ουσιαστικό
- διάφορα αυτοφυή χόρτα και βλαστοί φυτών που τρώγονται
- έφυγε χάθηκε, στη φράση πάει για γρούβες
γρούμπα η, ουσιαστικό
καμπούρα
γρουμπιάζου, ρήμα
καμπουριάζω, κυρτώνω
γρουμπούλ(ι) του, ουσιαστικό
μικρός όγκος κάτω από το δέρμα, υποδόριος, λίπωμα, π.χ. έβγαλα ένα γρουμπούλι στ’ (μ)πλάτ’
γρούνα η, ουσιαστικό
- το θηλυκό γουρούνι
- παιχνίδι που παίζεται με τη συμμετοχή πολλών παιδιών και ο παίχτης που φυλάει την τρύπα στο παιχνίδι αυτό λέγεται γρουνάρς
γρούν(ι) του, ουσιαστικό
το γουρούνι
γρουσούζ(η)ς ου, ουσιαστικό
αυτός που φέρνει κακοτυχία
γρουσουζ(ι)ά η, ουσιαστικό
η κακοτυχία
γυάλα η, ουσιαστικό
- μεγάλο γυάλινο πλατύστομο δοχείο
- στον πληθυντικό γυάλι/ες, παιδικό παιχνίδι που παιζόταν με γυάλινες μπίλιες
γυαλί του, ουσιαστικό
- κομμάτι από σπασμένο γυαλί
- το ποτήρι
- ο καθρέφτης
- το γυαλί λάμπας πετρελαίου, το λαμπόγυαλο
γυαλιένους, -ια, -ου, επίθετο
γυάλινος
γυαλίζουμι, ρήμα
κοιτάζομαι στο καθρέφτη
γ(υ)ναίκα η, ουσιαστικό
- η γυναίκα
- η σύζυγος
γυρεύου, ρήμα
- ψάχνω, ζητώ, συνώνυμο: χαλεύου
- ζητιανεύω
- επιδιώκω
- για κάποιον που με τις ενέργειες ή τη συμπεριφορά του δημιουργεί τις προϋποθέσεις για να συμβεί κάτι δυσάρεστο, στη φράση πάει γυρεύουντας
- για να δηλωθεί η αδιαφορία μας για κάτι που είναι δύσκολο να βρεθεί ή να πραγματοποιηθεί, στη φράση τρέχα γύρι/ευι
γυρίστρα η, ουσιαστικό
γυναίκα που γυρίζει από σπίτι σε σπίτι φίλων και γνωστών
γυρνάου και γυρίζου, ρήμα
- επιστρέφω, π.χ. γύρνα σπίτ’ γλήγουρα
- περιφέρομαι άσκοπα εδώ κι εκεί, π.χ. πού γυρνάς;
- πηγαίνου σε διάφορα μέρη, επισκέπτομαι, π.χ. γύρσα πολλούς τόπ’ς, συνώνυμο: γκιζιράου
- αλλάζω άποψη, απόφαση, στη φράση τα γυρνάου
- για τα ξερά φύλλα καπνού, όταν νοτίζονται από την υγρασία και μαλακώνουνν, ώστε να γίνουν κατάλληλα για πάτημα σε δέματα χωρίς να τρίβονται, π.χ. τα βαντιά γύρσαν κ(ι) είνι/ε έτμα για πάτμα
- (για διαθήκη) μεταβιβάζω, π.χ. προυτού πιθάν(ει) τα γύρσι ούλα στου πιδί τ’
γυρ(ου)βουλιά η, ουσιαστικό
- πλήρης περιστροφή του σώματος, συνήθως στο χορό
- ολόγυρα
γυρουλό(γ)ους ου, ουσιαστικό
πλανόδιος έμπορος
γυρουφέρνου, ρήμα
- περιφέρομαι γύρω από, τριγυρίζω
- πλησιάζω κάποιον επιδιώκοντας να πετύχω κάτι, π.χ. μι γυρουφέρν(ει), για να τ’ κάνου του χατίρ’
- αισθάνομαι τα πρώτα συμπτώματα, π.χ. μι γυρουφέρν(ει) γρίπ(η)
γυφτόπλου του, ουσιαστικό
- το γυφτόπουλο
- το πολύ μελαχροινό παιδί
γυφτουλασ(ι)ά η, ουσιαστικό
λέγεται για να αποδοθεί κατάσταση φτώχειας, βρομιάς και αναξιοπρεπής συμπεριφορά
Δ
δα, μόριο
βέβαια, π.χ. όχ(ι) δα!
δαγκουσ(ι)ά και δαγκουμασ(ι)ά και δαγκουματιά η, ουσιαστικό
- δαγκωνιά
- το σημάδι μετά από δάγκωμα
δαγκώνου, δαγκώνουμι, ρήμα
- πιάνω ή κόβω με τα δόντια μου
- δαγκώνουμι, μαζεύομαι, αντιλαμβάνομαι το σφάλμα την απρέπειά μου
- (μεταφορικά) ερωτεύομαι, στη φράση δαγκώνου τ’ λαμαρίνα
δακρύζου, ρήμα
- κυλούν δάκρυα από τα μάτια μου
- (μεταφορικά) για πηγή που βγάζει πολύ λίγο νερό, δακρύζ(ει)
δαμάζου, ρήμα
- υποβάλλω ένα άγριο ζώο σε ειδική εκπαίδευση, έτσι ώστε να μάθει να υπακούει στις εντολές μου
- υποτάσσω
δαμάλ(ι) του, ουσιαστικό
νεαρός ταύρος
δαρτή, επίθετο
δυνατή, έντονη, που πέφτοντας χτυπάει σαν να δέρνει, στη φράση δαρτή βρουχή
δασκαλούδ’ του, ουσιαστικό
ο μαθητής δημοτικού σχολείου
δάσκαλους ου, ουσιαστικό
ο δάσκαλος, πληθυντικός οι δασκάλ(οι), π.χ. η παροιμία μ’ όποιουν δάσκαλου καθίσ(ει)ς, τέτοια γράμματα θα μάθς
δασνάρ’ του, ουσιαστικό
το πυκνοφυτεμένο
δασύς, -ιά, -ύ, επίθετο
πυκνός, επίρρημα δασ(ι)ά
δαυλί του, ουσιαστικό
το αναμμένο ξύλο
Ετυμολογία
Προέρχεται από το δαυλίον, υποκοριστικό του αρχαίου δαυλός.
δαχλήθρα η, ουσιαστικό
η δαχτυλήθρα, μικρή μεταλλική θήκη με την οποία προστατεύεται η άκρη του μεσαίου δαχτύλου όταν σπρώχνει τη βελόνα κατά το ράψιμο
δαχλιά η, ουσιαστικό
το αποτύπωμα του λερωμένου δάχτυλου
δαχλίδ’ του, ουσιαστικό
- το δαχτυλίδι
- παιδικό παιχνίδι, πού ντο πού ντο το δαχτυλίδι
δάχλου του, ουσιαστικό
το δάχτυλο
δείξ(η) η, ουσιαστικό
- η εμφάνιση
- η επίδειξη
δείξ(ι)ους ου, ουσιαστικό
με υποτιμητική, υβριστική σημασία, που υποδηλώνει τον κακό άνθρωπο, τον παλιάνθρωπο, στη φράση ου μποίσ(ι)ους και ου δείξ(ι)ους
δειουποιγάου και δειουποιού, ρήμα
ειδοποιώ
δειουποίηση η, ουσιαστικό
η ειδοποίηση
δείχνουμι, ρήμα
αυτοπροβάλλομαι, επιδεικνύομαι
δέμα του, ουσιαστικό
- το δέμα
- το δέμα που έφτιαχναν οι καπνοπαραγωγοί πατώντας στη μένη τα ξερά, αλλά γυρισμένα, φύλλα του καπνού
δένου, δένουμι, ρήμα
- συνδέω
- (μεταφορικά) α. για κάποιον που έχει μεγάλη εξουσία, στη φράση λύν(ει) κι δέν(ει) β. για το γονιμοποιημένο άνθος, όταν μεταβάλλεται σε καρπό, στη φράση τα δέντρα έδισαν γ. για υγρά που γίνονται πυκνότερα ή παχύρρευστα ύστερα από μια ορισμένη διαδικασία, π.χ. του σιρόπ’ έδισε
δέντρου του, ουσιαστικό
το δέντρο, π.χ. θέλι/ετι δέντρα ανθίσιτι, θέλι/ετι μαραθείτι….
δέντρους ου, η βελανιδιά, η δρυς
δέξια, επίρρημα
επιτυχώς
δέξ(ι)μου του, ουσιαστικό
υποδοχή
δέξιους, -α, -ου, επίθετο
επιδέξιος, καταφερτζής
δέουντα τα, ουσιαστικό
- πρέποντα
- χαιρετίσματα
δέρνου, ρήμα
- δέρνω, χτυπώ, π.χ. μ’ έδειρι ου δάσκαλους
- (μεταφορικά) α. για κάποιον που είναι εκτεθειμένος σε ταλαιπωρίες, π.χ. τουν δέρν(ει) μιγάλ(η) φτώχεια β. επιβάλλομαι, κυριαρχώ, στη φράση γαμάου κι δέρνου γ. με συναίσθηση της ενοχής του, στη φράση σα δαρμένου σκλι
δέσ(η) η, ουσιαστικό
- μικρό φράγμα ή εμπόδιο σε χείμαρρο για το κράτημα ή την εκτροπή του νερού
- Δέσ(η), τοπωνύμιο στη Λυγαριά
δημουσ(ι)ά η, ουσιαστικό
ο δημόσιος ασφαλτοστρωμένος δρόμος
δια η, ουσιαστικό
βιασύνη
διάβα του, ουσιαστικό
πέρασμα
διαβαίνου, ρήμα
περνώ, προστακτική διάβινι/ε, διάβα, αόριστος διάβκα
διαβατάρκους, -κ(η), -ου, επίθετο
- που είναι περαστικός από έναν τόπο, π.χ. πουλιά μου διαβατάρικα
- που διαρκεί λίγο χρόνο, εφήμερος
διαβάτ’ς και διαβατάρς ου, διαβάτ’σσα η, ουσιαστικό
οδοιπόρος, περαστικός, περαστική
διαβουλό του, ουσιαστικό
μικρή κουβαρίστρα
διαγουμίζου, ρήμα
λεηλατώ
διάζου, διάζουμι, ρήμα
- πιέζω, αναγκάζω κάποιον να κάνει κάτι
- βιάζομαι
διάζου, ρήμα
προετοιμάζω με ειδικό τρόπο τα νήματα από το στημόνι, για να τα πάω στον αργαλειό και να τα υφάνω
διαίρεσ(η) η, ουσιαστικό
ο τοίχος που διαιρεί, που χωρίζει δύο δωμάτια, ο μεσότοιχος
διαίτεροι οι, ουσιαστικό
οι ιδιαίτεροι, οι οικείοι, οι άνθρωποι του σπιτιού
διακουνεύου, ρήμα
ζητιανεύω
διακουνιά η, ουσιαστικό
η ζητιανιά
διακουνιάρς ου, ουσιαστικό
ο ζητιάνος
διαλέου, ρήμα
διαλέγω
διαλι/εμένους, -ν(η), -ου, επίθετο
διαλεχτός, εκλεκτός, ξεχωριστός, π.χ. είμαστι οι δόλιοι διαλι/εχτοί, λίγοι κι διαλι/εμένοι
διάουλους ου, ουσιαστικό
- ο διάβολος, συνώνυμο: διάτανους
- (μεταφορικά) α. πανέξυπνος, τετραπέρατος, παμπόνηρος β. ζωηρό και άτακτο παιδί, διαουλάκ(ι) γ. χάσου, εξαφανίσου, στη φράση άι στου διάουλου δ. πολύ μακριά, στη φράση στ’ διαόλ’ τη μάνα ε. δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο δυσάρεστης εξέλιξης, στη φράση ου διάουλους έχει πουλλά πουδάρια ε. για κάτι που έχει άσχημη εξέλιξη, στη φράση πάει κατά διαόλ’ στ. για κάποιον που άρχισε ξαφνικά να συμπεριφέρεται απρεπώς, στη φράση μπήκι ο διάουλους μέσα τ’ ζ. (απειλητικά) θα έχεις πολύ άσχημες συνέπειες, θα τιμωρηθείς, στη φράση θα σι παρ’ ου διάουλος η. πανέξυπνος, τετραπέρατος, στη φράση διαόλ’ κάλτσα
διαούρτ’ και γιαούρτ’ η, ουσιαστικό
το γιαούρτι
διασίδ’ του, ουσιαστικό
το νήμα που χρησιμοποιείται για στημόνι ή υφάδι και κατ’ επέκταση το υφαντό
διάσιλου του, ουσιαστικό
- η κορυφογραμμή μεταξύ δύο υψωμάτων
- το πέρασμα ανάμεσα σε δυο ράχες ή σε δυο βουνά
διασύν(η) η, ουσιαστικό
η βιασύνη
διάτα η, ουσιαστικό
συμβουλή
διατάζου, ρήμα
συμβουλεύω
διάτανους ου, ουσιαστικό
ο διάβολος, ο σατανάς, π.χ. η βρισιά άι στου διάτανου
Ετυμολογία
Η λέξη προέκυψε κατά συμφυρμό (γραμματικό φαινόμενο κατά το οποίο δημιουργείται μια λέξη από στοιχεία δύο ή περισσότερων άλλων λέξεων), των λέξεων διάβολος και σατανάς.
διαυκουλύνου, ρήμα
διευκολύνω
διαφέρουμι, ρήμα
ενδιαφέρομαι
διαφιντεύου, ρήμα
- προστατεύω, υπερασπίζομαι
- εξουσιάζω
διάφουρου του, ουσιαστικό
όφελος, κέρδος, αμοιβή
διδμάρκου του, ουσιαστικό
δίδυμο
δικάζου, ρήμα
υποχρεώνω
δικάρα η, ουσιαστικό
- νόμισμα αξίας δέκα λεπτών της δραχμής
- ασήμαντο χρηματικό ποσό
- (μεταφορικά) αδιαφορώ τελείως για κάτι, στη φράση δικάρα (τσακ(ι)στή) δε δίνου
δικαρουλόγους ου, ουσιαστικό
τσιγκούνης
δικέλλα η, ουσιαστικό
διχαλωτό εργαλείο για σκάψιμο
δίκουρκου του, ουσιαστικό
το δίκροκο αβγό
δικριάν(ι) του, ουσιαστικό
δίχαλο αλωνιστικό σύνεργο
διμάτ’ του, ουσιαστικό
δέσμη από ξύλα, από κλαδιά, από φυτά και συνήθως από θερισμένα σιτηρά
Ετυμολογία
Προέρχεται από το αρχαίο δέω, δω (δένω) > δεμάτιον > δεμάτι > διμάτ’.
διματιάζου, ρήμα
δένω σε δεμάτια
διματσούλα η, ουσιαστικό
μικρό δέμα με υλικά από θάμνους
δίμτου του, ουσιαστικό
ο δίμιτος, χοντρό μάλλινο ύφασμα του αργαλειού, το οποίο υφαίνεται με δυο νήματα στον αργαλειό (στημόνι, υφάδι)
δίνου και δώνω, δίνουμι, ρήμα
- δίνω κάτι στο χέρι, π.χ. δίνου του κουτάλ(ι)
- προσφέρω, χαρίζω, π.χ. το ’δουσι πουλλά λι/εφτά
- κληροδοτώ, του σπίτ’ τ’ το ’δουσι ου πατέρας τ’
- πουλώ, π.χ. τα ’δουσι τα χουράφια κι έφυγι
- πληρώνω, π.χ. πόσα έδουσις για να του πάρς;
- παντρεύω, π.χ. δίνου του κουρίτσ’
- ανατέλλω, στη φράση δίνει ου ήλιους
διντρουγαλιά η, ουσιαστικό
είδος, μη δηλητηριώδους, φιδιού
δίπλα η, ουσιαστικό
πτυχή φορέματος
διπλάρκα τα, ουσιαστικό
δίδυμα, συνώνυμο: μπίνια ή μπινάρκα
διπλαρώνου, ρήμα
πλησιάζω, πλευρίζω κάποιον για να του ζητήσω κάτι
διρβέναγας και ντιρβέναγας ου, ουσιαστικό
αρχηγός, τύραννος
διρμάτ’ του, ουσιαστικό
ασκί από δέρμα αρνιού ή κατσικιού
διρπάν(ι) και δριπάν(ι) του, ουσιαστικό
το δρεπάνι, γεωργικό εργαλείο για το θέρισμα των σιτηρών
δίστρατου του, ουσιαστικό
διχάλα δρόμων
δίφουρ’ η, ουσιαστικό
η προβατίνα που γεννάει δυο φορές το χρόνο
δίφουρου του, ουσιαστικό
το δέντρο που δίνει καρπό δυο φορές τον χρόνο
διφτέρ’ του, ουσιαστικό
πρόχειρο σημειωματάριο λογαριασμών, κατάστιχο
δίχους, επίρρημα
χωρίς
διψάου, ρήμα
διψάω
δλεια η, ουσιαστικό
- δουλειά, εργασία
- επάγγελμα, π.χ. τι δλεια κάν(ει)ς;
- φροντίδα, μέλημα, π.χ. δεν είνι/ε θκη μ’ δλεια
- υπόθεση, έργο που δεν εξελίχτηκε καλά, π.χ. στράβουσι ή χάλασι η δλεια
- για αντικείμενο που εξυπηρετεί τον χρήστη του, π.χ. παλιουμάχιρου είνι/ε, αλλά τη δλεια τ’ τ’ (γ)κάν(ει)
δλεύου, ρήμα
- δουλεύω, εργάζομαι
- προσφέρω με πληρωμή την εργασία μου σε κάποιον, π.χ. τουν δούλι/εψα δυο χρόνια
- λειτουργώ, π.χ. δλεύ(ει) του ρουλόι;
- κοροϊδεύω, περιπαίζω κάποιον, π.χ. μι δλευς;
δόλιους, -ια, -ιου, επίθετο
ο κακομοίρης, ο ταλαίπωρος, ο δύστυχος
δόντ’ του, ουσιαστικό
- το δόντι
- (μεταφορικά) α. πρόσωπο που, εκμεταλλευόμενο τη θέση και την εξουσία που έχει, κάνει εξυπηρετήσεις σε φίλους του, π.χ. διουρίσκι γιατί είχι δόντ’ β. μιλώ σε κάποιον αυστηρά, τον απειλώ, στη φράση τρίζου τα δόντια γ. μιλάου με ειλικρίνεια, ξεκάθαρα, στη φράση τα λέου όξου απ’ τα δόντια δ. με όλες τις δυνάμεις, στη φράση μι νύχια και μι δόντια ε. κάνω υπομονή, στη φράση σφίγγου τα δόντια στ. δείχνω τη δύναμή μου, στη φράση δείχνου τα δόντια μ’ ζ. είμαι ερωτευμένος, στη φράση μι πουνάει του δουντάκι μ’ η. δεν είσαι σε θέση να απολαύσεις, να αποκτήσεις κάτι, στη φράση δεν είναι για τα δόντια σ’
δοξαπατρί του, ουσιαστικό
το κούτελο, το μέτωπο, π.χ. τουν βάρισι στου δοξαπατρί
δούγα η, ουσιαστικό
καμπύλο σανίδι βαρελιού
δούλι/εμα του, ουσιαστικό
κοροϊδία, π.χ. του δούλι/εμα πάει σύννι/εφου
δουλι/ευτής ου, ουσιαστικό
εργάτης, πληθυντικός δουλι/ευτάδις
δουξουλουιά η, ουσιαστικό
δοξολογία
δραγασ(ι)ά και ντραγασιά η, ουσιαστικό
πρόχειρη ξύλινη κατασκευή, παρατηρητήριο του δραγάτη
δραγάτ’ς και ντραγάτ’ς ου, ουσιαστικό
φύλακας αμπελιών, μποστανιών κλπ. διορισμένος από τους ιδιοκτήτες για ορισμένο χρόνο, ο αγροφύλακας
δράζου, ρήμα
δρω, αναπτύσσω δράση, ενεργώ με εντυπωσιακό τρόπο, αόριστος έδρασα
δράκουλα η, ουσιαστικό
προσφώνηση αβάφτιστου κοριτσιού
δράκους ου, ουσιατικό
προσφώνηση αβάφτιστου αγοριού
δράμ’ του, ουσιαστικό
- μονάδα μέτρησης βάρους, υποδιαίρεση της οκάς (1/400)
- (μεταφορικά) δεν έχεις καθόλου μυαλό, στη φράση δεν έεις δράμ’ μυαλό
δρασκ(ι)λάου, ρήμα
υπερπηδώ με ανοιχτά τα σκέλια
δρασκ(ι)λιά η, ουσιαστικό
ο διασκελισμός
δρόμους ου, ουσιαστικό
- ο δρόμος
- είμαι καθ’ οδόν, πηγαίνω κάπου, στη φράση είμι στου δρόμου
- διώχνω κάποιον από το σπίτι, όπου κατοικεί, στη φράση πετάου στου δρόμου
- κατευθύνομαι για κάπου, στη φράση παίρνου δρόμου
- φύγε, εξαφανίσου, στη φράση πάρι δρόμου!
- διανύω μεγάλη απόσταση, στη φράση δρόμου παίρνου, δρόμου αφήνου
- αρχίζω να ζω με ανάρμοστο τρόπο, στη φράση παίρνου του (γ)κακό του δρόμου
- περιπλανιέμαι, στη φράση παίρνου τς δρόμ’ς
- ασχολούμαι με τις δικές μου υποθέσεις, ενδιαφέρομαι για τη δική μου ζωή, στη φράση τραβάου του δρόμου μ’
- βγαίνω από μια πορεία και ακολουθώ άλλη συντομεύοντας μια απόσταση, στη φράση κόβου δρόμου
δρ(ου)λάπ’ του, ουσιαστικό
η δαρτή βροχή, ανεμόβροχο
Ετυμολογία
Προέρχεται από το αρχαίο υδρολαίλαψ > υδρολαιλάπιον (καταιγίδα) > δρουλάπ’.
δρουμάου, ρήμα
τρέχω, συνώνυμο: πλαλάου
δρουσάτα, επίρρημα
δροσερά
δρουσό του, ουσιαστικό
σκιερό δροσερό μέρος
δρουσουλουιέμι, ρήμα
δροσίζομαι
δρουτσίλα η, ουσιαστικό
η δρωτσίλα, ερεθισμός του δέρματος που προκαλείται από τον ιδρώτα
δύνουμι και δύναμι, ρήμα
μπορώ, έχω δύναμη
δύσπιν(η) η, ουσιαστικό
δύσπνοια
δυχατέρα η, ουσιαστικό
η θυγατέρα
δχάλα η, και δχάλ(ι) του, ουσιαστικά
η διχάλα, η γωνία, συνήθως οξεία, που σχηματίζεται από στη φυσική ένωση δύο κλαδιών
Ε
ε, επιφώνημα
ναι, ορίστε, τι θέλεις, π.χ. - Σπύροοο… - Εεε…
ειδή η, ουσιαστικό
όψη, μορφή
ειδήσματα τα, ουσιαστικό
είδη, πράγματα
εικουσιένα του, ουσιαστικό
είδος χαρτοπαιγνίου που παίζεται με χρήματα
είμι, ρήμα
- είμαι, παρατατικός ήμαν και ήμταν (παλαιότερος τύπος)
- ζω, π.χ. είνι/ε τους ακόμα ου γέρους;
έλα του, ουσιαστικό
η επιστροφή, ο γυρισμός, π.χ. στου πήγινι/ε κι στου έλα
εμ … εμ, σύνδεσμος
όχι μόνο … αλλά και, π.χ. εμ δεν είσι ιντάξει εμ θέλ(ει)ς να βγεις κι απού παν’!
ένα τι, επιρρηματική έκφραση
πολύ λίγο, π.χ. κάνι/ε ένα τι μπρουστά (προχώρα λίγο)
ένας, μνια και νια, ένα αριθμητικό ή αόριστη αντωνυμία
ένας, κάποιος, γενική ινού ή μιανού, μνιανής
έννοια η, ουσιαστικό
- φροντίδα
- (καθησυχαστικά) μη σε νοιάζει, μη σε απασχολεί, στη φράση έννοια σ’
ενς του, ουσιαστικό (άκλιτο)
(στη γλώσσα του ποδοσφαίρου) χέρι, δηλαδή ο ποδοσφαιριστής έπιασε τη μπάλα με το χέρι του ή η μπάλα ακούμπησε το χέρι του
έργους ου, ουσιαστικό
τεμάχιο του χωραφιού που δουλεύει κάποιος
έρμους, -η, ου, επίθετο
- έρημος, μόνος
- ταλαίπωρος, άθλιος
- (μεταφορικά) είναι πιο ευάλωτο και χάνεται ό,τι είναι μόνο του, χωρίς φροντίδα και προστασία, στη φράση ου λύκους απ’ τα έρμα τρώει
έτμους, -μ(η), -ου, επίθετο
έτοιμος
έτσ(ι) και στουμπέτσ(ι)
έτσι κι όχι αλλιώς, οπωσδήποτε έτσι
ετσιά (τρισύλλαβο: ε-τσι-ά), επίρρημα
με αυτό τον τρόπο
εύκιρους, -η, -ου, επίθετο
που δεν έχει δουλειά, απασχόληση
έχητα και έχους του, ουσιαστικό
η περιουσία, το βιος
Ζ
ζαβλακώνου, ζαβλακώνουμι, ρήμα
αποβλακώνομαι, ζαλίζομαι, μετοχή ζαβλακουμένους
ζαβός, -ή, -ό, επίθετο
- ανάποδος, στραβός, δύστροπος, εριστικός
- στον πληθυντικό ζαβά, οι κακοτοπιές
ζαβουλιά η, ουσιαστικό
αταξία, πονηριά, πράξη που είναι αντίθετη προς τους κανόνες που ισχύουν, συνώνυμο: τσινιά
ζαβουλιάρς ου, ουσιαστικό
αυτός που συνηθίζει να κάνει ζαβολιές, συνώνυμα: τζαναμπέτ’ς, τσινιάρς
ζαβουσύν(η), ουσιαστικό
δυστροπία, αναποδιά
ζαβουτόπ’ του, ουσιαστικό
δυσπρόσιτος τόπος, κακοτοπιά
ζαβώνου, ρήμα
αναποδιάζω, στραβώνω
ζαγάρ’ του, ουσιαστικό
- σκυλί για το κυνήγι, κυνηγόσκυλο
- (μεταφορικά) χαρακτηρισμός ανθρώπου συνήθως περιφρονητικός, κατεργάρης
ζαϊρές ου, ουσιαστικό
- προμήθεια σε τρόφιμα
- τροφή για τα ζώα
ζακόνι του, ουσιαστικό
συνήθεια, έθιμο, τρόπος
ζαλάδα η, ουσιαστικό
- ζάλη, σκοτοδίνη, απώλεια της αίσθησης ισορροπίας
- έγνοια, σκοτούρα
ζαλατίνα η, ουσιαστικό
η ζελατίνη
ζαλίζου, ζαλίζουμι, ρήμα
προκαλώ ζαλάδα, αόριστος ζαλίσκα
ζαλίκα η, ουσιαστικό ή επίρρημα
- φορτίο που μεταφέρεται στις ωμοπλάτες, π.χ. νια ζαλίκα ξύλα
- (ως επίρρημα) στις ωμπλάτες, π.χ. πήρι τα ξύλα ζαλίκα κι πάει
ζαλ(ι)κώνουμι και ζαλώνουμι, ρήμα
φορτώνομαι στις ωμοπλάτες
ζαμάνια τα, ουσιαστικό
μεγάλο χρονικό διάστημα, στη φράση χρόνια και ζαμάνια
ζάντζα η, ουσιαστικό
ιδιοτροπία, παραξενιά, νάζια, καμώματα
ζαντζάρς ου, ουσιαστικό
που κάνει ζάντζες
ζαντζεύου, ρήμα
κάνω ζάντζες
ζάου, ρήμα
ζω
ζαπώνου, ρήμα
αρπάζω κάτι ξένο κρυφά και ύπουλα
ζάρα η, ουσιαστικό
- μικρή πτυχή σε ύφασμα
- ρυτίδες, στη φράση ζάρις στου πρόσουπου
ζαραλής ου, ουσιαστικό
αρρωστιάρης
ζάρκους ου, ουσιαστικό
τόπος περιφραγμένος που έκλειναν μέσα τα αρνοκάτσικα κατά την εποχή του θηλασμού τους
ζαρκώνουμι, ρήμα
ντύνομαι
ζαρώνου, ρήμα
- μαζεύομαι, κάθομαι φοβισμένος
- βγάζω ρυτίδες, ρυτιδιάζω
ζάφτ’ και ζάπ’ του, ουσιαστικό
ζάφτι, υποτάσσω κάποιον στη θέλησή ή στη δύναμή μου, του επιβάλλομαι, στη φράση του (γ)κάνου ζάφτ’
ζάφτου, ρήμα
- χτυπώ, π.χ. να σ’ ζάψου μία
- πίνω, π.χ. έζαψα δυο πουτήρια κρασί
ζγος ου, ουσιαστικό
κορυφογραμμή, κορυφογραμμή
ζγούρ’ του, ουσιαστικό
το ζυγούρι, πρόβατο ενός έως δύο χρόνων
ζγώνου, ρήμα
πλησιάζω, συνώνυμο: σ’μώνου
ζέστα η, ουσιαστικό
η ζέστη
ζεύλα και ζεύγλα η, ουσιαστικό
το καμπύλο μέρος του ζυγού στο οποίο μπαίνει ο τράχηλος του ζώου
Ετυμολογία
Προέρχεται από το αρχαίο ρήμα ζεύγνυμι: βάζω κάτω από το ζυγό.
ζεύου, ρήμα
προσαρμόζω σε ένα ζώο τα κατάλληλα εξαρτήματα, για να μπορέσει να σύρει αλέτρι ή άμαξα
ζέχνου, ρήμα
μυρίζω άσχημα, βρομάω
ζέψμου του, ουσιαστικό
η ενέργεια του ζεύω
ζηλι/εμένους, -ν(η), -ου, επίθετο
αξιοζήλευτος, ξεχωριστός
Ζητούν(ι) και Ζιτούν(ι), ουσιαστικό
η Λαμία
ζιβζέκ(η)ς ου, ουσιαστικό
δύστροπος, ανάποδος άνθρωπος
ζι/ευγουλάτ’ς ου, ουσιαστικό
αυτός που οδηγεί τα ζώα στο όργωμα του χωραφιού
ζι/εύου, ρήμα
βάζω το ζυγό στο ζευγάρι των ζώων για όργωμα, αντώνυμο: ξιζι/εύου
ζιζάνιου του, ουσιαστικό
1. άγριο χορτάρι που φυτρώνει ανάμεσα σε άλλα χρήσιμα χόρτα
2. (μεταφορικά) πρόσωπο, κυρίως παιδί, που κάνει αταξίες
ζίλ(λ)ια ή ζήλια τα, ουσιαστικό
μεταλλικοί μικροί κοίλοι δίσκοι που τα παιδιά, κρατώντας τους από το σκοινί που περνούσε από την τρύπα που υπήρχε στο κέντρο τους, τους έκρουαν μεταξύ τους και με τον ήχο τους συνόδευαν τα κάλαντα
ζιματάου και ζιουματάου, ζιματιέμι, ρήμα
- (μεταβατικό) βουτάω κάτι σε βραστό νερό, ρίχνω κάπου βραστό νερό
- (αμετάβατο) α. είμαι πάρα πολύ θερμός, καυτός, π.χ. ζιματάου απ’ του (μ)πυρετό β. (ζιματάει κάτι) είναι βραστό, καίει, π.χ. του νι/ερό ζιματάει
- συνήθως στον αόριστο ζιματίσκα α. κάηκα, έπαθα έγκαυμα β. (μεταφορικά) πόνεσα, στενοχωρήθηκα, πικράθηκα, π.χ. όταν άκουσι την αλήθεια ζιματίσκι, συνώνυμο: τσουρουφλίσκα
ζ(ι)μπίλ(ι) το, ουσιαστικό
είδος σάκου για τη μεταφορά υλικών
ζιουβγάρ’ του, ουσιαστικό
- το ζευγάρι, δύο όμοια πράγματα, π.χ. ένα ζιουβγάρ’ αβγά
- το αντρόγυνο
- δύο ζώα (βόδια ή άλογα) ζεμένα στο ίδιο άροτρο
ζιουβγαρίζου, ρήμα
οργώνω
ζιουβγαρώνου, ρήμα
ζευγαρώνω
ζιπούν(ι) του, ουσιαστικό
γιλέκο με μανίκια
ζιρβί του, ουσιαστικό
αριστερό χέρι ή πόδι
ζιρβό του, ουσιαστικό
πλαγιά που έχει δυτικό προσανατολισμό και αργεί να τη δει ο ήλιος
ζιρβουκουτάλας ου, ουσιαστικό
ο αριστερόχειρας
ζιρζιβούλ(η)ς ου, ουσιαστικό
- σατανάς
- πανούργος, σατανικός άνθρωπος
ζισταίνου, ζισταίνουμι, ρήμα
ανεβάζω θερμοκρασία
ζιστασ(ι)ά η, ουσιαστικό
ευχάριστη ζέστη
ζλάου, ρήμα
πιέζω, συνώνυμο: ζμπάου
ζλάπ’ του, ουσιαστικό
- άγριο σαρκοφάγο ζώο και ειδικότερα ο λύκος
- αμόρφωτος, άξεστος, ακοινώνητος άνθρωπος
ζμάρ’ του, ουσιαστικό
το ζυμάρι
ζμι του, ουσιαστικό
- το ζουμί
- (υποκοριστικό) ζμάκ(ι) του, α. το ζουμάκι β. (μεταφορικά) το λίγο νερό που τρέχει στο ρέμα
ζμπάου, ρήμα
- πιέζω δυνατά, προστακτική ζούμπα, αόριστος ζούμπ’ξα
- (μεταφορικά) λέω σε κάποιον δυσάρεστα γι’ αυτόν λόγια, στη φράση ζμπάου κβέντις
ζμώνου, ρήμα
ζυμώνω
ζνάρ’ του, ουσιαστικό
- το ζουνάρι, η ζώνη
- (μεταφορικά) περιορίζω τα έξοδά μου λόγω οικονομικής στενότητας, στη φράση σφίγγου του ζνάρ’
- (μεταφορικά) έχω εριστική διάθεση, είμαι έτοιμος για καβγά, στη φράση έχω λ(υ)μένου του ζνάρ’ για καβγά
ζνίχ(ι) του, ουσιαστικό
σβέρκος, λαιμός
ζόρ’ του, ουσιαστικό
- το ζόρισμα, η άσκηση πίεσης, βίας, μι του ζόρ’ δλεια δε γίνι/ετι
- δυσκολία, δυσχέρεια, π.χ. ισύ τι ζόρ’ τραβάς;
ζόρκους, -η, -ου, επίθετο
ζόρικος, δύσκολος
ζουγανάς ου, ουσιαστικό
μικρό χειροπρίονο που μοιάζει με “ζ”.
ζούδ’ του, ουσιαστικό
ζωύφιο
ζούλα η, ουσιαστικό
στα κρυφά, χωρίς να γίνει κάτι αντιληπτό, στην επιρρηματική φράση στη ζούλα
ζούμπιρου του, ουσιαστικό
ζωύφιο, έντομο ή ερπετό
ζουμπλιάζου, ρήμα
συνθλίβω
ζουντανό του, ουσιαστικό
το ζώο, συνήθως στον πληθνυντικό, τα ζουντανά, τα ζώα
ζουντόβλου του, ουσιαστικό
- το ζώο
- (μεταφορικά) ο αμαθής, ο ανόητος, ο βλάκας
Ζούπουρνου του, ουσιαστικό
τοπωνύμιο στην περιοχή Λυγαριάς
ζούρα η, ουσιαστικό
κατακάθι, υπόλειμμα
ζουρίζου, ζουρίζουμι, ρήμα
πιέζω, αναγκάζω
ζούρλα η, ουσιαστικό
η τρέλα
ζουρλαίνου, ζουρλαίνουμι, ρήμα
τρελαίνω
ζουρλαμάρις οι, ουσιαστικό
παλαβομάρες
ζουρλός, -ή, -ό, επίθετο
τρελός, παλαβός
ζουρλουκαμπέρου η, ουσιαστικό
επιπόλαιη, τρελή
ζουρλουπαντιέρα η, ουσιαστικό
άμυαλη, άστατη, επιπόλαιη
ζουχάδα η, ουσιαστικό
- πληθυντικός ζουχάδις, οι αιμορροΐδες
- (μεταφορικά) κακόκεφη και δύστροπη ψυχική διάθεση, δυσθυμία
Ετυμολογία
Προέρχεται από το αρχαίο εσοχάδες: εσωτερικές αιμορροΐδες
ζουχάδας ου, ουσιαστικό
ιδιότροπος
ζουχαδιάζου, ρήμα
προκαλώ σε κάποιον κακή ψυχική διάθεση, τον κάνω να δυσθυμήσει
ζπάου, ρήμα
- ζουπάω
- αρπάζω, βουτάω, κλέβω, στη φράση π.χ. του ζούπ’σι ή ζούπ’ξι
ζούμπιρου του, ουσιαστικό
ζωύφιο, έντομο, ερπετό
ζύγουμα του, ουσιαστικό
- πλησίασμα
- το πεδίο που σχηματίζεται ανάμεσα σε δύο κορυφές βουνού ή μεταξύ δύο βουνών και τις συνδέει, πληθυντικός ζγώματα, συνώνυμο: διάσιλου
ζύι του, ουσιαστικό
- το ζύγι, το ζύγιασμα
- το βαρίδι, εξάρτημα του κανταριού ή της παλάντζας
ζώστρα η, ουσιαστικό
η ζώνη η οποία, περνώντας κάτω από την κοιλιά του αλόγου, στερεώνει το σαμάρι στη ράχη του
Η
ηλάκους ου, ουσιαστικό
(υποκοριστικό του ήλιος) ευχάριστα ζεστός ήλιος
ήλιους ου, ουσιαστικό
- ο ήλιος
- γνωστό ωραίο τσάμικο, π.χ. παίξτι τουν ήλιου
- (μεταφορικά) για χειμωνιάτικη ηλιόλουστη αλλά παγερή μέρα, στη φράση ήλιους μι δόντια
- το φυτό ηλίανθος, επειδή του μοιάζει στο σχήμα και στρέφεται προς αυτόν
ημιράδ’ του, ουσιαστικό
τόπος που βγάζει καλό χορτάρι
ήσκιουμα του, ουσιαστικό
το σκιερό μέρος
ήσκιους ου, ουσιαστικό
- η σκιά
- σκιερό μέρος, ισκιάδα
- (μεταφορικά) η ύπαρξη, η παρουσία κάποιου
Ετυμολογία
Προέρχεται από την αρχαία λέξη σκιά το η- από την επίδραση του ήλιος. Κατ' άλλη άποψη, η λέξη προέρχεται από το ήσκια, η σκιά, οπότε είναι σύνθετο εκ συναρπαγής (λέξη που προέρχεται από ολόκληρη φράση). Η γραφή τής λέξης με ι-(ίσκιος) δε δικαιολογείται ετυμολογικώς.
ησκιώνου
- κάνω σκιά
- ρίχνω τη σκιά μου πάνω σε κάτι
Θ
θάβου και θάφτου, ρήμα
- θάβω, σκεπάζω με χώμα
- βάζω νεκρό στον τάφο, συνώνυμο: παραχώνου
- σκεπάζω, κρύβω κάτι πολύ καλά, για να μη φαίνεται
- (μεταφορικά) κακολογώ κάποιον
θαλά, μόριο
θα, π.χ. θαλά έρθ’ αύριου
θαλαπώνου, θαλαπώνουμι, ρήμα
- χτυπώ, δέρνω, π.χ. μι θαλάπουσι
- κρύβω, εξαφανίζω, καταχωνιάζω
- κακολογώ, συκοφαντώ
θάμα του, ουσιαστικό
θαύμα
θαμάζου, ρήμα
θαυμάζω, παραξενεύομαι, εκπλήσσομαι
θάμασμα του, ουσιαστικό
θαύμα
θαμπά, επίρρημα
το γλυκοχάραμα, πριν ακόμα ξημερώσει, την ώρα που θαμποφέγγει
θαμπούλα η, ουσιαστικό
πρωί πρωί, πριν φέξει καλά, το χάραμα
θαμπώνει, ρήμα
σκοτεινιάζει
θαμπώνου, ρήμα
- μειώνω την όραση κάποιου, π.χ. μι θάμπουσι ου ήλιους
- χάνω την καθαρότητα, τη διαύγεια, π.χ. του γυαλί θάμπουσι
- (μεταφορικά) αφήνω κάποιον έκθαμβο, του προκαλώ μεγάλο θαυμασμό, π.χ. τουν θάμπουσι η ουμορφιά τς
θαραπαύου, θαραπαύουμι, ρήμα
- θεραπεύω, γιατρεύω
- ευχαριστιέμαι απολαμβάνοντας κάτι, αόριστος θαραπαύκα
θάρρητα τα, ουσιαστικό
υπερβολική οικειότητα που καταντά ενοχλητική, π.χ. πουλλά θάρρητα πήρι
θαρρού, ρήμα
θαρρώ, νομίζω
θειάκου η, ουσιαστικό
η θεία
θείους ου, θεία και θεια η, ουσιαστικό
- ο θείος, η θεία, αδερφός/-ή ή εξάδερφος/-η του πατέρα ή της μητέρας, υποκοριστικό θείτσα
- θείου, προσφώνηση προσώπου πολύ μεγαλύτερης ηλικίας
- (μεταφορικά) για να δηλωθεί πλήρης ασυνεννοησία, στη φράση άλλα λέει η θεια μ’ κι άλλα ακούν τ’ αφτιά μ’
θελά και θενά, μόριο
θα
θέλου, ρήμα
- θέλω
- χρωστώ, οφείλω, π.χ. σ’ θέλου 100 ι/ευρώ ακόμα
θέμιλου του, ουσιαστικό
το θεμέλιο
θέρμ’ η, ουσιαστικό
ο πυρετός
θέρους ου, ουσιαστικό
ο θέρος, η χρονική περίοδος του θερισμού
θηλ(υ)κό του, ουσιαστικό
το κορίτσι
θηρίους ου και θιριό του, ουσιαστικό
μεγαλόσωμος, αγριωπός άντρας
θιλός, -ή, -ό, ουσιαστικό
θολός, (για νερό) που δεν είναι καθαρό και διαυγές λόγω στερεών προσμείξεων, π.χ. πουτάμ’ θιλό, κατιβασμένο
θιλουντής ου, ουσιαστικό
εθελοντής, λέγεται, ειρωνικά και σκωπτικά, για κάποιον που προσφέρεται, με τη θέλησή του, να κάνει κάτι που δεν του βγαίνει σε καλό, άνθρωπος χωρίς διορατικότητα, επιπόλαιος, ανόητος
θιλούρα η, ουσιαστικό
θολούρα, η έλλειψη καθαρότητας και διαύγειας
θιλώνου, ρήμα
θολώνω
Θιός (δισύλλαβο: Θι-ός) ου, ουσιαστικό
ο θεός
θιουνήστκους (θι-ου-νή-στκους) ου, ουσιαστικό
πολύ πεινασμένος
θιουσκουτουμένους (θι-ου-σκου-του-μέ-νους) ου, ουσιαστικό
- (κατάρα) εκείνος που θα έπρεπε να αφανιστεί από το Θεό, π.χ. ρε θιουσκουτουμένι/ε, πώς τό ’κανι/ες αυτό;
- καταραμένος, κακός
θιριακουμένους, επίθετο
ψηλός και γεροδεμένος
θιριεύου, ρήμα
αναπτύσσομαι πολύ, μεγαλώνω υπέρμετρα
θιρίζου, ρήμα
- θερίζω, κόβω ώριμα σιτηρά ή χόρτα με δρεπάνι ή με ειδική μηχανή
- δέχομαι τις δυσάρεστες συνήθως συνέπειες των πράξεών μου, π.χ. ό,τ’ σπείρς θα θιρίσ(ει)ς
- προκαλώ ομαδικούς θανάτους με βίαιο τρόπο και με μεγάλη ταχύτητα
- (μεταφορικά) μου προκάλεσε ισχυρό κοιλιακό πόνο και διάρροια, στη φράση μι θέρσι
θιρμαίνουμι, ρήμα
- έχω πυρετό, είμαι άρρωστος,
- αόριστος θιρμάθκα, βρέθηκα σε πολύ δυσάρεστη θέση, στενοχωρήθηκα
θιρμός ου, ουσιαστικό
ζεστό νερό
Θιρστής ου, κύριο ουσιαστικό
ο Ιούνιος
θκάρ’ του, ουσιαστικό
θήκη μαχαιριού
Ετυμολογία
Προέρχεται από το θηκάριον, υποκοριστικό του αρχαίου θήκη < θέμα θη- του τίθημι: θέτω.
θκος μ’, θκια μ’, θκο μ’, κτητική αντωνυμία
δικός μου, δική μου δικό μου
θλια η, ουσιαστικό
- η θηλιά,
- (μεταφορικά) μεγάλο χρέος, στη φράση πέρασι ή έβαλι/ε θλια στου λαιμό τ’
θλιάζου, ρήμα
περνώ κάτι μέσα από θηλιά
θλυκάρια τα, ουσιαστικό
μεγάλες διπλές καρφίτσες
θλύκουμα του, ουσιαστικό
κούμπωμα
θλυκώνου, ρήμα
κουμπώνω
θμάμι και θμώμι, ρήμα
θυμάμαι
θμάρ’ του, ουσιαστικό
το θυμάρι
θμουνιά η, ουσιαστικό
θημωνιά, σωρός από θερισμένα δεμάτια σιτηρών
Ετυμολογία
Προέρχεται από το αρχαίο θημών: σωρός < θέμα θη- του τίθημι: τοποθετώ.
θμουνιάζου, ρήμα
φτειάχνω θημωνιά
θμώνου, ρήμα
- θυμώνω, οργίζομαι
- αγριεύω, π.χ. ου κιρός θμών(ει)
- πρήζομαι, π.χ. έκουψα λίγου του δάχλου κι θύμουσι
θουριά η, ουσιατικό
θωριά, όψη, μορφή, παρουσιαστικό
θουρού, ρήμα
θωρώ, βλέπω
θράκα η, ουσιαστικό
τα αναμμένα κάρβουνα
θρασεύου, ρήμα
βγάζω πυκνά φύλλα και βλαστούς, π.χ. τς ’ρξα λίπασμα κι θράσιψαν
θρασίμ’ του, ουσιαστικό
- ψοφίμι
- (μεταφορικά) θρασύδειλος, αυθάδης, αναιδής, συνώνυμο: τσουτσέκ(ι)
θράσ(ι)ου του, ουσιαστικό
ζώο που ψόφησε προτού προλάβει ο βοσκός να το σφάξει, π.χ. πήγι θράσ(ι)ου
θρασουμανάου, ρήμα
(για φυτά) φουντώνω, θεριεύω
θράψ(η) η, ουσιαστικό
- θραύση
- (μεταφορικά) είμαι εντυπωσιακά αποτελεσματικός, στη φράση κάνου θράψη
θραψιρός, -ή, -ό, επίθετο
- ο βλαστός ο γεμάτος χυμούς, τρυφερός
- καλοθρεμμένος, ευτραφής
θριφτάρ’ του, ουσιαστικό
το ζώο που θρέφεται για πάχυνση
θρουνί του, ουσιαστικό
κάθισμα
θρουνιάζουμι, ρήμα
κάθομαι αναπαυτικά
θυμητκό του, ουσιαστικό
η ισχυρή μνήμη
θυμιάμα του, ουσιαστικό
το θυμίαμα, το λιβάνι
Ι
ι (χ)α, επιφώνημα
ως σχόλιο επιδοκιμασίας και υπερθεμάτισης, π.χ. ι (χ)α, αυτό δεν είνι/ε τίπουτα, να δεις κι τι άλλου έκανι/ε!
ιάτους, -τ(η), -ου, δεικτική αντωνυμία
νάτος, να αυτός
ίδρουτας ου και ίδρουτου του, ουσιαστικό
ο ιδρώτας
ιδωιά, επίρρημα
εδωδά, σε αυτό εδώ το μέρος
ι/ευκή η, ουσιαστικό
ευχή, π.χ. να ’εις τν ι/ευκή μ’
ι/ευκιρού, ρήμα
ευκαιρώ, (περιφραστικά) είμι εύκιρους, δεν έχω δουλειά, δεν είμαι απασχολημένος, συνώνυμο: αδειάζου
ικειά (τρισύλλαβο: ι-κει-ά) και ικειαϊά, επίρρημα
εκειδά, σε εκείνο εκεί το μέρος π.χ. ικειά τ’ άφ’σα
ικειός, ικείν(η), ικειό, δεικτική αντωνυμία
εκείνος
ικκλησάκ(ι) του, ουσιαστικό
υποκοριστικό της λέξης εκκλησία, το εκκλησάκι
ικκλησία η, ουσιαστικό
η εκκλησία
ιλάτ(ι) του, ουσιαστικό
έλατος
ινάντιους, -α, -ου, επίθετο
ενάντιος, αντίθετος, αντίπαλος
ινάτ’ του, ουσιαστικό
πείσμα
ιξόν, επίρρημα
εξόν, εκτός κι αν
ιξώλ(η)ς ου, ουσιαστικό
εξώλης, ανήθικος, διεφθαρμένος, στη φράση ιξώλ(η)ς κι προυώλ(η)ς
ιπί τούτου και ιξ ιπί τούτου, επιρρηματική έκφραση
επί τούτο, επίτηδες
ιργάτ’σσα η, ουσιαστικό
εργάτρια
ισ(ι)άζου, ρήμα
- κάνω κάτι ίσιο, επίπεδο, εξομαλύνω
- τακτοποιώ, διευθετώ
ίσιουμα του, ουσιαστικό
- μικρή επίπεδη έκταση γης, συνώνυμο: σ(ι)άδ’
- (μεταφορικά) δεν καταλαβαίνω τι συμβαίνει, τι μου γίνεται, στη φράση το ’χου ίσιουμα
ίσ(ι)ους, -(ι)α, -(ι)ου, επίθετο
- ευθύς
- ειλικρινής, έντιμος, συνώνυμο: ντόμπρους
- (μεταφορικά) για να δηλωθεί ο τρόπος ζωής σύμφωνα με τους ηθικούς και καοινωνικούς κανόνες, στη φράση τουν βάνου στουν ίσ(ι)ου δρόμου
ίσκα η, ουσιαστικό
λειχήνα παρασιτική στους κορμούς των δέντρων, η οποία με κατάλληλη επεξεργασία γίνεται υλικό για να ανάβουν με σπίθα τσακμακόπετρας οι πρωτόγονοι αναπτήρες με το μακρύ φιτίλι
ιτουτουιά, δεικτική αντωνυμία
αυτό εδώ
Ετυμολογία
Κατά το αρχαίο τουτοΐ: αυτό εδώ
ιτούτους, -τ(η), -ου, δεικτική ή οριστική αντωνυμία
αυτός
ίτσ(ι)α τα, ουσιαστικό
λουλούδια που φυτρώνουν στα λιβάδια
ιχούμινους, -ν(η), -ου, επίθετο
αυτός που έχει μεγάλη περιουσία, πλούσιος
ιχτέ και χτε, επίρρημα
χθες
ιψές, επίρρημα
χθες το βράδυ
Ετυμολογία
Προέρχεται από το αρχαίο οψέ: αργά το βράδυ.
Κ
καβάκ(ι) του, ουσιαστικό
η λεύκα
καβάλα η, ουσιαστικό
- (με επιρρηματική σημασία) μεταφέρομαι καθισμένος στη ράχη υποζυγίου, αντώνυμο: πιζ(ι)ά
- (μεταφορικά) βρίσκομαι σε πλεονεκτική θέση, στη φράση είμαι καβάλα
καβαλάου, ρήμα
- ανεβαίνω στη ράχη αλόγου ή άλλου υποζυγίου
- ανεβαίνω σε όχημα, κυρίως σε δίκυκλο
- (μεταφορικά) επιβάλλω τη θέλησή μου σε κάποιον με ιδιαίτερα καταπιεστικό τρόπο
- συνουσιάζομαι με κάποια
- καβαλ(η)μένους ου, υπερόπτης, αλαζόνας
καβαλάρς ου, ουσιαστικό
- αυτός που είναι καβάλα σε άλογο
- οριζόντιο δοκάρι που αποτελεί την κορυφή δίριχτης στέγης
- (μεταφορικά) που βρίσκεται σε πλεονεκτική άνετη θέση
καβαλ(ι)κεύου, ρήμα
- ανεβαίνω καβάλα, ιππεύω
- (μεταφορικά) επιβάλλω τη θέλησή μου σε κάποιον, με ιδιαίτερα καταπιεστικό τρόπο
καβγάς ου, ουσιαστικό
έντονη διαφωνία που εκδηλώνεται με φωνές, βρισιές και διαπληκτισμούς
καβούκ(ι) του, ουσιαστικό
- το οστέινο κάλυμμα του σώματος ορισμένων ερπετών, μέσα στο οποίο καλύπτονται το κεφάλι και τα πόδια σε περίπτωση κινδύνου
- επιζητώ την απομόνωση, κλείνομαι στον εαυτό μου, στη φράση μπαίνου στου καβούκι μ’
καβουρντίζου, ρήμα
ξεροψήνω, τσιγαρίζω
καβουρντ’στήρ’ του, ουσιαστικό
χειροκίνητη συσκευή καβουρντίσματος καφέ ή ρεβιθιών
καγκέλ(ι) του, ουσιαστικό
- διακοσμητικό θέμα στην τέχνη, ζικ ζακ
- είδος χορού
κάγκιλου του, ουσιαστικό
- σιδερένιες βέργες με τις οποίες περιφράσσουμε ένα χώρο ή μια κατασκευή
- (μεταφορικά) α. νιώθω μεγάλη έκπληξη, μένω άφωνος, στη φράση μένου κάγκιλο β. για έκφραση συναισθημάτων τρόμου, φρίκης, αηδίας, δυσαρέσκειας, έκπληξης, στη φράση σκώθκι η τρίχα μ’ κάγκιλου γ. πρόκληση μεγάλης φασαρίας, αναστάτωσης, χαώδους κατάστασης, στη φράση γίνι/ετι τς πουτάνας του κάγκιλου
καγκιλουφρύδα η, ουσιαστικό
γυναίκα με λεπτά και καμαρωτά φρύδια
καγκιόλια τα, ουσιαστικό
δρομάκια με πολλές στροφές
κάδ’ η, ουσιαστικό
ξύλινο κυλινδρικό δοχείο πλατύτερο επάνω και ανοιχτό για το χτύπημα του γάλακτος
καδένα η, ουσιαστικό
αλυσίδα
καδρόν(ι) του, ουσιαστικό
ξύλινο δοκάρι με ορθογωνική διατομή
καζάν(ι) του, ουσιαστικό
μεγάλο μεταλλικό στρογγυλό δοχείο για δάφορες χρήσεις
καζανιά η, ουσιαστικό
ποσότητα που χωράει σε ένα καζάνι
καζαντάου και καζαντίζου, ρήμα
αποκτώ πολλά χρήματα, πλουτίζω, αόριστος καζάντ’σα
καζάντια η, ουσιαστικό
ευπορία, πλούτος
καζίκ(ι) του, ουσιαστικό
- μεγάλο χρέος
- γελοία ατυχία
κάζου του, ουσιαστικό
κάτι πολύ δυσάρεστο, ατύχημα, πάθημα, συνώνυμο: χνέρ’
καζούρα η, ουσιαστικό
κοροϊδία, ρεζίλεμα
καημός ου, ουσιαστικό
- στενοχώρια, θλίψη, π.χ. από τότι που ’χασι του πιδί τ’, τουν έφαγι ο καημός
- πόθος, επιθυμία (συνήθως ανεκπλήρωτη), π.χ. καημό το ’χου να δου τν Αγιά Σουφιά
καθάριου του, ουσιαστικό
σταρένιο ψωμί
καθάριους, -ια, -ιου, επίθετο
- καθαρός
- αμιγής, ανόθευτος
- (μεταφορικά) ηθικός, έντιμος
κάθουμι, ρήμα
- κάθομαι, αόριστος έκατσα
- μένω, κατοικώ, π.χ. πού κάθισι
- μένω αδρανής, δεν ασχολούμαι με κάτι, π.χ. ιδώ κι μέρις κάθουμι
- περιμένω, π.χ. κάτσι λίγου
- (μεταφορικά) α. δεν ενοχλώ κανένα, κάθομαι ήσυχος, στη φράση κάθουμι στ’ αβγά μ’ β. αδημονώ, βρίσκομαι σε μεγάλη αγωνία, στις φράσεις κάθουμι στα καρφιά ή στ’ αγκάθια ή σ’ αναμμένα κάρβουνα γ. μου φορτώνεται, με πιέζει, στη φράση μ’ κάθιτι στου σβέρκου δ. μου είναι ανυπόφορος, δεν τον χωνεύω, στη φράση μ’ κάθιτι στου στουμάχι ε. ξαφνικά, αναπάντεχα και χωρίς λόγο, στη φράση στα καλά καθούμινα
καθσ(ι)ό του, ουσιαστικό
- περίοδος απραξίας
- τεμπελιά
κάιας ου, ουσιαστικό
- κακός, εγκληματίας
- ανεπιθύμητος
καΐλα η, ουσιαστικό
- καούρα
- έντονη, φλογερή επιθυμία
- (ειρωνικά) αδιαφορώ, στη φράση έχου μια καΐλα!
καίου, καίουμι, ρήμα
- καταστρέφω με φωτιά
- κάτι καταστρέφεται από υπερθέρμανση, π.χ. η λάμπα κάηκι
- προκαλείται αλλοίωση σε κάτι α. με την επίδραση της φωτιάς ή της υψηλής θερμοκρασίας, π.χ. του φαΐ κάηκι β. εξαιτίας της παγωνιάς, π.χ. η λι/εμουνιά κάηκι
- προκαλώ πόνο ή ερεθισμό που μοιάζει με κάψιμο, π.χ. μι καίει ου λι/εμός
- κάτι έχει πολύ ερεθεστική γεύση, π.χ. του πιπέρ’ καίει
- κάτι είναι πολύ ζεστό λόγω πυρετού, καίει του πρόσουπου τ’
- καταναλώνω, ξοδεύω, π.χ. καίει πουλλή βιντζίνα
- επικρατεί μεγάλη ζέστη, π.χ. όξου καίει ου τόπους
- κάτι είναι αναμμένο, λειτουργεί, π.χ. η τηλι/εόρασ(η) καίει ούλη τ’ μέρα
- (μεταφορικά) α. τιμωρώ, στην κατάρα να σι κάψ(ει) ου Θιός β. θα γίνει μεγάλο γλέντι, στη φράση θα καεί του πιλι/εκούδ’ γ. υφίσταμαι τις δυσάρεστες συνέπειες από κάποιο σφάλμα, π.χ. αν του μάθ’, κάηκα δ. χάνω σε κάποια φάση ενός παιχνιδιού και αποκλείομαι από τη συνέχεια, π.χ. τράβξι μιγάλου χαρτί κι κάηκι ε. προκαλώ έντονα ερωτικά συναισθήματα, στη φράση καίει καρδιές στ. αδιαφορώ τελείως, στη φράση καρφάκ(ι) δε μ’ καί(γ)ιτι
κάκ’, επίρρημα
κάκου, μάταια, χωρίς αποτέλεσμα, στη φράση τ’ κάκ’
κακαράντζα η, ουσιαστικό
το περίττωμα κατσίκας, τα κόπρανα, η κοπριά αιγοπροβάτων
κακαργιώμι και κακαργιέμι, ρήμα
κακαρίζω
κακάρσμα του, ουσιαστικό
- η φωνή της κότας, κυρίως μετά την ωοτοκία
- αλλού περιμένουμε να γίνει κάτι ωφέλιμο και αλλού αυτό εμφανίζεται, στη φράση αλλού τα κακαρίσματα κι αλλού γιννάν οι κότις
κακαρώνου, ρήμα
πεθαίνου, π.χ. τα κακάρουσι
Ετυμολογία
Προέρχεται από το αρχαίο καρκαίρω - κάρω - καρώνω - κάρος αναισθησία - κάρωσις λήθαργος ;;;;;….
κακάτσ(ι)αλου του, ουσιαστικό
κουκούτσι από ξερή μύξα
κάκια η, ουσιαστικό
έχθρα, μνησικακία
κάκιουμα του, ουσιαστικό
θυμός, οργή
κακιώνου, ρήμα
θυμώνω, αγριεύω
κακκάβ’ του, ουσιαστικό
μαγειρικό χάλκινο σκεύος με χειρολαβές, φαρδύτερο στη βάση του
Ετυμολογία
Προέρχεται από το αρχαίο κακκάβη η (χύτρα) > κακκάβιον (υποκοριστικό) > κακκάβι.
κακουμούτσουνους, ουσιαστικό
άσχημος
κακουπέφτου, ρήμα
έχω κακή τύχη, κακοπενάω, δυστυχώ
κακουρίζκους, -κ(η), -ου, επίθετο
κακότυχος
κακουσουλούπουτους ου, ουσιαστικό
ο κακοφτειαγμένος
κακουφάουτους, -τ(η), -ου, επίθετο
αυτός που δεν τρώει οτιδήποτε
κακουφορμίζου, ρήμα
λέγεται για πληγή, για τραύμα που μολύνθηκε από μικρόβιο και εμφάνισε πύον, αόριστος κακουφόρμ’σι
καλάι του, ουσιαστικό
ο κασσίτερος
καλάμ’ του, ουσιαστικό
- το καλάμι
- (μεταφορικά) για κάποιον που θεωρεί τον εαυτό του πολύ σπουδαίο και συμπεριφέρεται με έπαρση, στη φράση καβάλ(η)σι του καλάμ’
- το μπροστινό οστό της κνήμης
καλαμάρ’ του, ουσιαστικό
- μελανοδοχείο
- (μεταφορικά) με όλες τις λεπτομέρειες, στη φράση χαρτί και καλαμάρ’
καλαμιά η, ουσιαστικό
αυτό που απέμενε στα χωράφια μετά από το θερισμό των σιτηρών, κατάλληλο για βοσκή
καλαμκανάς ου, ουσιαστικό
- ο πελαργός
- (μεταφορικά) ο ψηλός που έχει λεπτά και μακριά πόδια (κανιά)
καλαμπαλίκ(ι) του, ουσιαστικό
- φασαρία, οχλαγωγία
- πληθυντικός καλαμπαλίκια, α. σωρός από κάθε είδους ευτελή πράγματα, ιδίως του σπιτικού εξοπλισμού, επιπλοσκευή β. όρχεις, αρχίδια, η σκευή του άντρα, συνώνυμα: αχαμνά, αμελέτητα, κάκαλα, καρύδια, κουκόσις, μπαλάκια, μπάμπαλα, ούμπαλα, παπάρια, χαμπάρια, μπρίκια, σακούλια
καλαμπόκ(ι) του, ουσιαστικό
- ο καρπός της καλαμποκιάς
- τα σπυριά, οι σπόροι, του καλαμποκιού, π.χ. τάισα τς κότις καλαμπόκ(ι)
- το χωράφι στο οποίο καλλιεργείται καλαμπόκι, π.χ. πήγι στου καλαμπόκ(ι)
καλαμπουκιά η, ουσιαστικό
το φυτό που δίνει ως καρπό το καλαμπόκι
καλαμπούρ’ του, ουσιαστικό
το αστείο, συνώνυμο: χουρατό
καλα(ν)τζής ου, ουσιαστικό
ο επαγγελματίας που γανώνει μεταλλικά, χάλκινα κυρίως, σκεύη, συνώνυμο: ο γανωματής ή γανωτής
Καλαντζίνα, κύριο όνομα
όνομα βρύσης στην περιοχή της Λυγαριάς
καλάου, ρήμα
προσκαλώ
καλαπόδ’ του, ουσιαστικό
τρικλοποδιά
καλαφατίζου, ρήμα
- επισκευάζω, στεγανοποιώ
- (μεταφορικά) συνουσιάζομαι με κάποια, στη φράση τ’ (γ)καλαφάτ’ σι
καλ(η)μιράου, ρήμα
εύχομαι καλημέρα
καλησπιρίζου, ρήμα
εύχομαι καλησπέρα
καλιάζου, ρήμα
συνήθως σε αόριστο κάλιασε και ειδικότερα στη φράση άμα καλιάσει, όταν το φέρει η ώρα η καλή, όταν δοθεί η ευκαρία, άμα τύχει, άμα ευνοϊκές συγκυρίες το επιτρέψουν
καλιακούδα η, ουσιαστικό
είδος μικρού κόρακα
καλ(ι)βώνου και καλ(ι)γώνω, ρήμα
- πεταλώνω,
- είναι πολύ έξυπνος, επιτήδειος, στη φράση καλ(ι)βών(ει) του (μπ)ψύλλου
κάλι/εσμα του, ουσιαστικό
το προσκλητήριο γάμου
κάλι/εσσα η, ουσιαστικό
προβατίνα με τρίχωμα άσπρο στο σώμα, αλλά με μαύρο τρίχωμα γύρω από τα μάτια και στα αφτιά
καλ(ι)καντζούρις οι, ουσιαστικό
άσχημα γράμματα
κάλλια τα, ουσιαστικό
τα κάλλη, η ομορφιά
κάλλιου, επίρρημα
καλύτερα
καλόβουλους, -λ(η), -ου, επίθετο
καλοπροαίρετος, καλόγνωμος
καλόηρους ου, ουσιαστικό
- ο καλόγερος
- εξόγκωμα στο δέρμα, εξάνθημα
καλόιμοιρους, -ρ(η), -ου, επίθετο
καλότυχος
καλότχους, -η, -ου, επίθετο
αυτός που έχει καλή τύχη, π.χ. στο στίχο του δημοτικού τραγουδιού καλότυχα είναι τα βουνά, καλουγραμμένοι οι κάμποι, χάρο ποτέ δεν καρτερούν συνώνυμο: καλό(ι)μοιρους
καλούδια τα, ουσιαστικό
τα καλά, τα αγαθά, κυρίως φαγώσιμα
καλουέρκα τα, ουσιαστικό
κτήματα που ανήκουν σε καλόγερους και ειδικότερα ως τοπωνύμιο στους καλόγερους ή τις καλόγριες της μονής της Αγίας Άννας
καλουκαίρ’ του, ουσιαστικό
- καλοκαίρι
- πολύ ζεστός καιρός, σε οποιαδήποτε άλλη εποχή
καλουκαρδίζου, ρήμα
ευχαριστώ, χαροποιώ
καλουκιρία η, ουσιαστικό
καλός καιρός
καλουκιρνός, -ή, -ό και καλουκιρίσιους, -α, -ου, επίθετο
καλοκαιρινός, που έχει σχέση με το καλοκαίρι
καλούμπα η, ουσιαστικό
σπάγγος τυλιγμένος σε μικρό ξύλο, ο οποίος χρησιμοποιείται για το πέταγμα χαρταετού
καλουπίχειρα, επίρρημα
εύκολα
καλουπόριψ(η) η, ουσιαστικό
καλοπέραση
καλουρίζκους, -κ(η), -ου, επίθετο
καλότυχος, κυρίως ως ευχή
καλουσ(η)μαδιά η, ουσιαστικό
σημάδι ότι θα συμβεί κάτι καλό, καλός οιωνός
καλουσκιρνάου και καλουσκιρίζω, ρήμα
καλωσκαιρίζω, δοκιμάζω εποχιακό προϊόν για πρώτη φορά φέτος
καλουσόρ(ι)σμα του, ουσιαστικό
η ενέργεια του καλωσορίζω, πληθυντικός τα καλουσουρίσματα
καλουσουρίζου, ρήμα
- υποδέχομαι κάποιον λέγοντάς του “καλώς όρισες”, π.χ. φίλοι μ’, καλωσορίσατι
- καλωσορίζω, υποδέχομαι με θερμές εκδηλώσεις
καλούτσκα, επίρρημα
σχετικά, κάπως καλά
καλπάκ(ι) του, ουσιαστικό
κάλυμμα κεφαλιού, σκουφί, φεσάκι
καλτσόν(η)μα του, ουσιαστικό
νήμα για κάλτσες
καλτσουβέλουνου του, ουσιαστικό
βελόνα για πλέξιμο κάλτσας
καλτσουδέτα η, ουσιαστικό
ελαστική κορδέλα, με την οποία στερεωνόταν η κάλτσα ψηλά στην κνήμη ή στο μηρό
καλύβα η και καλύβ’ του, ουσιαστικό
θολωτή κατασκευή με ξύλα και άλλα φυσικά υλικά που τη χρησιμοποιούσαν οι νομάδες ως κατοικία, συνώνυμο: κουνάκ(ι)
καλυτεράκια, επίρρημα
κάπως, λίγο καλύτερα
κάμα του, ουσιαστικό
αφόρητη ζέστη, καύσωνας
κάμαρ’ η, ουσιαστικό
υπονοδωμάτιο
καμάρ’ του, ουσιαστικό
- το συναίσθημα ικανοποίησης, περηφάνιας και χαράς
- περηφάνια, έπαρση, “κόρδωμα”
καμαρώνου, ρήμα
νιώθω ικαναποιημένος και περήφανος
κάμουμα του, ουσιαστικό
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κάνω
- καμώματα τα, προσποιητή συμπεριφορά
κάμπους ου, ουσιαστικό
κάμπος, πεδιάδα
κάμπουσους και καμπόσους, -η, -ου και επίθετο
- αρκετός
- σπουδαίος, π.χ. μας κάν(ει) του (γ)καμπόσου
Καμτζόραχ(η) η, ουσιαστικό
τοπωνύμιο στην περιοχή Λυγαριάς
καμτσίκ(ι), του, ουσιαστικό
το καμουτσίκι, είδος μαστιγίου για να χτυπούν τα υποζύγια να προχωρούν
καμώνουμι, ρήμα
- κάνω, οργώνω, π.χ. τα χουράφια καλά καμώθκαν
- προσποιούμαι, υποκρίνομαι, π.χ. καμώθκι τουν ανήξιρου
- (ως κατάρα) να πάθεις κάτι κακό, στη φράση να κάνεις κι να καμουθείς
καν κι καν, επιρρηματική έκφραση
πάρα πολλοί
καναβίδ’ του, ουσιαστικό
λεπτή τριχιά
κανακάρς ου, ουσιαστικό
- χαϊδεμένο παιδί
- (ειρωνικά) κακομαθημένο παιδί
κανακεύου, ρήμα
μεγαλώνω ένα παιδί παραχαϊδεύοντάς το και κάνοντάς του όλα τα χατίρια
καναπίτσα η, ουσιαστικό
η λυγαριά
Ετυμολογία
Προέρχεται από το ιταλικό canapuccia, αρβανίτικο kanapitse.
κάνας, κανιά και καμίνια, κάνα, αόριστη αντωνυμία
κανένας, καμιά, κανένα, ένας, κάποιος, π.χ. κανιά φορά
κανάτα η, ουσιαστικό
πλατύστομο, κυλινδρικό συνήθως δοχείο με μία λαβή, που χρησιμοποιείται για νερό ή ως επιτραπέζιο σκεύος για κρασί
κάνι/ε, επίρρημα
τουλάχιστο, π.χ. αφού δεν έεις λι/εφτά, δώσι μ’ κάνι/ε λίγου λαδάκ(ι)
κανίσκια τα, ουσιαστικό
δώρα που προσφέρονται από τους καλεσμένους σε γάμο
κανίστρ’ του, ουσιαστικό
το κάνιστρο, το πανέρι
Ετυμολογία
Προέρχεται από το αρχαίο κάνεον (καλάθι) > κάνιστρον > κανίστρι.
κανίστρα η, ουσιαστικό
μεγλάλο πανέρι
κανντίπ, επίρρημα
σχεδόν καθόλου
κάνου, ρήμα
- φτειάχνω, δημιουργώ, παράγω
- πώς είσαι, στη φράση τι κάν(ει)ς;
- οργώνω, π.χ. τάκανι/ες τα χουράφια;
- προσποιούμαι, π.χ. έκανι/ε πως δε μας είδι
- κοστίζει, στη φράση πόσου κάν(ει);
- υπολογίζω, λογαριάζω, στη φράση πόσου χρουνώ του (γ)κάν(ει)ς;
- ταιριάζει, είναι κατάλληλο, στη φράση μ’ κάνει
- ενεργούμαι, στη φράση τα κάνου
- συναναστρέφομαι, αντιμετωπίζω, π.χ. έχου να κάνω μι πιδιά
- πηγαίνω, κατευθύνομαι, π.χ. κάνι/ε παρέκ(ει) ή σιαπέρα ή κάτι πού να κάνου;
- επιτρέπεται, π.χ. δε (γ)κάν(ει) να τρώει γλυκά
- διετέλεσα, υπηρέτησα, π.χ. έκανα τρία χρόνια στρατιώτ’ς
- συμφωνώ, ταιριάζω, π.χ. ιμείς μαζί δε (γ)κάνουμι
- (μεταφορικά) αρχίζω να υπαναχωρώ σε κάτι που έχω συμφωνήσει, στη φράση κάνου νι/ερά
- ενεργώ όπως εγώ νομίζω, δεν υπακούω σε κανένα, στις φράσεις κάνου τ’ κιφαλιού μ’ ή κάνου ό,τ’ μ’ κατέβ’ ή κάνου ό,τ’ μ’ καπνίσ(ει) ή κάνου του κέφι μ’ ή κάνου τα θκα μ’
κανουνίζου, ρήμα
- διευθετώ, τακτοποιώ, π.χ. τα κανόν(ι)σα ούλα μια χαρά!
- σχεδιάζω, προγραμματίζω, π.χ. να του κανονίσουμε για αύριου;
- (ως απειλή) τιμωρώ, στη φράση θα σι κανουνίσου
κανούτους, -α, -ου, επίθετο
σταχτής, ψαρός
καντάρ’ του, ουσιαστικό
- είδος ζυγαριάς
- (μεταφορικά) για κάτι που διατίθεται σε μεγάλη ποσότητα, π.χ. έχ(ει) καντάρια μνυαλό
καντήλα η, ουσιαστικό
- μεγάλο κρεμαστό καντήλι
- πυώδης φουσκάλα στο δέρμα ή κοκκινίλα που έχει προέλθει από κάψιμο ή άλλου είδους ερεθισμό του δέρματος
- εξοργίζομαι, στη φράση βγάζου καντήλες
- υπερβολική ζέστη, στο σύνθετο καρακαντήλα
- το αφράτο βαμβάκι που υπάρχει στα ώριμα, σχισμένα, ανοιχτά καρύδια των καρποφόρων βλαστών της βαμβακιάς
καντήλ(ι) του και καντλάκ(ι) του (υποκοριστικό), ουσιαστικό
- δοχείο που περιέχει λάδι, παλαιότερα και φωτιστικό πετρέλαιο, πάνω στο οποίο καίει κάποιο φιτίλι, και, συνήθως, αυτά που καίνε λάδι τοποθετούνται μπροστά από εικονίσματα για λόγους θρησκευτικής λατρείας
- βρίζω βλάσφημα, όντας έξαλλος από θυμό, στις φράσεις κατιβάζου καντήλια και γαμού του καντήλ(ι) σ’ ή τα καντήλια σ’, επειδή το καντήλι θεωρείται σύμβολο της χριστιανικής λατρείας
καν’τίπουτα(ς), επίρρημα
σχεδόν τίποτα
καούρα η, ουσιαστικό
αίσθημα καψίματος
κάπα η, ουσιαστικό
χοντρό πανωφόρι με κουκούλα από γίδινο μαλλί
καπάκ(ι) του, ουσιαστικό
σκέπασμα
καπακώνου, ρήμα
σκεπάζω, καλύπτω
καπαμάς ου, ουσιαστικό
κρέας ειδικά μαγειρεμένο
καπάρους ου και καπάρου του, ουσιαστικό
η προκαταβολή
καπαρώνου, ρήμα
δίνω εγγυητική προκαταβολή για να εξασφαλίσω το αντικείμενο μιας αγοράς, μιας μίσθωσης και γενικά μιας εμπορικής συναλλαγής
καπάτσους ου, καπάτσα η, ουσιαστικό
ο καταφερτζής, ο επιτήδειος
καπίκ(ι) του, ουσιαστικό
- ρώσικο νόμισμα
- μονάδα μέτρησης στην πρέφα
καπίστρ’ του, ουσιαστικό
χαλινάρι
καπίστρουμα του, ουσιαστικό
η διαδιακασία εφαρμογής της καπιστράνας στο κεφάλι του ζώου
καπιτανάτου του, ουσιαστικό
- η εξουσία του καπετάνιου και η περιοχή που ήταν στη δικαιοδοσία του
- (μεταφορικά) ομάδα ανθρώπων που συστήνεται και λειτουργεί για την επιβολή των συμφερόντων τους
καπιτάνους ου, καπιτάν(ι)σσα η, ουσιαστικό
καπετάνιος, αρχηγός ένοπλου σώματος, πληθυντικός καπιταναίοι
καπλιαύκ(ι) του, ουσιαστικό
είδος καπέλου που φορούν οι ορθόδοξοι ιερείς
καπλιάφ’ του, ουσιαστικό
είδος καπέλου
κάπνα η, ουσιαστικό
- καπνός
- καπνιά
καπνίζου, καπνίζουμι, ρήμα
- βγάζω καπνό, π.χ. του τζάκ(ι) καπνίζ(ει)
- φουμάρω
- για να δηλωθεί ενέργεια ή απόφαση αυθαίρετη, ξαφνική ή απερίσκεπτη, στη φράση κάν(ει) ό,τ’ τ’ καπνίσ(ει)
καπνόρζα η, ουσιαστικό
η ρίζα του φυτού καπνός και συνεκδοχικά όλο το φυτό
καπνός ου, ουσιαστικό
- ο καπνός που εκπέμπει ό,τι καίγεται
- (μεταφορικά) α. φεύγω πολύ γρήγορα, εξαφανίζομαι, στη φράση γίνουμι καπνός β. για να δηλωθεί κάτι που συμβαίνει με μεγάλη ένταση ή σε υπερβολικό βαθμό, π.χ. του ψέμα πάει καπνός
- το φυτό από τα φύλλα του οποίου παράγονται τσιγάρα και άλλα προϊόντα καπνού, πληθυντικός τα καπνά
- ψιλοκομμένα αποξηραμένα φύλλα καπνού
καπνουσακούλα η, ουσιαστικό
μικρή θήκη για ψιλοκομμένο καπνό τσιγάρων ή πίπας
καπνουφτό του, ουσιαστικό
φυτό από σπόρο καπνού που μεταφυτεύεται στο χωράφι
καπνουχώρ’ του, ουσιαστικό
το χωριό που παράγει καπνά (η Λυγαριά ήταν τέτοιο χωριό)
καπνόφλλου, του
το φύλλο του φυτού καπνός
καπόν(ι) του, ουσιαστικό
καλοθρεμμένος
καπότα η, ουσιαστικό
- μανδύας, κάπα
- προφυλακτικό
καπούλια τα, ουσιαστικό
τα πισινά αλόγου, μουλαριού ή γαϊδάρου
κάπουτις, επίρρημα
κάποτε
καπρίτσ(ι)ου του, ουσιαστικό
ιδιοτροπία
καπ’στράνα η, ουσιαστικό
συνδεδεμένα μεταξύ τους δερμάτινα λουριά που φοριούνται στο κεφάλι αλόγου, μουλαριού ή γαϊδουριού και στην οποία δένεται το καπίστρι, το χαλινάρι
καραβιδιάζου, ρήμα
δένω πολύ σφιχτά κάτι
καραγκούν(η)ς ου, καραγκούνα η, ουσιαστικό
αυτός που ανήκει στη βλαχόφωνη πληθυσμιακή ομάδα των Καραγκούνηδων ή Αρβανιτόβλαχων
Καρακαϊά η, ουσιαστικό
τοπωνύμιο στην περιοχή Λυγαριάς
καρακαμπίλα η, ουσιαστικό
κάμπος χωρίς υψώματα και δέντρα, ίσιωμα
καρακόλ(ι) του, ουσιαστικό
αστυνομική περίπολος
καραμάνα και καραμάν(ι)κη η, ουσιαστικό
προβατίνα άσπρη με μαύρους κύκλους γύρω από τα μάτια και φαρδιά ουρά
καραμάν(η)ς ου, ουσιαστικό
όμορφος, λεβέντης
καραματιάζου, ρήμα
βάζω στόχο, σκοπεύω, σημαδεύω προσεκτικά
καραμζώνου, ρήμα
θυμώνω
καραμιλουτή η, ουσιαστικό
κουβέρτα μάλλινη με χρωματιστά σχέδια
καραμούζα η, ουσιαστικό
πνευστό όργανο
καραμπουζουκλής ου, ουσιαστικό
λέγεται, συνήθως χάριν αστεϊσμού ή ειρωνικά, για την ανδροπρέπεια κάποιου, π.χ. ου Κώστας ου λι/εβέντ’ς, ου καραμπουζουκλής!
καραμπου(ι)ά η, ουσιαστικό
μαύρη μπογιά, βαφή
καραούλ(ι) του, ουσιαστικό
- μέρος που βρίσκεται ψηλά
- (κατ’ επέκταση) η κατόπτευση από ψηλό μέρος, παρατηρητήριο, σκοπιά
καραουλίζου, ρήμα
ελέγχω, φρουρώ
καράς ου, ουσιαστικό
μαύρο άλογο
καράτκου του, ουσιαστικό
μαύρο άλογο, καράς
καρβέλ(ι) του, ουσιαστικό
- ψωμί σε στρογγυλό ή ωοειδές σχήμα
- (μεταφορικά) α. θα περάσει πολύς καιρός, στη φράση έχ(ει) να φάει πουλλά καρβέλια β. δε θα ζήσει πολύ, στη φράση λίγα είνι/ε τα καρβέλια τ’ γ. αυτό που στερείται και επιθυμεί κάποιος πολύ, αυτό έχει διαρκώς στο μυαλό του ή φαντάζεται ότι το αποκτά, στην παροιμία ου νηστ’κός καρβέλια ’νειρεύιτι
καρβούνα η, ουσιαστικό
η αιθάλη που επικολλάται στην επιφάνεια σκευών
καρβουνιά η, ουσιαστικό
- η καρβούνα
- ο λεκές από καρβούνα ή από κάρβουνο, η μαυρίλα, η μουτζούρα
κάργα, επίρρημα
πλήρες, γεμάτο
καργάρου και καργαρώνου, ρήμα
- σγίγγω δυνατά, συνώνυμο: τιζάρου
- γεμίζω μέχρι επάνω, συνώνυμο: τλώνου
κάργας ου, ουσιαστικό
ψευτοπαλληκαράς στη φράση, μας κάνει του (γ)κάργα
καρδάρ’ του, ουσιαστικό
- μικρό στρογγυλό σκεύος για το γάλα
- (μεταφορικά) βρέχει καταρρακτωδώς, στη φράση βρέχ(ει) μι του καρδάρ’
καρδάρα η, ουσιαστικό
στρογγυλό σκεύος όπου αρμέγουν το γάλα
καρδιά η, ουσιαστικό
- η καρδιά
- στ’ γκαρδιά
καρδιλιάγκους και γκαρδιλιάγκους ου, ουσιαστικό
- η τραχεία λόγω του χόνδρου, ο λάρυγγας
- (συνεκδοχικά) ο λαιμός, π.χ. (απειλητικά) θα σ’ στρίψου του (γ)καρδιλιάγκου
καρέλ(ι) του, ουσιαστικό
μικρός ξύλινος δάτρητος κύλινδρος όπου τυλίγεται κλωστή
καρές ου, ουσιαστικό
είδος χτενίσματος των μαλλιών με χωρίστρα
καρικλί και καρικλάκι του, ουσιαστικό
μικρό ψάθινο κάθισμα, συνώνυμο: σκαμνί
καρικώνου, ρήμα
- διορθώνω με κλωστή τα φθαρμένα μέρη υφάσματος
- ράβω με κλωστή κατά μήκος τα άκρα υφάσματος, για να μη ξεφτύσει το στρίφωμά του
καριόλα η, ουσιαστικό
- είδος διπλού, συνήθως, κρεβατιού
- ανήθικη γυναίκα
καριόλης ου, ουσιαστικό
ανήθικος άντρας
καρκαλέτσ(ι) του, ουσιαστικό
κοκίτης, λοιμώδης παιδική ασθένεια
καρκανιάζου, ρήμα
διψώ πολύ, συνώνυμο: γκανιάζου
καρκάντζαλους ου, ουσιαστικό
ο καλικάντζαρος, διάβολος
κάρκαρα τα, ουσιαστικό
δυνατά γέλια
καρκαριέμι, καρκαριώμι και καρκαρίζουμι, ρήμα
γελάω δυνατά
καρλάφτ’ς ου, ουσιαστικό
αυτός που έχει μεγάλα αφτιά
καρμανιόλα η, ουσιαστικό
λαιμητόμος
καρμίρς ου, ουσιαστικό
τσιγκούνης, μίζερος και κακομοίρης
καρντάσ(η)ς ου, ουσιαστικό
αδερφός
καρότσ(ι) του, ουσιαστικό
- μικρό αμάξι που το σπρώχνουν με τα χέρια, κατάλληλο για μικρές μεταφορές
- (μεταφορικά) με διάφορους τρόπους και μέσα με ωθεί και με οδηγεί σε ορισμένη κατεύθυνση, επιδίωξη, στη φράση μι πάει καρότσι
καρούμπαλου του, ουσιαστικό
εξόγκωμα στο κεφάλι που δημιουργείται από δυνατό χτύπημα
καρπαζ(ι)ά η, ουσιαστικό
δυνατό χτύπημα στο κεφάλι με το εσωτερικό μέρος της ανοιχτής παλάμης
καρπαζώνου, ρήμα
δίνω καρπαζιές
καρπίδι του, ουσιαστικό
υφαντό (τσόλι) που στρωνόταν στο χωματένιο δάπεδο δωματίου
καρπός ου, ουσιαστικό
- το προϊόν φυτού
- καρπός σιτηρών που χρησιμοποιείται ως τροφή για ζώα
καρπούζ(ι) του, ουσιαστικό
- το καρπούζι
- δεν μπορεί να κάνει κανείς με επιτυχία δύο δουλειές ταυτόχρονα, στην παροιμία δυο καρπούζια δε χουράν σι νια μασκάλ(η)
καρσί, επίρρημα
απέναντι, αντικριστά
κάρτα η, ουσιαστικό
φωτογραφία
καρτέρ’ του, ουσιαστικό
η ενέδρα
καρτιράου και καρτιρού, ρήμα
περιμένω
καρτιριμός ου, ουσιαστικό
υπομονή
κάρτου του, ουσιαστικό
το ένα τέταρτο
καρυά η, ουσιαστικό
η καρυδιά
καρύδ’ του, ουσιαστικό
- το καρύδι, ο καρπός της καρυδιάς, συνώνυμο: κουκόσ(ι)α
- το κλειστό καρπόφυλλο του βλαστού της βαμβακιάς
καρυδώνου, ρήμα
στραγγαλίζω, πνίγω
καρφί του, ουσιαστικό
- μεταλλικό αιχμηρό στοιχείο, που χρησιμοποιείται για τη σύνδεση κομματιών ξύλου
- (μεταφορικά) αδιαφορώ, καθόλου δε με νοιάζει, στη φράση καρφί [ή καρφάκ(ι)] δε μ’ καίγιτι
- υπονοούμενο, μπηχτή
- καταδότης, ρουφιάνος, σπιούνος
καρφώνου, ρήμα
- στερεώνω ή ενώνω κάτι μπήγοντας καρφιά
- προδίδω
κάσα η, ουσιαστικό
- ξύλινο κιβώτιο
- το φέρετρο
κασαβέτ’ του, ουσιαστικό
στενοχώρια
κασέλα η, ουσιαστικό
είδος επίπλου, μπαούλο, σεντούκι
κασίδα η, ουσιαστικό
δερματοπάθεια του τριχωτού της κεφαλής που προκαλεί τριχόπτωση
κασίδ’ς ου, ουσιαστικό
- που έχει κασίδα
- (μεταφορικά) για αρχάριο επαγγελματία, στη φράση (μαθαίνει) στ’ κασίδ’ του κιφάλ(ι)
κασκαρίκα η, ουσιαστικό
φάρσα, πάθημα
κασόν(ι) του, ουσιαστικό
ξύλινο κιβώτιο για τη φύλαξη ή τη μεταφορά αντικειμένων
κάτ’, επίρρημα ή πρόθεση
- κάτω
- προς, π.χ. κατ’ ιμένα
κατάβαθα, επίρρημα
σε μεγάλο βάθος
καταβόθρα η, ουσιαστικό
υπόγεια φυσική διάβαση από την οποία πολλές φορές περνούν νερά
καταβουλάδα η, ουσιαστικό
βέργα κλήματος που παραχώνεται λίγο πιο πέρα από τη μάνα της κι ύστερα από κάμποσο καιρό ριζοβολάει και τότε αποκόπτεται από τη μάνα της
καταγένουμι, ρήμα
ασχολούμαι επίμονα με κάτι, αόριστος καταγέν(η)κα και καταγίν(η)κα
κατάγιρους, -ρ(η), -ου, επίθετο
που είναι πολύ γερός, υγιής, δυνατός
καταδέχουμι, ρήμα
δε δείχνω υπεροψία ή περιφρόνηση
καταή, καταούλα και καταΐτσα, επίρρημα
καταγής, κατάχαμα
κατακάθ’ του, ουσιαστικό
- ό,τι κατακάθεται στον πυθμένα ενός δοχείου που περιέχει υγρό με διαλυμένες μέσα σ΄ αυτό στερεές ουσίες
- (μεταφορικά) άνθρωπος χυδαίος, τιποτένιος, απόβρασμα
κατάκαλα, επίρρημα
πολύ καλά
κατάκαμπα, επίρρημα
καταμεσής στον κάμπο
κατακέφαλα, επίρρημα
στο κεφάλι, στο μέσο του κεφαλιού, π.χ. η πέτρα τουν χτύπ’σι κατακέφαλα
κατακεφαλιάζου, ρήμα
χτυπώ κάποιον στο κεφάλι με την παλάμη, χαστουκίζω
κατακέφαλους ου, κατακέφαλου του και κατακιφαλιά η, ουσιαστικό
χτύπημα στο κεφάλι με την παλάμη, σφαλιάρα, χαστούκι
κατάκ(οι)τους, -τ(η), -ου, επίθετο
αυτός που βρίσκεται στο κρεβάτι μεγάλο διάστημα, εξαιτίας αδυναμίς να σταθεί όρθιος
κατακουκκνίζου, ρήμα
βάφω κάτι πολύ κόκκινο, κατακκόκινο
κατακουντά, επίρρημα
από πολύ κοντά
κατάκουρφα, επίρρημα
ακριβώς πάνω στην κορυφή
κατακούτιλα, επίρρημα
στο μέτωπο και συνεκδοχικά στο κεφάλι, π.χ. η πέτρα τουν βάρισι κατακούτιλα
κατακραή η, ουσιαστικό
η κατακραυγή, η έντονη αποδοκιμασία
κατακρένου, ρήμα
κρίνω αρνητικά κάποιον, κατηγορώ
καταλαβαίνου, ρήμα
αντιλαμβάνομαι, εννοώ, κατανοώ
καταλαϊάζου, ρήμα
ηρεμώ, ησυχάζω
κατάλακκα, επίρρημα
στη μέση της λάκκας
καταλάου, καταλιώμι και καταλιέμι, ρήμα
φθείρω, ξοδεύω, καταναλώνω, π.χ. τα ρούχα καταλιώντι ή του λάδ’ καταλιέτι
καταμισής, επίρρημα
στη μέση ακριβώς
κατάνακρα, επίρρημα
εντελώς στην άκρη
κατανέμ’, επίρρημα
κατά ανέμου, από το κακό στο χειρότερο
καταντάου, ρήμα
φτάνω, καταλήγω σε μια κατάσταση κακή ή άθλια από υλική, ηθική ή ψυχική άποψη, π.χ. κατάντ’σι σκλάβους
κατάντια η, ουσιαστικό
κακή, άθλια κατάσταση
καταντικρύ, επίρρημα
απέναντι ακριβώς
καταντίπ, επίρρημα
εντελώς, τελείως, πέρα για πέρα, π.χ. καταντίπ βλάκας
καταούλα, επίρρημα
κάτω στο έδαφος
καταπατάου, ρήμα
- κάνω δική μου εδαφική έκταση που δε μου ανήκει
- είμαι ασυνεπής, δεν τηρώ υποχρέωση ή υπόσχεση, π.χ. καταπάτ’σι τουν όρκου τ’
- διερευνώ τις προθέσεις κάποιου, π.χ. θα κ(οι)τάξου να (ν)του (γ)καταπατήσου
καταπιάνουμι, ρήμα
ασχολούμαι με κάτι
κατάπλασμα του, ουσιαστικό
παχύρρευστη μάζα από αμυλώδεις ουσίες με θεραπευτικές ιδιότητες, που την έβαζαν μέσα σε λεπτό και αραιό ύφασμα και την άπλωναν στο σημείο του σώματος που παρουσίαζε ερεθισμό ή φλεγμονή
κατάπουδου το, ουσιαστικό
το ύστερο που αποβάλλεται μετά τον τοκετό (πλακούντας)
καταπ’σιά η, ουσιαστικό
κατάποση, η ενέργεια του καταπίνω, η γουλιά π.χ. μια καταπ’σιά νι/ερό
καταπώς, επίρρημα
όπως
κατάρραχα, επίρρημα
στην κορυφή της ράχης, στην κορυφογραμμή
κατασάουρα, επίρρημα
καταγής, πάνω στο χώμα, πάνω στο σαρωμένο έδαφος
κατάσαρκα, επίρρημα
σε επαφή με τη σάρκα
κατατόπια τα, ουσιαστικό
σημεία ενός χώρου ή μέρη μιας περιοχής που απαιτούν υπόδειξη ή καθοδήγηση για να γίνουν γνωστά
καταχιριάζου, ρήμα
δέρνω με το χέρι, χαστουκίζω
καταχνιά και κατικνιά η, ουσιαστικό
πυκνή ομίχλη, συνώνυμο: αντάρα
καταχουνιάζου, ρήμα
κρύβω κάτι σε σημείο που είναι δύσκολο να βρεθεί
καταώρας, επίρρημα
για την ώρα
κατηγόριου του, ουσιαστικό
κατηγορία, επίκριση
κάτι, πρόθεση
κατά, προς, π.χ. κάτι πού πας; ή κάτι πού να κάνου; (προς τα πού να πάω)
κατιβαίνου, ρήμα
κατεβαίνω
κατιβασιά η, ουσιαστικό
- πλημμύρα χειμάρρου
- (μεταφορικά) στο ποδόσφαιρο, συντονισμένη επίθεση προς το αντίπαλο τέρμα
κατιπούθι, επίρρημα
κατά πού
κατιργάρ’ς ου, κατιργάρα η, ουσιαστικό
κατεργάρης, απατεωνάκος, πονηρός, που χρησιμοποιεί τεχνάσματα για να πετύχει τους σκοπούς του
κατκιό του, ουσιαστικό
καλυβάκι, κατοικία
κατμάς ου, ουσιαστικό
κατιμάς, κρέας κατώτερης ποιότητας
κατνάρα η, ουσιαστικό
κοπάδι αποτελούμενο από κατσίκες που ανήκαν στις οικογένειες μιας κοινότητας, ενός χωριού
κατοίκιψι, ρήμα
κατοίκησε
κατρακύλα η, ουσιαστικό
- ανώμαλη πτώση και συνεχείς ανατροπές σε κατηφορική επιφάνεια
- (μεταφορικά) ηθικός ή οικονομικός ξεπεσμός
κατρακ(υ)λάου, ρήμα
- πέφτω και κυλάω σε κατηφορική επιφάνεια
- λέγεται για κάτι που υφίσταται ραγδαία μείωση ή πτώση
- (μεταφορικά) για ηθική κατάπτωση
κατράμ’ του, ουσιαστικό
- απόσταγμα από διάφορες ύλες που χρησιμοποιούνταν ως καύσιμα, η πίσσα
- (μεταφορικά) μαύρος, π.χ. μαύρους σα κατράμ’
κατράου, κατριέμι, ρήμα
- κατουρώ, αόριστος κατρήθκα και κατρήσκα
- (μεταφορικά) α. δεν παίρνω κάποιον υπόψη, τον περιφρονώ, στη φράση δε (ν)του (γ)κατράς β. ταπεινώνομαι, εξευτελίζομαι πάρα πολύ για να ζητήσω, να πετύχω κάτι, στη φράση φλάου κατουρμένι/ες πουδιές γ. για παροχή πολύ μικρής ποσότητας νερού, στο ρήμα κατράει
κατραπακιά η, ουσιαστικό
χτύπημα στο κεφάλι με την παλάμη, συνώνυμο: κατακέφαλο
κατρήθρα η, ουσιαστικό
η ουροδόχος κύστη
κάτρου του, ουσιαστικό
το κάτουρο
κατσάβραχου του, ουσιαστικό
αιχμηρός βράχος, απόκρημνο μέρος
κατσαγάν(ι)κ(η) η, ουσιαστικό
ζαβή προβατίνα
κατσάδα η, ουσιαστικό
η επίπληξη, το μάλωμα
κατσαδιάζου, ρήμα
επιπλήττω έντονα, μαλώνω κάποιον
κατσαούλ(ι) του, ουσιαστικό
κατωσάγονο, πιγούνι
κατσαρός, -ή, -ό, επίθετο
κατσαρομάλλης
κάτσι, ρήμα
- κάθισε, προστακτική του αορίστου έκατσα
- στάσου, περίμενε, π.χ. κάτσι λίγου
- πρόσεξε, π.χ. κάτσι να δεις
κατσιάζου, ρήμα
ζαρώνω, μαραζώνω, μετοχή κατσιασμένο, μαραζωμένο
κατσιαμάκ(ι) του, ουσιαστικό
είδος φαγητού από καλαμποκίσιο αλεύρι και γάλα
κατσίκ(ι) του ουσιαστικό
- το μικρό της κατσίκας
- (μεταφορικά) α. ευκίνητος και ζωηρός άνθρωπος β. για κάτι πολύ γελοίο, στη φράση θα γιλάσ(ει) κι του παρδαλό κατσίκ(ι)
κατσ(ι)λώνω, ρήμα
(για ζώο) σηκώνω όρθια τα αφτιά, π.χ. η φουράδα κατσίλουσι
κατσιό του, ουσιαστικό
καθισιό, απραξία, τεμπελιά
κατσιούλα η, ουσιαστικό
- κωνικό κάλυμμα του κεφαλιού, κουκούλα
- (μεταφορικά) κυματισμός που σχηματίζεται σε μεγάλο ορμητικό χείμαρρο
κατσκάδα η, ουσιαστικό
θηλυκό κατσίκι
κατσκίσιους, -α, -ου, επίθετο
που προέρχεται, παράγεται από κατσίκα
κατσκουπόδαρους ου, ουσιαστικό
χαρακτηρισμός ανθρώπου που φέρνει κακοτυχία, γρουσούζης
κατσκώνουμι, ρήμα
στρογγυλοκάθομαι σε ένα μέρος και δε λέω να φύγω
κατσλαφτιάζου, ρήμα
- σκύβω ντροπιασμένος το κεφάλι
- θυμώνω
κατσλουμύτ’ς ου, κατσλουμύτα η, ουσιαστικό
- αυτός που έχει σηκωμένη τη μύτη
- (μεταφορικά) αυτός που έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, ψωροπερήφανος
κατσούλα η, ουσιαστικό
- τριγωνικού, συνήθως, σχήματος κάλυμμα του κεφαλιού προσαρμοσμένο στο ρούχο (κάπα), κουκούλα
- (μεταφορικά) κατσούλες: τα κύματα που σχημάτιζαν τα ορμητικά νερά των χειμάρρων της Λυγαριάς στις «κατιβασιές» τους
κατσουλιέρους ου, ουσιαστικό
ο κορυδαλλός
κατώι του, ουσιαστικό
το ισόγειο των διώροφων χωριάτικων σπιτιών, που χρησίμευε και ως αποθήκη των προϊόντων, κρασιού, λαδιού
καυκαλίθρις οι, ουσιαστικό
αγριολάχανα
καύκαλου του, ουσιαστικό
το κρανίο
καυκί του, ουσιαστικό
ξύλινο βαθύ σκεύος
καύτρα η, ουσιαστικό
- η άκρη του τσιγάρου που καίγεται
- στοματίτιδα, άφθα
καφάσ(ι) του, ουσιαστικό
- μικρό ξύλινο κιβώτιο, τελάρο
- κεφάλι
- (μεταφορικά) τρελάθηκα, στη φράση μου ’φκι του καφάσ(ι)
καφικούτι του, ουσιαστικό
το κουτί όπου φυλάσσεται ο καφές
καφόμπλους ου, ουσιαστικό
χερόμυλος από μπρούτζο για να αλέθουν τον καφέ
καφόμπρικου του, ουσιαστικό
μπρίκι για την παρασκευή του καφέ
κάψα η, ουσιαστικό
πολλή ζέστη, καύσωνας
καψάλα η και καψάλ(ι) του, ουσιαστικό
- καμένη έκταση γης
- φέτα ψωμιού φρυγανισμένη στα κάρβουνα
καψαλάου και καψαλίζου, ρήμα
- καίω κάτι επιφανειακά
- καίω υπολείμματα φτερών σε σφαγμένο πτηνό
καψιρός, -ή, -ό, επίθετο
δύστυχος, κακόμοιρος, αξιολύπητος
καψούλ(ι) του, ουσιαστικό
- πυροκροτητής
- (μεταφορικά και ειρωνικά) για άνθρωπο περιορισμένων διανοητικών ικανοτήτων, αργόστροφο, π.χ. α, αυτός είνι/ε γιρό καψούλ(ι)!
καψουμάνα η, ουσιαστικό
καημένη, δύστυχη μάνα
καψώνου, ρήμα
ζεσταίνομαι πολύ
κβάρ’ του, ουσιαστικό
- το κουβάρι
- (μεταφορικά) αρχίζω να ξεκαθαρίζω μια μπερδεμένη υπόθεση, στη φράση ξιτλίου του κβάρ’
κβαριάζου, κβαριάζουμι, ρήμα
- τυλίγω νήμα και σχηματίζω κουβάρι
- (μεταφορικά) για άνθρωπο που έχει κουλουριαστεί από τον πόνο ή που έχει ζαρώσει από τα γηρατειά, π.χ. έπισι απάνω τ’ του φουρτί κι κβαριάσκι
κβας ου, ουσιαστικό
ο κουβάς, π.χ. φέρι του (γ)κβα
κβέντα η, ουσιαστικό
- η κουβέντα, ο λόγος
- συζήτηση
κβιντιάζου, κβιντιάζουμι
- κουβεντιάζω, συζητώ
- κουτσομπολεύω, κακολογώ, π.χ. μας κβιντιάζ’ ου κόσμους
κβιντουλόι του, ουσιαστικό
μεγάλης διάρκειας συζήτηση
κδούν(ι) του, ουσιαστικό
το κουδούνι
κειαϊά, επίρρημα
εκειδά
κείθι, επίρρημα
από εκείνη τη μεριά
κειος, κείν(η), κειο, αντωνυμία δεικτική
εκείνος, εκείνη, εκείνο
κείτουμι, ρήμα
- είμαι κατάκοιτος
- βρίσκομαι πεσμένος, νεκρός
- προστακτική κ(ει)τάσ’, πέσε, μείνε κάτω, ξάπλωσε
κέντμα του, ουσιαστικό
το κέντημα
κέντρωμα του, ουσιαστικό
το μπόλιασμα
κέρασμα του, ουσιαστικό
- προσφορά ποτού ή γλυκίσματος από τον οικοδεσπότη στον επισκέπτη
- πληρωμή του λογαριασμού ενός φίλου ή όλης της συντροφιάς
κέρατου το, ουσιαστικό
- το κέρατο
- (μεταφορικά) α. δύστροπος, ανάποδος, πεισματάρης άνθρωπος, π.χ. είνι/ε κέρατου βιρνικουμένου β. η συζυγική απιστία γ. πάρα πολύ, σε υπερβολική ποσότητα, στις φράσεις πλήρωσε ή έφαγι τα κέρατά τ’ δ. ως βρισιά, στη φράση γαμού του κέρατό μ’
κέρουμα του, ουσιαστικό
επάλειψη με κερί
κέφ’ του, ουσιαστικό
- η καλή, η χαρούμενη διάθεση, η ευχαρίστηση
- κάνω αυτό που μου αρέσει χωρίς να λογαριάζω κανέναν, χωρίς να υπολογίζω τίποτε, στη φράση κάνου του κέφι μ’
κήπους ου, ουσιαστικό
ο κήπος, πληθυντικός οι κήπ’ και τα κήπια
κθάρ’ του, ουσιαστικό
το κριθάρι
κθαράκ(ι) του, ουσιαστικό
το κριθαράκι, μικρό φλεγμονώδες εξόγκωμα στην άκρη του βλεφάρου
κιαπέ, επίρρημα
κι ύστερα, αλλιώς
κιαρατάς ου, ουσιαστικό
- ο απατημένος σύζυγος
- άτιμος, κακός χαρακτήρας
κιαρατούκλ(η)ς ου, ουσιατικό
πονηρός, κατεργάρης, καταφερτζής
κ(ι)βούρ’ του, ουσιαστικό
τάφος, μνήμα
κικές ου, ουσιαστικό
βραδύγλωσσος
κιλι/επούρ’ του, ουσιαστικό
προϊόν σε χαμηλή τιμή, ευκαιρία αγοράς
κιλίμ’ του, ουσιαστικό
τάπητας χειροποίητος, που υφαίνεται στον αργαλειό
κιμέρ’ του, ουσιαστικό
πορτοφόλι της ζώνης
κιμπάρς ου, ουσιαστικό
1. που είναι γενναιόδωρος, γαλαντόμος
2. ντόμπρος
κ(ι)νάου, ρήμα
- κινώ, ξεκινώ να πάω κάπου, αναχωρώ, προστακτική κίνα, κ(ι)νάτι, π.χ. κίν(η)σα να πάου ή κ(ι)νάτι, γιατί μας πήρι η ώρα
- βάζω μπροστά
κίνουμα του, ουσιαστικό
το σερβίρισμα του φαγητού
κιντάου, ρήμα
- κεντώ, με βελόνα και κλωστή δημιουργώ διακοσμητικά σχέδια επάνω σε ύφασμα
- (μεταφορικά) δημιουργώ κάτι πολύ ωραίο, έχω άριστες επιδόσεις σε κάτι, π.χ. ό,τ’ κι να φκειάξ(ει), κιντάει
- με αιχμηρό όργανο πιέζω δυνατά επάνω στο δέρμα προξενώντας αίσθημα πόνου
- (για έντομα) τσιμπώ, π.χ. μι κέντ’σι μέλισσα
- ερεθίζω, πειράζω
κιντέρ’ του, ουσιαστικό
βάσανο, στενοχώρια
κιντράδ’ του, ουσιαστικό
μικρό τμήμα βλαστού που χρησιμοποιείται για μπόλιασμα
κιντρί του, ουσιαστικό
το κεντρί
κιντρώνου, ρήμα
μπολιάζω δέντρο
κιντυνεύου, ρήμα
κινδυνεύω
κίντυνους ου, ουσιαστικό
κίνδυνος
κινώνου, ρήμα
βάζω το φαγητό από την κατσαρόλα στα πιάτα
Ετυμολογία
Προέρχεται από το ρήμα κενόω, -ώ (αδειάζω) > κενώνω > κινώνω > κινώνου.
κιόλα(ς), επίρρημα
- επιπλέον
- μόλις, ήδη
κιούπ’ του, ουσιαστικό
μικρό πιθάρι
κιουστέκ(ι) του, ουσιαστικό
βαρύ παραδοσιακό ασημένιο σε σχήμα σταυρού διακοσμημένο επιστήθιο κόσμημα, πληθ. κιουστέκια
κιουτεύου, ρήμα
χάνω το θάρρος μου, δειλιάζω, φοβούμαι
κιουτής ου, ουσιαστικό
δειλός, φοβητσιάρης
κιραμίδ’ του, ουσιαστικό
- το κεραμίδι
- στον πληθυντικό κιραμίδια, η στέγη, π.χ. ανέβκι στα κιραμίδια
- (συνεκδοχικά) το σπίτι, π.χ. ν’ αγουράσου ένα κιραμίδ’, να βάλου του κιφάλι μ’
κιράσματα τα, ουσιαστικό
τα χρήματα που βάζουν οι καλεσμένοι στα προικιά της νύφης
κιρδάου και κιρδεύου, ρήμα
κερδίζω
κιρί του, ουσιαστικό
- το κερί
- αδυνατίζει συνέχεια ή μαραζώνει από αρρώστια ή στενοχώρια, στη φράση λιών(ει) σαν του κιρί
Ετυμολογία
Προέρχεται από το αρχαίο κηρίον > κερί > κιρί.
κιρκινέζ(ι) του, ουσιαστικό
είδος γερακιού
κιρνάου, ρήμα
- κερνώ, προσφέρω σε επισκέπτη ποτό ή γλύκισμα
- πληρώνω το λογαριασμό του φίλου ή της συντροφιάς μου
κιρός ου, ουσιαστικό
- οι καιρικές συνθήκες, π.χ. τι κιρό θα κάν(ει) αύριου;
- η χρονική διάρκεια, π.χ. θα πάρ’ κιρό
- χρονική περίοδος κατάλληλη για κάτι, εποχή, π.χ. κάθι πράμα στου (γ)κιρό τ’
- για κακοκαιρία, στη φράση πήρι κιρός
κιρουμύτ’ς ου, ουσιαστικό
κότσυφας με κιτρινωπή μύτη, ράμφος, σαν το χρώμα του κεριού
κιρουπάνι του, ουσιαστικό
παρασκεύασμα για την θεραπεία του αφτιού από το “κρύωμα”
κιρώνου, ρήμα
- (μεταβατικό) επαλείφω και καλύπτω κάτι με κερί
- (αμετάβατο, μεταφορικά) γίνομαι κίτρινος σαν το κερί, λόγω μεγάλης αμηχανίας ή αναστάτωσης, χλομιάζω, π.χ. κέρωσα απ’ του φόβου μ’
κισάτ’ του, ουσιαστικό
πληθυντικός κισάτια, χαμηλές εισπράξεις που οφείλονται σε μειωμένη εμπορική κίνηση της αγοράς
κισές ου, ουσιαστικό
κεσές, μικρό δοχείο
κίσσα η, ουσιαστικό
κορακοειδές πτηνό
κιτάπ’ το, ουσιαστικό
βιβλίο ή τετράδιο που χρησιμοποιείται για σημειώσεις
κίτιρνους, -ν(η), -ου, επίθετο
κίτρινος, π.χ. έγινι/ε κίτιρνους απ’ του φόβου τ’
κιφαλάρ’ του, ουσιαστικό
- το επάνω μέρος του κρεβατιού, όπου ακουμπά το κεφάλι.
- οι δύο άκρες στις στενόμακρες πλευρές ενός χωραφιού
κιφάλ(ι) του, ουσιαστικό
- το κεφάλι
- (μεταφορικά) α. προσπαθώ να θυμηθώ κάτι, αλλά δεν μπορώ, στη φράση σπάου του κιφάλ(ι) μ’ β. πολύ έξυπνος, διάνοια, σπουδαίος, στη φράση είνι/ε μεγάλου κιφάλι γ. άνθρωπος πεισματάρης, ισχυρογνώμων, ξεροκέφαλος, στις φράσεις ξηρό κιφάλ(ι) ή αγύρστου κιφάλι δ. κάνω ό,τι νομίζω εγώ σωστό, χωρίς να λαμβάνω υπόψη συμβουλές άλλων, στη φράση κάνου τ’ κιφαλιού μ’ ε. το επινόησα μόνος μου χωρίς υποδείξεις, στη φράση το ’βγαλα απ’ του κιφάλ(ι) μ’ στ. θα πάθεις ζημιά, στη φράση θα φας του κιφάλ(ι) σ’ ζ. παίρνω θλαρρος, στη φράση σκώνου κιφάλ(ι) η. εργάζομαι αδιάκοπα και με προσήλωση σε αυτό που κάνω, στη φράση δε σκώνου κιφάλ(ι) θ. είναι έξυπνος, εφευρετικός, στη φράση κόβ’ του κιφάλ(ι) τ’ ι. είμαι τόσο σίγουρος για κάτι, ώστε στοιχηματίζω ακόμα και τη ζωή μου, στις φράσεις κόβου του κιφάλ(ι) μ’, ια. διακινδυνεύω τη ζωή μου, στη φράση βάνου του κιφάλι μ’ στου ντρουβά ιβ. θα μετανιώσεις πικρά, στη φράση θα βαρέσεις του κιφάλι σ’ ιγ. μεθώ, ζαλίζομαι, στη φγράση κάνου κιφάλ(ι) ιδ. γι’ αυτούς που, παρά την κατώτερη θέση ή την απειρία τους, εναντιώνονται και προσπαθούν να επιβάλλουν τη γνώμη τους σε ανωτέρους τους, στην παροιμία σκώθκαν τα πουδάρια να χτυπήσουν ή να διατάξουν του κιφάλι ιε.(για χαρταετό) σηκώνω ψηλά με τα χέρια τον χαρταετό, για να πετάξει με το φύσημα του αέρα, στη φράση δίνου ένα κιφάλ(ι)
κιφαλόβρυσου του, ουσιαστικό
κύρια πηγή
κιφτέδα η, ουσιαστικό
ο κεφτές
κιχαϊάς ου, ουσιαστικό
- κεχαγιάς, αυτός που θέλει να ασκεί εξουσία, έλεγχο στους άλλους, αρχηγός
- τσέλιγκας
κ’κί του, ουσιαστικό
- το κουκί
- οι ψήφοι, στον πληθυντικό τα κ’κιά
κλαδευτήρ’ του, ουσιατικό
μικρό σιδερένιο με ξύλινη λαβή, δίκοπο, κυρτό εργαλείο που χρησιμοποιείται για κόψιμο μικρών κλαδιών
κλαδευτήρα η, ουσιαστικό
σιδερένιο κυρτό εργαλείο που χρησιμοποιείται για κόψιμο κλαδιών
κλαίνουμι, ρήμα
γίνομαι κουλός, αόριστος κλάθκα
κλαμάρα η, ουσιαστικό
η κουλαμάρα
κλανιά η, ουσιαστικό
πορδή
κλανιάρς ου, ουσιαστικό
- αυτός που κλάνει συχνά
- (μεταφορικά) φοβητσιάρης
κλάνου, ρήμα
- πέρδομαι
- (μεταφορικά) α. φοβήθηκε, στη φράση τα ’κλασι β. άσε μας ήσυχους, παράτα μας, στη φράση κλάσι μας γ. αδιαφόρησε για μας, μας περιφρόνησε, στη φράση μας έκλασι δ. για να δηλώσουμε ότι δεν υπολογίζουμε κάποιον που μας απειλεί, στη φράση θα μας κλάσ(ι) τ’ αρχίδια
κλάπα η, ουσιαστικό
ειδικό σανίδι που χρησιμοποιείται για στερέωση και αποκατάσταση του κόκαλου που έχει υποστεί κάταγμα
κλαπατσίμπανα και κλαπατσίγκανα τα, ουσιαστικό
μουσικά όργανα
κλάρα η, ουσιαστικό
κλωνάρι δέντρου, κλαδί
κλαρί του, ουσιαστικό
- κλαδί, στον πληθυντικό κλαριά, τα δέντρα
- μεγάλες κλάρες από βελανιδιά για τροφή των κατσικών το χειμώνα
- (μεταφορικά) παρασύρω κάποιον στην ανήθική, στην παράνομη ζωή, στη φράση τουν βγάνου στου κλαρί
κλαρίζου, ρήμα
κόβω κλαριά
κλαρίνου του, ουσιαστικό
- το κλαρίνο, το μουσικό όργανο
- τα κλαρίνα, ο χώρος όπου παίζονται δημοτική μουσική και τραγούδια με κλαρίνο, π.χ. πάμι στα κλαρίνα
- (μεταφορικά) στέκομαι όρθιος σε στάση προσοχής πρόθυμος να υπακούσω σε κάποιον, π.χ. μπρουστά στ’ αφιντ(ι)κό τ’ στέκιτι κλαρίνου
κλαρούλα η, ουσιαστικό
διακοσμητικό θέμα στην καλλιτεχνική δημιουργία
κλάρουμα του, ουσιαστικό
η ενέργεια του κλαρώνω
κλάρσμα του, ουσιαστικό
η ενέργεια του κλαρίζω
κλαρώνου, ρήμα
- τοποθετώ κλάρες
- αναρριχιέμαι, σκαρφαλώνω
κλατάρου, ρήμα
- σκάω
- δεν έχω άλλες δυνάμεις, δεν αντέχω άλλο
κλαψάρς ου, ουσιαστικό
κλαψιάρης, αυτός που συνεχώς παραπονείται, μεμψίμοιρος
κλειδί του, ουσιαστικό
- το κλειδί
- το εξάρτημα που τοποθετείται στο σημείο όπου μία σιδηροδρομική γραμμή διακλαδίζεται σε άλλες δύο και κατ’ επέκταση η τοποθεσία, όπου γίνεται η διακλάδωση αυτή
- Κλειδί, τοπωνύμιο στην περιοχή Λυγαριάς
κλειδουνιά η, ουσιαστικό
η κλειδαριά
κλείδουσ(η) η, ουσιαστικό
η άρθρωση, η σύνδεση μελών του σώματος
κλειου, ρήμα
κλείνω
κλεισούρα η, ουσιαστικό
- κλειστό μέρος
- στενή ορεινή διάβαση
κλέφτ’ς ου, κλέφτρα η, ουσιατικό
- που κλέβει, που παίρνει κάτι που δεν του ανήκει
- μέλος ανυπότακτων ομάδων, που κατέφευγαν στα βουνά
- σπέρματα ενός φυτού, που είναι εφοδιασμένα με λεπτά λευκά νημάτια και μπορούν να μεταφέρονται από τον αέρα σε μεγάλη απόσταση
κλήμα του, ουσιαστικό
- το κλήμα
- (μεταφορικά) λέγεται για μια κακή κατάσταση που έγινε χειρότερη, στην παροιμιώδη φράση ήταν στραβό του κλήμα, τό ’φαϊ κι ου γάιδαρους
κληματόβιργα η, ουσιαστικό
η κληματόβεργα
κληματσίδα η, ουσιαστικό
αναρριχόμενο φυτό που μοιάζει με αγριόκλημα.
κλήρους ου, ουσιαστικό
κομμάτι γης
κλια η, ουσιαστικό
η κοιλιά
κλόκουρους ου, ουσιαστικό
το πρώιμο (συνήθως στο τέλος του Μάρτη) κούρεμα στον λαιμό και στην ουρά του ζώου
κλόσσια τα, ουσιαστικό
κρόσσια, διακοσμητικά νήματα στο τελείωμα υφαντού
κλος, -η, -ο, επίθετο
- κουλός, που έχει χάσει το ένα ή και τα δύο χέρια του ή που λόγω αναπηρίας δεν μπορεί να το ή τα χρησιμοποιήσει
- (μεταφορικά και υβριστικά) αδέξιος, ανίκανος
κλούβιους, -α, -ου, επίθετο
- κλούβιου του, το χαλασμένο αβγό
- χαζός, ανόητος, π.χ. του μυαλό σ’ του κλούβιου
κλουθουγυρνάου, ρήμα
- γυρίζω γύρω γύρω, κινούμαι κυκλικά
- (μεταφορικά) αναφέρομαι απέξω απέξω σε ένα θέμα αποφεύγοντας σκόπιμα να αναφερθώ καθαρά σε αυτό, μιλώ με υπεκφυγές
κλουνάρ’ του, ουσιαστικό
το κλωνάρι
κλουνί του, ουσιαστικό
- μικρό κλωνάρι, βλαστός
- κλωστή
κλουπακάου, ρήμα
ανακινώ, κουνάω έντονα δοχείο με υγρό, ώστε να ακουστεί ο χαρακτηριστικός ήχος που προκαλείται
κλούρ’ του, ουσιαστικό
το κουλούρι
κλούρα η, ουσιαστικό
- γενική ονομασία για διάφορα αντικείμενα σε σχήμα μεγάλου δακτυλίου
- ψωμί σε στρογγυλό σχήμα και το κουλούρι
- στεφάνι γάμου
- το μηδέν ως βαθμολογία
κλουριάζου, κλουριάζουμι
- τυλίγω ένα μακρύ και εύκαμπτο υλικό σε σχήμα κουλούρας
- λυγίζω το σώμα μου σκύβοντας έντονα μπροστά
κλουρώνου, ρήμα
- μαζεύω κάτι σε σχήμα κουλούρας
- κυκλώνω
κλουσάου, ρήμα
για πτηνό και κυρίως για κότα, ζεσταίνω με τη θερμοκρασία του σώματος τα αβγά, για να εκκολαφθούν τα κοτοπουλάκια, οι νεοσσοί, επωάζω
κλουσουπούλ(ι) του, ουσιαστικό
το νεογέννητο κοτοπουλάκι, ο νεοσσός
κλουτσάου, ρήμα
- χτυπώ δυνατά με το κάτω μέρος του ποδιού
- για μεγάλα τετράποδα ζώα που τινάζουν τα πισινά πόδια, ενώ στηρίζονται στα μπροστινά
- για πυροβόλα όπλα που τινάζονται προς τα πίσω κατά την εκπυρσοκρότηση
- (μεταφορικά) α. αντιδρώ αρνητικά, δεν αποδέχομαι κάτι β. δείχνω αδιαφορία και περιφρόνηση για κάποιον ή για κάτι, π.χ. κλότσ’σι τν ι/ευκιρία
κλουτσουπατάου, ρήμα
ποδοπατάω
κλουτσουτύρ’ του, ουσιαστικό
τυροκομικό προϊόν που παράγεται από το ξινόγαλο
κλούφ’ του, ουσιαστικό
θήκη
κλώθου, ρήμα
- γνέθω στη ρόκα
- (μεταφορικά) σκέφτομαι κάτι επίμονα, εξετάζω όλες τις δυνατές εκδοχές, στη φράση του κλώθου στου μυαλό μ’
κλώσα η, ουσιαστικό
- κότα που κλωσάει τα αβγά της ή που έχει κλωσοπούλια
- (μεταφορικά) ανόητη, αφελής γυναίκα
κμαντάρου και κμανταρίζου ρήμα
φροντίζω, ρυθμίζω, τακτοποιώ
κμάντου του, ουσιαστικό
έλεγχος, ρύθμιση
κμάρ’ του, ουσιαστικό
κουμάρι, το τυχερό παιχνίδι που παίζεται με χρήματα
κμάσ(ι) του, ουσιαστικό
- ο χώρος, όπου ζει και κοιμάται το γουρούνι
- (μεταφορικά) ανήθικος, κακοήθης άνθρωπος, παλιοχαρακτήρας
Ετυμολογία
Προέρχεται από του αρχαίο κομάς, χοιροστάσιο ;;;;;;…….
κμούτσ’ του, ουσιαστικό
μεγάλο κομμάτι (κυρίως ψωμιού) κομμένο με το χέρι
κνάβ’ του, ουσιαστικό
το κουνάβι
κνάου, κνιέμι, ρήμα
- κουνάω, κουνιέμαι, αλλάζω θέση, προστακτική κούνα, κνήσ’
- κουνάω κάποιο μέλος του σώματος, π.χ. κνάου τα χέρια μ’ ή του κιφάλι μ’
- σπρώχνω κάποιον στην κούνια, κουνιέμαι εγώ στην κούνια, στην αιώρα
- (απειλητικά) μη μου φέρνεις αντιρρήσεις μην αντιδράς σε μένα, στη φράση μη μ’ κνιέσι ιμένα
- ειρωνική αμφισβήτηση για όσα πιστεύει ή ελπίζει κάποιος, στη φράση κούνια π’ σι κούναγι!
- για γυναίκα που περπατά κουνώντας προκλητικά του σώμα της, στη φράση κνάμιν(η) και σνάμιν(η) [σειάμιν(η)]
κνέλους ου, κνέλα η, κνέλ(ι) του, ουσιαστικά
ο κούνελος, η κουνέλα, το κουνέλι
κνούπ’ του, ουσιαστικό
το κουνούπι
κόβου, κόβουμι, ρήμα
- κόβω, π.χ. κόβου ξύλα
- σταματώ, π.χ. έκουψα του τσιγάρου
- τραυματίζω, π.χ. έκουψα του δάχλου μ’
- σφάζω, π.χ. έκουψι δυο αρνιά για του Πάσχα
- με πατάει ο τροχός του αυτοκινήτου και κατ’ επέκταση με χτυπάει το αυτοκίνητο, π.χ. φεύγα απ’ του δρόμου μη σι κόψ(ει) τ’ αυτουκίνητου
- κόβω σε δύο ή και περισσότερα μέρη την τράπουλα, για να μοιραστούν τα χαρτιά της στους παίχτες, π.χ. ποιος κόβ’;
- (μεταφορικά) α. ακολουθώ μια συντομότερη διαδρομή, στη φράση κόβου δρόμου β. για κάποιον εύστροφο, έξυπνο, στη φράση κόβ’ του μυαλό τ’ γ. για κάποιον που είναι παρατηρητικός ή και διορατικός, στη φράση κόβ’ του μάτι τ’ δ. διέκρινα, αντιλήφθηκα, κατάλαβα το ποιόν του, στη φράση, τουν έκουψα ε. έχει πολλά κέρδη, στη φράση κόβ’ λι/εφτά στ. με τρόμαξε, με κοψοχόλιασε, στη φράση μου ’κουψι τη χουλή στ. με νοιάζει, με απασχολεί στη φράση μι πουνάει κι μι κόφτει ζ. για κάποιον που μιλάει πολύ και με αιχμηρό τρόπο, στη φράση κόβ’ η γλώσσα τ’ η. παρατηρώ προσεκτικά τον κόσμο που περνά και γενικότερα ό,τι συμβαίνει, στη φράση κόβου κίνησ(η) θ. φεύγω βιαστικά και κρυφά, στη φράση κόβου λάσπ’ ι. αποθαρρύνω, απογοητεύω, αποκαρδιώνω κάποιον, στη φράση τ’ κόβου τα φτιρά ια. για κάτι πολύ χρήσιμο που δεν το έχω ή που δε λειτουργεί πια, στη φράση μου κουψι τα χέρια ιβ. ως απειλή, θα σε τιμωρήσω σκληρά, στη φράση θα σ’ κόψου τα πουδάρια ιγ. πεινάω πολύ, στη φράση μ’ έκουψι πείνα ή λόρδα ιδ. φοβήθηκα πολύ, στη φράση μ’ έκουψι κρύους ιδρώτας ιε. για ένδειξη πλήρους αδιαφορίας, στη φράση δε (μ)πα να κόψ(ει) του λαιμό τ’ ιστ. αποθαρρύνω κάποιον, τον αναγκάζω να παραιτηθεί από τις απαιτήσεις του, στη φράση τ’ κόβου του βήχα ιζ. σταμάτα, στη φράση κόψ’ του ιη. στρίψε, στη φράση κόψ’ του αριστιρά (ή διξιά) ιη. μ’ έπιασε ευκοιλιότητα,διάρροια, στη φράση μ’ έκουψι
κόγκ’σις οι, ουσιαστικό
καμώματα, σκόπιμες αντιρρήσεις
κόθρους ου, ουσιαστικό
- ο σκληρός γύρος του ψωμιού
- τα τραγανά μέρη της πίτας που βρίσκονται στην άκρη του ταψιού
κ(οι)λάρφανου του, ουσιαστικό
το παιδί που μένει ορφανό προτού γεννηθεί
κ(οι)λουπουνάου, ρήμα
έχω πόνους τοκετού, ωδίνες
κοινουνιά η, ουσιαστικό
μετάληψη, λήψη της Θείας Κοινωνίας, συνώνυμο: μιταλαβιά
κοινουνώ, ρήμα
μεταλαβαίνω
κ(οι)τάου, ρήμα
κοιτάζω
κόκαλου του, ουσιαστικό
- κόκαλο, οστό
- (μεταφορικά) άνθρωπος γερός, ανθεκτικός στις κακουχίες και στις ταλαιπωρίες, στη φράση είνι/ε γερό κόκαλου
- (μεταφορικά) α. άνθρωπος πολύ αδύνατος, στη φράση είνι/ε πιτσί κι κόκαλου β. πεθαίνω, στη φράση αφήνου τα κόκαλα μ’ γ. λέγεται για έκφραση αγανάκτησης για την απρεπή συμπεριφορά των ζωντανών, στη φράση τρίζουν τα κόκαλα τ’ δ. σε πολύ μεγάλο βαθμό, στη φράση ως του κόκαλου ε. για επιδείνωση κατάστασης τόσο, ώστε να μην υπάρχει άλλο περιθώριο υπομονής, στη φράση του μαχαίρ’ έφτασι στου κόκαλου στ. για κάτι που αργεί να ετοιμαστεί, στη φράση κόκαλα έχει; ζ. μένω, άφωνος, άναυδος, εμβρόντητος από μεγάλη και συνήθως δυσάρεστη έκπληξη, στη φράση μένου κόκαλου η. για κάτι που λέγεται με τρόπο άμεσο και σκληρό στη φράση σπάει κόκαλα
κόκουρας ου, κουκόρ’ του, ουσιαστικό
- ο κόκορας
- (μεταφορικά) ως χαρακτηρισμός: α. άνδρα ερωτύλου και καρδιοκατακτητή. β. ως χαρακτηρισμός επιδεικτικού παλικαρά έτοιμου για καβγά γ. για μαθητή που δε διαβάζει και αδιαφορεί για τα μαθήματά του, στη φράση τα φόρτουσι στου (γ)κόκουρα δ. λέγεται για τα αρνητικά αποτελέσματα της ασυντόνιστης ομαδικής εργασίας, στην παροιμία όπ’ λαλάν πουλλά κουκόρια, αργεί να ξ(η)μιρώσ(ει)
- ο επικρουστήρας του μηχανισμού της σκανδάλης στα παλιά πυροβόλα όπλα, ο λύκος
κόκουτας ου, κόκουτους ου και κουκότι του, ουσιαστικό
ο κόκορας
κολυμπίδια τα ή τρίτα τα, ουσιαστικό
τελετουργικό μπάνιο του νεογέννητου την τρίτη ημέρα από τη γεννησή του
κόμπους ου, ουσιαστικό
- ο κόμπος
- οι αρθρώσεις των δακτύλων
- (μεταφορικά) α. έφτασε η ώρα να αντιμετωπίσουμε δραστικά μια δυσάρεστη κατάσταση, στη φράση έφτασι ου κόμπους στου χτέν(ι) β. θεωρώ βέβαιο ή δεδομένο κάτι που μου δόθηκε απλώς ως υπόσχεση, στη φράση του δένου κόμπου γ. δυσκολία κατάποσης, στη φράση έχου έναν κόμπου στου λι/εμό
κόν(ι)δα η, ουσιαστικό
η ψείρα
κόν(ι)σμα του, ουσιαστικό
το εικόνισμα
κόντρα, επίρρημα
αντίθετα, ανάποδα, ενάντια
κόντρα η, ουσιαστικό
- λέγεται για συναγωνισμό ταχύτητας
- (μεταφορικά) έντονη αντιπαράθεση
κόπανους ου, ουσιαστικό
- χοντρό ξύλο, με το οποίο χτυπούσαν τα ρούχα, όταν τα έπλεναν, για να καθαρίσουν καλύτερα
- (μεταφορικά) άνθρωπος κουτός, ανόητος
κόπους ου, ουσιαστικό
πληθυντικός οι κόπ’ και τα κόπια, ο κόπος, η προσπάθεια και η κούραση που αυτή συνεπάγεται
κόπ’τσα η, ουσιαστικό
η θηλιά, που χρησιμοποιείται σε ορισμένες περιπτώσεις αντί για κουμπί
κόρα η, ουσιαστικό
- η σκληρή εξωτερική επιφάνεια του ψημένου ψωμιού.
- λεπτό στρώμα σχετικά σκληρό που σχηματίζεται πάνω σε μια επιφάνεια
κόρφους ου, ουσιαστικό
- το στήθος
- (μεταφορικά) α. λέγεται για ενέργεια που στοχεύει στο να αποτρέψει κάτι κακό, δυσάρεστο, ανεπιθύμητο, στη φράση φτύνου στου (γ)κόρφου μ’ β. (ως απευχή) σε καμιά περίπτωση δε θα επιθυμούσα να του συμβεί τέτοιο κακό, στη φράση ούτι ψύλλους στου (γ)κόρφου τ’
κόσα η, ουσιαστικό
κοτσίδα
κόσκινου του, ουσιαστικό
- κόσκινο
- (μεταφορικά) εξετάζω κάποιον ή κάτι εξονυχιστικά, στη φράση του (μ)περνάου απού κόσκινου
- (ειρωνικά) για την υπερβολική φροντίδα και προσοχή που δείχνουμε για καθετί καινούριο, στην παροιμία κινούργιου κουσκ(ι)νάκι μ’ κι πού να σι κριμάσου
κόσμους ου, ουσιαστικό
- οικουμένη, υφήλιος, π.χ. γύρσι ούλου του (γ)κόσμου
- κοινωνία, ο λαός, πλήθος, π.χ. κόσμους είνι/ε μαζιμένοι
- έχουν διαφθαρεί οι πάντες και τα πάντα, στη φράση ου κόσμους χάλασι
- αναστατώνω τα πάντα, κάνω μεγάλη φασαρία, στη φράση χαλάου του (γ)κόσμου
- δεν έγινε και τίποτε σπουδαίο, στη φράση δε χάλασι κι ου κόσμους
- ό,τι κι αν συμβεί, στη φράση ου κόσμους να χαλάσ(ει)
- πολύ και κάθε τάξης πλήθος ανθρώπων, στη φράση κόσμους κι κουσμάκ(η)ς
- αναστατώνω τους πάντες, στη φράση σκώνου του (γ)κόσμου στου πουδάρ’
- γεννώ, στη φράση φέρνου στου (γ)κόσμου
- γεννήθηκε, στη φράση ήρθι στου (γ)κόσμου
- πέθανε, στη φράση πήγι στουν άλλου κόσμου
- (μεταφορικά) α. έψαξα παντού, στη φράση έφαγα του (γ)κόσμο β. για να κρατηθούν τα προσχήματα, στη φράση για τα μάτια τ’ κόσμ’ γ. δεν έχει επαφή με το περιβάλλον του, στη φράση είνι/ε στου (γ)κόσμου τ’ δ. για πασίγνωστα πράγματα τα οποία οι ενδιαφερόμενοι προσπαθούν να κρατούν μυστικά, στη φράση ου κόσμους το ’χει τούμπανο κι ιμείς κρυφό καμάρ’
κότα η, θηλυκό
- η κότα
- (μεταφορικά) α. για κάποιον που δεν αντιδρά, ενώ θα έπρεπε να αντιδράσει β. ως χαρακτηρισμός ελαφρόμυαλης και άβουλης γυναίκα γ. ζω πλουσιοπάροχα με όλες τις ανέσεις, στη φράση τη (μ)πιρνάου ζουή κι κότα δ. λέγεται για αφθονία αγαθών, στη φράση, να φαν κι οι κότις ε. όποιος μπλέκει σε βρόμικες, σε ύποπτες δουλειές, ζημιώνεται, βλάπτεται, στην παροιμία όποιους ανακατεύιτι μι τα πίτρα του (ν)τρων οι κότις στ. για να δηλώσουμε ότι σε άλλο χώρο ή σε άλλον τομέα περιμένουμε ένα γεγονός, μια εξέλιξη και αλλού τελικά παρουσιάζεται, στη φράση αλλού τα κακαρίσματα κι αλλού γιννάν οι κότις
κότσ(ι) το, ουσιαστικό
- ο αστράγαλος
- σωματική και ηθική δύναμη στον πληθυντικό τα κότσια, π.χ. δεν έχ(ει) τα κότσια να κάν(ει) αυτό π’ πρέπ’
κότσ(ι)αλου του, ουσιαστικό
- πολύ μικρό κομμάτι ξύλου
- σκληρό περίβλημα καρπού
κότσους ου, ουσιαστικό
- ο κότσος, είδος χτενίσματος κατά το οποίο τα μαλλιά μαζεύονται και συστρέφονται στο πίσω μέρος του κεφαλιού
- (μεταφορικά) με ξεγέλασαν, με εξαπάτησαν, στη φράση μ’ έπιασαν κότσου
κουβαρντάς και χουβαρντάς ου, ουσιαστικό
πρόσωπο που ξοδεύει με άνεση για τους άλλους, ανοιχτοχέρης, γενναιόδωρος, γαλαντόμος
Κουζλίκ(ι) του, ουσιαστικό
τοπωνύμιο-πηγή στην περιοχή Λυγαριάς
κουθώνι του, ουσιαστικό
κωθώνι, βλάκας, ηλίθιος, χαζός
κουιάλαμα του, ουσιαστικό
κακοφτειαγμένος, άσχημος
Ετυμολογία
Πιθανόν από το αρχαίο κοάλεμος: ηλίθιος, βλάκας.
κουκαλιάρκους και κουκαλιάρς, κουκαλιάρκ(η) και κουκαλιάρα, κουκαλιάρκου, επίθετο
που είναι εξαιρετικά αδύνατος, σκελετωμένος
κουκαλώνου και κουκαλιάζου, ρήμα
- κρυώνου πολύ, παγώνω, συνώνυμα: ξλιάζου, ξιπαϊάζου
- τρομάζω, μένω άναυδος, στη φράση κουκάλουσα απ’ του φόβου μ’
κουκκ(ι)νάρα η, ουσιαστικό
η κοκκινάρα, είδος σταφυλιού
κουκκ(ι)νέλ(ι) του, ουσιαστικό
κρασί με κοκκινωπό χρώμα
κουκκ(ι)νουβουλάου, ρήμα
είμαι κατακόκκινος
κούκλους ου, ουσιαστικό
κάλυμμα για το πρόσωπο της νύφης που μοιάζει με πέπλο
κουκλώνου, κουκλώνουμι, ρήμα
- κουκουλώνω, σκεπάζω
- συγκαλύπτω, αποκρύπτω
- με διάφορα τεχνάσματα πείθω κάποιον να παντρευτεί, παρά τη θέλησή του
κουκνιάζου, ρήμα
η αντίδραση των βοδιών όταν τσιμπηθούν από αγέλη κούκνων, κουνούν την ουρά πέρα δώθε και τρέχουν από δω και από κει
κούκνους ου, ουσιαστικό
έντομο που τσιμπάει κυρίως τα βόδια
κουκόνα η, ουσιαστικό
- το πουλάκι μικρού αγοριού
- προσφώνηση ή χαρακτηρισμός γυναίκας
κουκόσ(ι)α η, ουσιαστικό
το καρύδι
κουκότα η, ουσιαστικό
πόρνη
κουκουβάια η, ουσιαστικό
η κουκουβάγια
κουκουμπέλα η, ουσιαστικό
μικρό μανιτάρι
κουκουρέτσ(ι) του, ουσιαστικό
- είδος φαγητού το οποίο παρασκευάζεται από ψιλοκομμένα εντόσθια αρνιού που τυλίγονται με έντερα και ψήνονται στη σούβλα
- (μεταφορικά) λέγεται για κάτι πολύ μπερδεμένο
κουκουριτσ(ι)ά η,ουσιαστικό
η άγρια φυστικιά
κουκουρεύουμι, ρήμα
περηφανεύομαι για κάτι με τρόπο επιδεικτικό και ανόητο
κουκουρόμυαλους, -λ(η), -ου, επίθετο
ανόητος, συνώνυμο: αλαφρόμυαλους
κούκους ου, ουσιαστικό
- είδος μάλλινου σκούφου
- κούκος, πουλί
- (μεταφορικά) α. άνθρωπος μόνος και έρημος β. για κάτι που κόστισε πολύ περισσότερο από την πραγματική του αξία, στη φράση μ’ κόστ(ι)σι ου κούκους αηδόν(ι) γ. οι μεμονωμένες προσπάθειες δεν αρκούν για την πραγματοποίηση σημαντικών αλλαγών, στη φράση ένας κούκους δε φέρν(ει) τν άνοιξ(η)
κουκουτόφτιρου του, ουσιαστικό
φτερό του κόκορα
κουκούτσ(ι) του, ουσιαστικό
- ο πυρήνας
- (μεταφορικά, ως επίρρημα) ελάχιστη ποσότητα, καθόλου, π.χ. δεν έ(χ)εις κουκούτσ’ μυαλό
κουκουφρίν(ι) του, ουσιαστικό
βρασμένο γάλα από προβατίνα που μόλις γέννησε, συνώνυμο: κουλάστρα
κουλάζου, κουλάζουμι, ρήμα
- βάζω κάποιον σε πειρασμό, π.χ. μη μι κουλάζ(ει)ς
- σκανταλίζομαι, αμαρτάνω, αόριστος κουλάσκα
κουλαούζους ου, ουσιαστικό
- ο οδηγός σε μια πορεία, αυτός που δείχνει το δρόμο, π.χ. χουριό που φαίνι/ετι κουλαούζου δε θέλ(ει)
- άνθρωπος φορτικός, που προσκολλάται δίπλα σε κάποιον και του κάνει τα θελήματα
κουλαρστό του, ουσιαστικό
καινούριο χαρτονόμισμα
κουλάστρα η, ουσιαστικό
το πρωτόγαλα, το πρώτο γάλα μετά τον τοκετό γίδας ή προβατίνας, βρασμένο με λίγο αλάτι, κίτρινο, πηχτό και γεμάτο λιπαρές ουσίε.
Ετυμολογία
προέρχεται από το λατινικό colostrum, …… (λατινικό λεξικό)
κουλατσίζου, ρήμα
τρώω πρόχειρα πριν από το μεσημεριανό φαγητό
κουλατσ(ι)ό του, ουσιαστικό
το πρόγευμα
κούλια η, ουσιαστικό
μικρός πύργος-κατοικία, απ’ όπου μπορούσε κάποιοιος να εποπτεύει, να ελέγχει ευρύτερη περιοχή
κουλιά η, ουσιαστικό
- χτύπημα στα οπίσθια με την παλάμη
- χτύπημα με τα οπίσθια
κουλιάντζα η, ουσιαστικό
αρρώστια ζώων, η δυσεντερία
κουλιάντζας ου, ουσιαστικό
αδύναμος και ασθενικός άνθρωπος
κουλιάντιρου του, ουσιαστικό
το τελευταίο τμήμα του παχέος εντέρου, το ορθό
κουλ(ι)γιά η, ουσιαστικό
σχέση συνεταίρων
κουλ(ι)τσίνα η, ουσιαστικό
είδος χαρτοπαιγνίου
κουλκουτάου, ρήμα
καλοπιάνω
κουλλάου, κουλλιέμι, ρήμα
- ενώνω με κόλλα
- α. για κάτι το οποίο μεταδίδεται από τον ένα στον άλλο, για αρρώστια, π.χ. μας κόλλησι γρίπ΄ β. για σεξουαλική παρενόχληση, π.χ. τς κουλλάει πουλύ (γ)κιρό γ. δεν μπορώ να σκεφτώ παραπέρα, π.χ. κόλλησι του μυαλό μ’ δ. είμαι προσηλωμένος σε κάτι, π.χ. κουλλημένους στη δλειά τ’ ή ξικόλλα ε. ενοχλώ πιέζω, π.χ. πουλύ μ’ κουλλάει
- δεν μπορώ να κοιμηθώ, δε με παίρνει ύπνος, π.χ. δε μι κουλλάει ύπνους.
- ανάβω, π.χ. κόλλα του καντήλ(ι)
- κουλλιέμαι, πιάνομαι στα χέρια, τσακώνομαι, π.χ. λόγου του λόγου στου τέλους κουλλήθκαν
- τρώω, π.χ. του ξιρουκόμματου δε (γ)κουλιέτι
- σκαρφαλώνω, π.χ. κόλλα απάν’ στου δέντρου
κουλλ(η)τσίδα η, ουσιαστικό
- φυτό που έχει την ιδιότητα να κολλάει
- (μεταφορικά) άνθρωπος φορτικός που συνηθίζει να προσκολλάται απρόσκλητος σε μια συντροφιά ή σε ένα άτομο, στη φράση μου γιν(ι/ε) κουλλ(η)τσίδα
κουλοβάχατα, επίρρημα
άνω κάτω, για υπόθεση ή κατάσταση που έχει περιπλακεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε είναι πολύ δύσκολο να βρεθεί άκρη
κουλόκρα η, ουσιαστικό
το μαλλί που παίρνουμε, όταν κουλουκρίζουμε τα πρόβατα, όταν κουρεύουμε την κοιλιά και το πίσω μέρος τους, τις άκρες τους
κουλουβαράου, ρήμα
περνάω την ώρα μου χωρίς να κάνω τίποτα, τεμπελιάζω
κουλουβός, -ή,-ό, επίθετο
- που έχει κομμένη ουρά
- (μεταφορικά) α. αυτός που δεν είναι ολόκληρος, είναι λειψός β. για άνθρωπο κακό, ύπουλο και επικίνδυνο, στη φράση φίδ’ κουλουβό
κουλουκαθσ(ι)ά η, ουσιαστικό
στιγμιαία χορευτική ανακάθιση
κουλουκρίζου, ρήμα
κουρεύω το πρόβατο στο πίσω μέρος του κορμιού και στην κοιλιά
κουλουκύθ’ του, ουσιαστικό
- το κολοκύθι
- στον πληθυντικό κουλουκύθια, ανοησίες, χαζομάρες
κουλουκύθα η, ουσιαστικό
μεγάλο κολοκύθι
κουλουκύθας ου, ουσιαστικό
άνθρωπος ανόητος
κουλουκ(υ)θιά η, ουσιαστικό
- ποώδες αναρριχητικό φυτό
- παιδικό παιχνίδι
κουλουκ(υ)θόπτα η, ουσιαστικό
πίτα με κολοκύθι
κουλουκ(υ)θουβούλουμα του, ουσιαστικό
- υποτιμητικά και ως αστεϊσμός, για μικρά που κάνουν τον καμπόσο
- (μεταφορικά) κοντόχοντρος άσχημος άνθρωπος
κουλουκ(υ)θουκουρφάδις οι, ουσιαστικό
βλαστάρια της κολοκυθιάς
κουλουκ(υ)θουλέλουδα τα, ουσιαστικό
οι ανθοί του κολοκυθιού
κουλουκ(υ)θόψχα η, ουσιαστικό
η ψίχα του κολοκυθιού
κουλουπιτσουμέν(η) η, ουσιαστικό
πεπειραμένη, τετραπέρατη
κουλουπλάλα η, ουσιαστικό
τρέξιμο, πληθυντικός κουλοπλάλι/ες, τρεχάματα
κουλουτμπάου, ρήμα
κάνω κωλοτούμπα, αόριστος κουλουτούμπ’σα
κουλουτούμπα η, ουσιαστικό
η κωλοτούμπα
κουλουφαρδία η, ουσιαστικό
μεγάλη τύχη
κουλουφούσ(ι)α τα, ουσιαστικό
κλαδιά που φυτρώνουν χαμηλά στον κορμό του δέντρου, παραφυάδες
κουλουφουτιά η, ουσιαστικό
το νυχτερινό έντομο πυγολαμπίδα
κουλόφαρδους ου, ουσιαστικό
πολύ τυχερός
κουλώνου, ρήμα
- διστάζω, σταματώ απότομα
- γυρίζω, κάνω όπισθεν
κουμαριά η, ουσιαστικό
θάμνος που βγάζει τα κούμαρα
κούμαρου του, ουσιαστικό
μικρός, στρογγυλός, κόκκινος καρπός
κουμμάρα η, ουσιαστικό
αίσθημα αδυναμίας, κόπωσης και εξάντλησης
κουμμάτ’ του, ουσιαστικό
- το κομμάτι, μέρος, τμήμα ενός όλου
- (μεταφορικά) α. πάρα πολύ φτηνά, σε εξευτελιστική τιμή, στη φράση για ένα κουμμάτ’ ψουμί β. συγκαταβατική αποδοχή μιας δυσάρεστης κατάστασης, στη φράση κουμμάτια να γίνει γ. επιφωνηματική έκφραση έντονης δυσαρέσκειας, αγανάκτησης, οργής ή έκφραση έκπληξης, στη φράση άι στα κουμμάτια δ. κάνω τα πάντα για να εξυπηρετήσω κάποιον, στη φράση γίνουμι (χίλια) κουμμάτια ε. προσπαθώ να εντυπωσιάσω, στη φράση κάνου του κουμμάτι μ’ στ. δουλεύει και πληρώνεται ανάλογα με την ποσότητα που παράγει, στη φράση δλεύ(ει) μι του κουμμάτ’ ζ. ως έκφραση απογοήτευσης για την κακή πορεία υποθέσεων, στη φράση άσ’ τα να παν στα κουμμάτια η. μην τον υπολογίζεις, στη φράση άσ’ τουν να πάει στα κουμμάτια θ. (ως βρισιά) δεν πάει να χαθεί, στη φράση δε (μ)πάει στα κουμμάτια ι. πού χάθηκε, πού εξαφανίστηκε, στη φράση τι στα κουμμάτια έγινι/ε; ια. ως έκφραση δυσφορίας για την επίσκεψη ανεπιθύμητου προσώπου, στη φράση τι στα κουμμάτια θέλ(ει); ιβ. (ως επίρρημα) λίγο, λιγάκι, στη φράση είνι/ε κουμμάτ’ χαζός
κουμματιάζου, ρήμα
κόβω σε κομμάτια
κουμπανία η, ουσιαστικό
ομάδα οργανοπαιχτών
κουμπάνια η, ουσιαστικό
εφοδιασμός σε τρόφιμα
κουμπί του, ουσιαστικό
- το κουμπί
- τμήμα ενός μηχανισμού, με την πίεση ή με τη στροφή του οποίου αρχίζει ή διακόπτεται η λειτουργία του
- (μεταφορικά) α. το ευαίσθητο σημείο κάποιου, στη φράση βρήκα του κουμπί τ’ β. για να δηλωθεί ότι η θέση στην οποία βρισκόμαστε είναι δύσκολη, στη φράση τα κουμπιά τς Αλέξινας
κουμπιάζου, ρήμα
- μπουκώνω, πνίγομαι
- μιλώ ή εκφράζομαι με δυσκολία, γιατί διστάζω να πω αυτό που θέλω
κουμπίνα η, ουσιαστικό
- κρυφή, συνήθως παράνομη, αλλά ευρηματική κερδοφόρα δραστηριότητα
- θεριζοαλωνιστική μηχανή
κουμπόδιμα του, ουσιαστικό
χρήματα που έχει εξοικονομήσει και φυλάει κάποιος για ώρα ανάγκης
κουμπουγιαννίτ’ς ου, ουσιαστικό
- εμπειρικός γιατρός
- (μειωτικά) για γιατρό αδαή, χωρίς σοβαρή επιστημονική κατάρτιση
κουμπουθιάζου, κουμπουθιάζουμι, ρήμα
δένω κόμπο
κουμπουθλιά η, ουσιαστικό
η θηλιά που σχηματίζεται με το δέσιμο κόμπου
κουμπουιανάκους ου, ουσιαστικό
ο κομπογιάννης, ο κοκκινολαίμης
κουμπούρ’ του, ουσιαστικό
το πιστόλι
κουμπούρας ου, ουσιαστικό
ανεπίδεκτος μαθήσεως, ανόητος
κουμπουρδέλ(ι) του, ουσιαστικό
μικρόσωμος και ευκίνητος
κουμπουρέλ(ι) του, ουσιαστικό
ο καρπός του πλατάνου
κουμπώνου, ρήμα
προκαλώ στενοχώρια στον λαιμό
κουνάκ(ι) του, ουσιαστικό
η καλύβα
κουνεύου, ρήμα
καταλύω σε ξένο σπίτι, φιλοξενούμαι
κουνουμάου, κουνουμιέμι, ρήμα
- κερδίζω αρκετά χρήματα
- πετυχαίνω να αποκτήσω ή να προμηθευτώ κάτι, π.χ. πού του κουνόμ’σις τέτοιου ιργαλείου;
- τακτοποιώ
κουντά, επίρρημα
- μαζί, δίπλα
- μετά, ύστερα
κουντακιανός, -ή, -ό, επίθετο
κοντός, μικρόσωμος
κουντεύου, ρήμα
- πλησιάζω, σιμώνω
- κάνω κάτι κοντό, λιγοστεύω
- παρά λίγο να, π.χ, κόντιψα να μη σι γνουρίσου
κουντίτιρα, επίρρημα
- πιο κοντά, σιμότερα
- αργότερα
κουντό, επίρρημα
ακολουθώ, καταδιώκω, κυνηγώ κάποιον, στη φράση του (μ)παίρνου στου κουντό, π.χ. τα σκλια του (μ)πήραν στου κουντό
κουντόγιομα του, ουσιαστικό
κοντά στο μεσημέρι
κουντός, -ή, -ό, επίθετο
που το ύψος ή το μήκος του είναι μικρότερο από αυτό που θεωρείται κανονικό ή συνηθισμένο
κουντουανασαίνω, ρήμα
δυσκολεύομαι να αναπνεύσω, αναπνέω με μικρές και γρήγορες εισπνοές και εκπνοές
κουντουβράκ(ι) του, ουσιαστικό
εξωτερική κοντή περισκελίδα
κουντουγούν(ι) του, ουσιαστικό
γυναικείος και αντρικός επενδύτης κοντός ως τη μέση, με μανίκια
κουντουζγώνου, ρήμα
ζυγώνω, πλησιάζω
κουντουκάπ’ του, ουσιαστικό
κοντή κάπα
κουντουκλάδ’ του, ουσιαστικό
είδος σταφυλιού
κουντούλα η, ουσιαστικό
ποικιλία αχλαδιών
κουντούλ(η)ς, κουντούλα, κουντούλ(ι)κου, επίθετο
λίγο κοντός
κουντουπίθαρους, -ρ(η), -ου, επίθετο
κοντός και χοντρός
κουντουστέκουμι, ρήμα
σταματάω για λίγο να περπατάω
κουντουστούπ’ς ου, ουσιαστικό
πολύ κοντός
κουντούτσκους, -κ(η), -ου
λίγο κοντός
κουντράου, κουντριέμι, ρήμα
χτυπώ με τα κέρατα, κουτουλάω, π.χ. τα κριάρια κουντριέντι
κουντράρου, ρήμα
- πάω κόντρα σε κάποιον, αντιμετωπίζω, διαφωνώ
- κρατάω κόντρα, αντίσταση
κουντράτου του, ουσιαστικό
συμβόλαιο
κουντύλ(ι) του, ουσιαστικό
ειδική γραφίδα από σχιστόλιθο, με την οποία έγραφαν επάνω στην πλάκα οι μικροί μαθητές, μολύβι
κουντυλουγραμμένους, -ν(η), -ου, επίθετο
πολύ όμορφος
κούπα η, ουσιαστικό
κύπελλο
κουπάδ’ του, ουσιαστικό
το κοπάδι, σύνολο ζώων
κουπαδιάρκου, -κ(η), -ου, επίθετο
το ζώο που ανήκει σε κοπάδι, που δεν είναι οικόσιτο
κουπάνα η, ουσιαστικό
τσιμεντένια μικρών διαστάσεων κατασκευή που γεμίζει με τρεχούμενο νερό για να πίνουν τα ζώα, ποτίστρα
κουπανάου, ρήμα
- βαράω με τον κόπανο
- χτυπώ δυνατά
- δέρνω
- λέω δυσάρεστες αλήθειες σε έντονο ύφος
- πίνω πολύ, π.χ. τα κουπάν(η)σα
- φεύγω κρυφά, εξαφανίζομαι από κάπου, συνήθως για να αποφύγω μια δυσάρεστη ή ανιαρή κατάσταση
- απουσιάζω αδικαιολόγητα, κάνω κοπάνα
κουπανίζου, ρήμα
στουμπίζω, συντρίβω
κουπαν(ι)στός, -ή, -ό, επίθετο
που έχει κοπανιστεί
(μεταφορικά) λέω αερολογίες, δηλαδή ανόητα και ασήμαντα πράγματα, στη φράση αέρας κουπαν(ι)στός
κουπέλα η, ουσιαστικό
κορίτσι
κουπέλ(ι) του, ουσιαστικό
- νεαρός άντρας
- υπηρέτης
κουπιάζου, ρήμα
καταβάλλω κόπο, κουράζομαι
κουπίδ’ του, ουσιαστικό
κυρτό μαχαίρι
κουπιλιά η, ουσιαστικό
κορίτσι
κούπουμα του, ουσιαστικό
καπάκι
κουπουστάρ’ του, ουσιαστικό
καπάκι
κουπριά η, ουσιαστικό
- η κοπριά, περιττώματα ζώων
- (μεταφορικά) βρομερός, άχρηστος, τεμπέλης
κουπρίζου, ρήμα
- ρίχνω κοπριά
- (για ζώα) κάνω κόπρανα, λερώνω
κουπρίτ’ς ο, ουσιαστικό
βρομιάρης, τεμπέλης, άχρηστος
κουπρουσκλιάζου, ρήμα
τεμπελιάζω σαν κοπρόσκυλο
κουπρόσκ(υ)λου το, ουσιαστικό
τεμπέλης
κουπώνω, ρήμα
κλείνω σκεύος με το καπάκι του
κουράδ’ του, ουσιαστικό
στερεό και ογκώδες περίττωμα
κουράιου του, ουσιαστικό
- θάρρος, π.χ. κάνι/ε κουράιου
- ψυχική αντοχή, πληθυντικός κουράια, π.χ. δεν έχου πια τα κουράια
κουράκ(ι) του, ουσιαστικό
ο κόρακας
κουρακιάζου, ρήμα
διψάω πάρα πολύ
κουρακουζώητους ου, ουσιαστικό
- ο πολύ μεγάλης ηλικίας άνθρωπο που φυσιολογικά θα έπρεπε να είχε πεθάνει
- ευχή για μακροζωία
κουρασιά η, ουσιαστικό
κορίτσι
κουραφέξαλα τα, ουσιαστικό
ανοησίες
κούρβα η, ουσιαστικό
ανήθικη γυναίκα, πόρνη
κουρδουκύλα η, ουσιαστικό
κύλισμα στο έδαφος, κατρακύλα
κουρδουκ(υ)λάου, κουρδουκ(υ)λιώμι, ρήμα
- κυλιέμαι, περιστρέφομαι ξαπλωμένος, κατρακυλάω
- κυλάω κάτι σπρώχνοντάς το
κουρδουμπούλ(ι) του, ουσιαστικό
- βόλος
- (μεταφορικά) παχουλός άνθρωπος
κουρδώνου, κουρδώνουμι, ρήμα
- στέκομαι ή περπατώ με τεντωμένο το κορμί και υψωμένο το κεφάλι, περπατώ καμαρωτά
- (μεταφορικά) α. παριστάνω τον σπουδαίο, φέρομαι αλλαζονικά, π.χ. τι μ’ κουρδώνι/εσι; β. πέθανε, στη φράση τα κούρδουσι γ. λέγεται και για τη στύση, το σήκωμα του αντρικού μορίου, π.χ. τ’ (γ)κούρδουσα
κουρέλ(ι) του, ουσιαστικό
το κουρέλι, κομμάτι από ύφασμα παλιό και σκισμένο
(μεταφορικά) α. χάνω εντελώς την ψυχική μου αντοχή, το κουράγιο μου, στη φράση έγινα κουρέλ(ι) β. εξευτελίζω κάποιον, στη φράση του (γ)κάνου κουρέλ(ι)
κουριλού η, ουσιαστικό
υφαντό που γίνεται από κουρέλια και χρησιμεύει ως πρόχειρο χαλί ή στρωσίδι.
κουρίτσ(ι) του, ουσιαστικό
- κορίτσι
- κόρη, θυγατέρα
κουριφτής ου, ουσιαστικό
αυτός που κουρεύει τα πρόβατα
κουρκάρ’ του, ουσιαστικό
οι βολβοί του κρεμμυδιού που χρησιμοποιούνται για φύτεμα
κουρκούτ’ η και κουρκούτ’ του, ουσιαστικό
χυλός αραιός φτιαγμένος από αλεύρι και γάλα
κουρκουτιάζου, ρήμα
περιέρχομαι σε σύγχυση, αποβλακώνομαι, αόριστος κουρκούτιασα και κουρκούτιανα
κουρμπέτ’ του, ουσιαστικό
- ο εκτός του σπιτιού χώρος, ο χώρος συναλλαγών, η αγορά
- (μεταφορικά) α. είμαι πολύ έμπειρος, στη φράση είμι χρόνια στου κουρμπέτ’ β. κάνω κάποιον/-α ανήθικο, στη φράση τουν βγάνου στου κουρμπέτ’
κούρνια η, ουσιαστικό
το μέρος, η θέση όπου κοιμούνται τα πουλιά
κουρνιάζου, ρήμα
- αναπαύομαι, κοιμάμαι στην κούρνια
- (μεταφορικά) καταφεύγω σε κάποιο μέρος, για να ησυχάσω, να κοιμηθώ
κουρνιαχτίζου, κουρνιαχτίζουμι, ρήμα
- σηκώνω σκόνη
- σκονίζω
κουρνιαχτός ου, ουσιαστικό
σκόνη, σύννεφο σκόνης
κουρόμπλου του, ουσιαστικό
- το κορόμηλο
- (μεταφορικά) έκλαιγε πολύ, στη φράση του δάκρ’ κύλα(γ)ι κουρόμπλου
κουρουιδεύου, ρήμα
κοροϊδεύω
κουρουμπλιά η, ουσιαστικό
η κορομηλιά
κούρους ου, ουσιαστικό
το κούρεμα των γιδοπροβάτων
κουρουψάλ(ι)δου του, ουσιαστικό
ψαλίδι για κούρεμα ζώων
κουρσεύου, ρήμα
λεηλατώ, ληστεύω
κουρτίζου και κουρντίζω, κουρτίζουμι, ρήμα
- ετοιμάζω, αόριστος κούρτ’σα, κουρτίσκα, ετοιμάστηκα
- κουρτίσκ(ι) ετοιμάστηκε, στολίστηκε
- νευριάζω κάποιον, μι κούρτ’σε, με τσίτωσε, με σύγχισε
Ετυμολογία
από το χορδή, με τέντωσε………
κουρτσόπλου του, ουσιαστικό
το κοριτσόπουλο, νεαρό όμορφο κορίτσι
κουρτσουμάν(ι) του, ουσιαστικό
πλήθος κοριτσιών
κουρφάδ’ του, ουσιαστικό
τα φύλλα του καπνού που φύονται στην κορυφή του φυτού
κουρφανταριασμένους, -ν(η), -ου, επίθετο
βουνό ή ράχη που έχει στην κορυφή αντάρα
κουρφή η, ουσιαστικό
- κορυφή
- ο ανώτερος, ο καλύτερος συγκριτικά με άλλους
κουρφίγκ(ι) του, ουσιαστικό
- βρασμένο, πηχτό γάλα ζώου, αρμεγμένο αμέσως μετά τη γέννα
- (μεταφορικά) το εκλεκτό έδεσμα
κουρφνός, -ή, -ό, επίθετο
που βρίσκεται στην κορυφή
κουρφουβούν(ι) του, ουσιαστικό
βουνοκορφή
κουρφουλόημα του, ουσιαστικό
η κοπή κορυφών φυτών
κουρφουλουγάου, ρήμα
κόβω κορυφές φυτών
κουσάνα η, ουσιαστικό
κοτσίδα
κουσ(ι)ά η, ουσιαστικό
εργαλείο με μεγάλη κυρτή λεπίδα για κόψιμο χόρτων, ειδικά για κόψιμο τριφυλλιού
κούσ(ι)αλου του, ουσιαστικό
άνθρωπος γέρος και άρρωστος
κουσ(ι)άρ’ του, ουσιαστικό
το εικοσάρικο
κουσκ(ι)νίζου και κουσκ(ι)νάου, ρήμα
- περνάω από κόσκινο ένα υλικό
- (μεταφορικά) εξετάζω εξονυχιστικά κάτι
- για κάποιον που, από απροθυμία, βρίσκει διαρκώς προφάσεις για να αναβάλλει την εκτέλεση έργου, στην παροιμία Όποιους δε θέλ(ει) να ζμώσ’ δέκα μέρις κουσκ(ι)νάει
κουσκούτα η, ουσιαστικό
ζιζάνιο
κουσμάρ’ του, ουσιαστικό
γαλακτοκομικό προϊόν
κουσμούρα η, ουσιαστικό
πλήθος κόσμου
κουσούρ’ του, ουσιαστικό
ελάττωμα
κουτ’ κουτ’, επιφώνημα
κάλεσμα των κουταβιών
κουτάου, ρήμα
έχω το θάρρος, τολμώ
Ετυμολογία
Προέρχεται από το αρχαίο κόττος (κύβος, ζάρι) > το μεσαιωνικό κοττώ: ρίχνω τους κύβους, διακινδυνεύω.
κουτέτσ(ι) του, ουσιαστικό
το κοτέτσι, ειδικά διαμορφωμένος χώρος όπου ζουν και κοιμούνται οι κότες
κουτζάμ, επίρρημα
τόσο μεγάλος
κουτιά τα, ουσιαστικό
οι κότες
κούτιλου του, ουσιαστικό
το κούτελο, το μέτωπο
κούτλας ου, ουσιαστικό
μικρό μεταλλικό δοχείο
Ετυμολογία
Προέρχεται από το αρχαίο κοτύλη………………..
κουτόπλου και κουτουπούλ(ι)του, ουσιαστικό
το κοτόπουλο
κουτουρνίθ’ του, ουσιαστικό
χαζός, βλάκας
κούτπας ου, ουσιαστικό
το πίσω μέρος του κεφαλιού
κουτπώνου, ρήμα
- αρπάζω
- προβαίνω σε επιθετικές ερωτικές περιπτύξεις
κούτρα η, ουσιαστικό
κεφάλι
κουτρίδι του, ουσιαστικό
άγουρο φρούτο, στον πληθυντικό κουτρίδις, τα άγουρα σταφύλια
κουτρόνα η, και κουτρόν(ι) του, ουσιαστικό
μεγάλη ακατέργαστη πέτρα
κουτρού, επίρρημα
- στην τύχη, χωρίς υπολογισμό
- απερίσκεπτα
κουτρουβάλα η, ουσιαστικό
κατρακύλα
κουτρουβαλάου, κουτρουβαλιάζουμι, ρήμα
κατρακυλάω, αόριστος κουτρουβαλιάσκα, έπεσα
κουτρουμπέλ(η)ς ου, ουσιαστικό
παχουλός
κουτσάκ(ι) του, ουσιαστικό
υποδοχέας στα ξύλα του σαμαριού στον οποίο δένονταν οι τριχιές που συγκρατούσαν το φορτίο
κουτσαμπδάου, ρήμα
- πηδάω με το ένα πόδι
- χοροπηδάω
κουτσάνα η, ουσιαστικό
(μεταφορικά) χαζουμάρα, βλακεία
κουτσανάτους ου, ουσιαστικό
καλοστεκούμενος, γερός
Ετυμολογία
Προέρχεται, μάλλον, από τα κότσια και σημαίνει τον άνθρωπο που έχει γερά κότσια.
κουτσάν(ι) του, ουσιαστικό
- το λεπτό τμήμα φυτού που στηρίζει και συνδέει το φύλλο ή τον καρπό με το υπόλοιπο φυτό
- (μεταφορικά) καλοπερνάω, στη φράση τ’ (μ)πιρνάου κουτσάν(ι)
κουτσάρου, ρήμα
- φοράω επιδεικτικά κάτι που δεν ταιριάζει με την περίσταση
- συναρμολογώ, συνδέω, προσαρτώ
- μου ’δωσε αιφνιδιαστικά κάτι που δεν περίμενα, στη φράση μ(ου) κουτσάρσι
κουτσάφτκου του, ουσιαστικό
ζώο που έχει κομμένο αφτί για σημάδι αναγνώρισης
κουτσάφτ’ς ου, ουσιαστικό
αυτός που έχει κομμένο αφτί
κουτσίδα η, ουσιαστικό
η κοτσίδα
κούτσκα τα, ουσιαστικό
τα μικρά παιδιά
κούτσκους, -ια, -ου, και κούτσ(ι)νους, -ν(η), -ου, επίθετο
- μικρός σε ηλικία
- μικροκαμωμένος
κουτσλάου, ρήμα
κάνω κουτσουλιές
κουτσλιά η, ουσιαστικό
- η κουτσουλιά, περίττωμα πουλιού
- (μεταφορικά) λέγεται για κάτι πολύ μικρό σε μέγεθος ή ποσότητα
κουτσνέλ(ι) του, ουσιαστικό
υποκοριστικό του κούτσ(ι)νους, μικρούτσικος, μικράκι
κουτσόρου η, ουσιαστικό
προσφώνηση αβάφτιστου κοριτσιού
κουτσούβιλα τα, ουσιαστικό
τα μικρά παιδιά
κουτσουκέλα η, ουσιαστικό
- ανάρμοστη πράξη
- απιστία
κουτσουκέρα η, ουσιαστικό
προβατίνα ή γίδα με σπασμένο το ένα κέρατο.
κουτσουμαδάου, ρήμα
τραβώντας τα με το χέρι κόβω λουλούδια, φύλλα ή άκρες βλαστών, συνώνυμο: τσουρουμαδάου
κουτσουμισιάζου, κουτσουμισιάζουμι, ρήμα
με πόνεσε πολύ η μέση από μεγάλο βάρος που σήκωσα ή από διαρκές σκύψιμο ή από χτύπημα που δέχτηκα σε αυτή, αόριστος κουτσουμέσιασα και κουτσουμισιάσκα, συνώνυμο: μπσουκόβουμι
κουτσουμπόλ(η)ς ου, κουτσουμπόλα η, ουσιαστικό
αυτός που του αρέσει να κουτσομπολεύει
κουτσουμπουλεύου και κουτσουμπουλιάζου, ρήμα
σχολιάζω κακόβουλα και επικρίνω τις πράξεις και τη συμπεριφορά τρίτων
κουτσουμπουλιό του, ουσιαστικό
κακόβουλος συνήθως σχολιασμός των πράξεων και της συμπεριφοράς τρίτων
κουτσουμύτ’ς ου, ουσιαστικό
αυτός που έχει κοντή μύτη
κουτσουνούρκους, -ια, -ου, επίθετο
αυτός που έχει κοντή την ουρά
κουτσουπαλεύου, ρήμα
προσπαθώ χωρίς μεγάλη επιτυχία, επειδή οι δυσκολίες που αντιμετωπίζω είναι πολλές και μεγάλες
κουτσ(ου)ρεύου, ρήμα
(μεταφορικά) περικόπτω, μειώνω
κούτσρου του, ουσιαστικό
- χοντρό ξύλο, κορμόε δέντρου κομμένος ή κλαδεμένος
- (μεταφορικά) αμόρφωτος, αγράμματος
κ(ου)φίν(ι) του, ουσιαστικό
μεγάλο στέρεο καλάθι πλεγμένο με λυγαριές, συνώνυμο: γαλίκ(ι)
κ(ου)φουκαίου, ρήμα
καίω κρυφά
κουψίδ’ του, ουσιαστικό
μικρό κομμάτι ψητού κρέατος
κουψουχουλιάζου, κουψουχουλιάζουμι, ρήμα
αιφνιδάζω κάποιον και τον τρομάζω
κουψουχρουνιά, επίρρημα
- προτού να τελειώσει η χρονιά
- λέγεται για πώληση σε εξευτελιστική τιμή λόγω επείγουσας ανάγκης
κόφα η, ουσιαστικό
μεγάλο κοφίνι, πλεγμένο με καλάμια, περίπου κυλινδρικού σχήματος, χωρίς χειρολαβές, που έκλεινε με πλεγμένο επίσης σκέπασμα, μέσα στο οποίο φυλάσσονταν τα καρβέλια του ψωμιού
κόφτρα η, ουσιαστικό
το σημείο όπου κόβεται, εκτρέπεται το νερό
κόχ(η) η, ουσιαστικό
ακμή μιας δίεδρης γωνίας σε έναν τοίχο, σε ένα έπιπλο
κόψ(ι)μου του, ουσιαστικό
- η κοπή, π.χ. βαθύ κόψ(ι)μου στου χέρ’
- πονόκοιλος που συνοδεύεται συνήθως από διάρροια, π.χ. μι έπιασι κόψ(ι)μου
κράζου, ρήμα
φωνάζω, καλώ κάποιον να έρθει κοντά μου
κρασί του, ουσιαστικό
- το κρασί
- (μεταφορικά) α. γίνομαι πιο διαλλακτικός, λιγότερο απαιτητικός, στη φράση βάνου νι/ερό στου κρασί μ’ β. για κάτι που δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί άμεσα ή (ειρωνικά) για κάποιον που μιλάει άσχετα με το θέμα, στη φράση καλά κρασ(ι)ά
κρατάου, κρατιέμι, ρήμα
- έχω κάτι μέσα στο χέρι μου, π.χ. κρατάει γιρά τ’ λαβή, συνώνυμο: βαστάου
- έχω κάτι επάνω μου ή κουβαλώ κάτι μαζί μου, π.χ. δε κρατάου λι/εφτά μαζί μ’
- καταγράφω,π.χ. κρατάου λογαριασμό
- προσέχω και φροντίζω κάποιον ή κάτι, κρατάει τα πιδιά
- διατηρώ, φυλάω, π.χ. κρατάει πουλλά παλιά πράματα
- είμαι συνεπής, π.χ. κρατάου του λόγου μ’
- εμποδίζω, περιορίζω, απασχολώ κάποιον, μι κράτ’σι πουλλή ώρα
- συγκρατώ, π.χ. δε μπόρισι να κρατήσ(ει) τα νεύρα τ’
- διαρκώ, π.χ. θα κρατήσ(ει) πουλύ τ’ αστείου αυτό;
- κατάγομαι, π.χ. κρατάει απού μιγάλου σόι
- έχω επιφυλάξεις σχετικά με κάτι και αδρανώ, στη φράση κρατάει τα μπόσ(ι)κα
- α. είμαι σε καλή φυσική κατάσταση, π.χ. παρά τα χρόνια τ’ κρατιέτι καλά β. είμαι σε καλή οικονομική κατάσταση
κρένου, ρήμα
- μιλώ, κουβεντιάζω, χαιρετώ
- έχω διακόψει την επικοινωνία με κάποιον, επειδή δεν έχω καλές σχέσεις μαζί του, στη φράση δε (γ)κρινόμαστι
κριάρ’ του, ουσιαστικό
αρσενικό πρόβατο
κριάς του, ουσιαστικό
το κρέας
κριβατίνα η, ουσιαστικό
η κληματαριά
κρικέλα η, ουσιαστικό
- ο κρίκος, ο χαλκάς
- το δημόσιο ταμείο
κρίμα του, ουσιαστικό
- πράξη αξιόμεμπτη, αμαρτία
- είσαι υπεύθυνος για απόφαση και ενέργειά σου, στη φράση του κρίμα στου λι/εμό σ’
- επιρρηματικά κρίμα και κρίμας, ως έκφραση λύπης, οίκτου ή συμπάθειας, π.χ. κρίμα του (γ)κόπου σ’
κριμάλα η, ουσιαστικό
κρεμάλα, αγχόνη
(μεταφορικά, ως αστεϊσμός) χαρακτηρισμός του γάμου, της παντρειάς
κριμανταλάς ου, ουσιαστικό
- ξύλο με παρακλάδια για να κρεμάω πράγματα, καλόγηρος
- (μεταφορικά) ψηλός και άχαρος άντρας
κριμαντζαλιώμι και κριμαντζαλιέμι, ρήμα
κρεμιέμαι πιασμένος με τα χέρια από κάπου
κριμαντζούλ(ι) του, ουσιαστικό
αυτό που κρέμεται, συνήθως στολίδι
κριμάου, κριμιέμι, ρήμα
- κρεμώ, π.χ. κρέμασα τα ρούχα μ’ στ’ (γ)κριμάστρα
- απαγχονίζω, π.χ. θα σι κριμάσου!
- εξαρτώμαι από κάποιον, του γίνομαι βάρος, π.χ. κριμάσκι από πάνου μ’
κριμαστάρια τα, ουσιαστικά
- εξάρτημα από το οποίο κρεμιέται ένα αντικείμενο
- για κάποιον που προσποιείται ότι δεν ενδιαφέρεται να αποκτήσει κάτι, επειδή ξέρει ότι δεν μπορεί να το κατορθώσει, στην παροιμία όσα δε φτάν(ει) η αλπού τα κάν(ει) κριμαστάρια
κριμαστρόπανου του, ουσιαστικό
σεντόνι που χρησιμοποιούνταν ως σκέπασμα (κάλυμμα) ρούχων στην κρεμάστρα τους, για να μη λερώσουν
κριμμύδι του, ουσιαστικό
- κρεμμύδι
- για κάποιον που κλαίει χωρίς προφανή λόγο, στη φράση κριμμύδια σ’ καθαρίζουν;
κριπάρου, ρήμα
υποφέρω από μεγάλη στενοχώρια, σκάω, π.χ. πάου να κριπάρου
κρίσ(η) η ουσιαστικό
μιλιά, απόκριση
κριτσανίθρα η, ουσιαστικό
ο χόνδρος που βρίσκεται στο κρέας
κριτσαν(ι)στός, -ή, -ό, επίθετο
τραγανός
κριτσιανάου και κριτσανίζου, ρήμα
ηχομιμητική λέξη, δαγκώνω, μασάω τραγανιστή τροφή κάνοντας το χαρακτηριστικό ήχο “κριτς κρατς”
κρούν(η)ς, -α, ουσιαστικό
ο κακόμοιρος, ο δύστυχος, ο ταλαίπωρος
Ετυμολογία
Προέρχεται από το κουρούνης, -α, το οποίο από το ουσιαστικό κουρούνα η, που σημαίνει αυτόν που έχει την τύχη ή τη διάθεση μαύρη, όπως είναι η κουρούνα, μαύρο πουλί που ανήκει στα κορακοειδή.
κρούου και κρου, ρήμα
αγγίζω, πειράζω, π.χ. μη (ν)του κρους συνώνυμο: παλεύου
κρούπ’ του, ουσιαστικό
μικρό τσίγκινο δοχείο
κρούσταλλα τα, ουσιαστικό
πάγοι
κρουσταλλιάζου, ρήμα
παγώνω από το κρύο
κρουστός, -ή, -ό, επίθετο
πυκνός
κρούτα η, ουσιαστικό
προβατίνα ή γίδα με κοντά τα δύο κέρατα
κρυαδίζ(ει), ρήμα
αρχίζει να κάνει κρύο, κρυώνει ο καιρός
κρυαδιρός, -ή, -ό, επίθετο
κρύος, ψυχρός
κρυότ(η) η, ουσιαστικό
η ψύχρα
κρύου του, ουσιαστικό
το ψύχος, π.χ. σήμερα κάνει πουλύ κρύου
κρύους, -α, -ου, επίθετο
κρύος, ψυχρός
κρυφουκουβιντιάζου, ρήμα
έχω ιδιαίτερες κουβέντες με κάποιον, κουβεντιάζω ιδιαιτέρως μαζί του
κρυφτό του, ουσιαστικό
παιδικό παιχνίδι
κτάβ’ του, ουσιαστικό
το κουτάβι, το νεογέννητο σκυλάκι
κτάλα η, ουσιαστικό
η κουτάλα
κτάλας ου, ουσιαστικό
κουτός, ανόητος
κτάλ(ι) του, ουσιαστικό
το κουτάλι, συνώνυμο: χλιάρ’
κτι του, ουσιαστικό
το κουτί
κτουπώνου, ρήμα
- σκεπάζω, καπακώνω
- με επιθετικό τρόπο αγκαλιάζω ερωτικά γυναίκα με σκοπό να συνουσιαστώ μαζί της
κ’τσά στραβά, επιρρηματική έκφραση
όπως όπως, με ατέλειες
κ’τσαμός ου και κ’τσαμάρα η, ουσιαστικό
κουτσαμάρα
κ’τσός, -ή, -ό, επίθετο
- κουτσός
- όπως όπως, συνήθως και με ατέλειες, στη φράση κ’τσά στραβά
κ’τσούμπ’ του και κ’τσούμπα η, ουσιαστικό
- κομμάτι από ρίζα ή από κορμό δέντρου
- δέντρο που του έχουν κόψει κλαδιά και φύλλα
κ’τσουμπέλ(ι) του, ουσιαστικό
- κουτσουμπέλι, κούτσουρο
- ξερή μάνα κλήματος
κυδουνάτου του, ουσιαστικό
γλυκό του κουταλιού που γίνεται με κυδώνι κομμένο σε μικρά κομμάτια
κ(υ)λάου, κλιέμι, ρήμα
- προχωρώ με περιστροφική κίνηση, π.χ. η ρόδα κ(υ)λάει
- ρέω, π.χ. του νι/ερό κ(υ)λάει στ’ αυλάκ(ι)
- περνώ, π.χ. τα χρόνια κύλ(η)σαν
- (μεταφορικά) για δύο ανθρώπους με τα ίδια ελαττώματα οι οποίοι ταιριάζουν και γίνονται φίλοι ή παντρεύονται, στην παροιμία κύλ(η)σι ου τέντζερ(η)ς κι βρήκι του καπάκ(ι)
κυπαρίσσ(ι) του, ουσιαστικό
- το κυπαρίσσι
- νεκροταφείο, θάνατος, στη φράση τουν έστλι/ε στα κυπαρίσσ(ι)α
κυπαρ(ι)σσόμπλου του, ουσιαστικό
το κυπαρισσόμηλο
κυπρί του ή κύπρους ου, ουσιαστικό
μεγάλο κουδούνι
κύρ(η)ς ου, ουσιαστικό
αφέντης
Κυριακάδις οι, ουσιαστικό
Κυριακές
κυριαρίνα η, ουσιαστικό
είδος αποδημητικού πουλιού σαν μεγαλόσωμη τσίχλα
κφάλα η, ουσιαστικό
- η κουφάλα, κοίλωμα, βαθούλωμα στον κορμό ενός γέρικου δέντρου
- χαλασμένο κούφιο δόντι
- (μεταφορικά) λέγεται για άνθρωπο που είναι δύσκολο για τους άλλους να ξέρουν πώς σκέφτεται και ενεργεί, για άνθρωπο πονηρό και καταφερτζή
κφάλουγου του, ουσιαστικό
- το κουφό άλογο
- (μεταφορικά) αυτός που δεν ακούει καλά
κφόβρασ(η) η, ουσιαστικό
μεγάλη ζέστη με συννεφιά, συνώνυμο: συννεφόκαμα
κφος, -η, -ο, επίθετο
- κουφός
- κφη, πορδή που δε γίνεται αισθητή από τον ήχο, αλλά συνήθως από τη βρόμα
κώλους ου, ουσιαστικό
- ο κώλος, οι γλουτοί, ο πισινός, πληθυντικός κώλ(οι) και κώλια τα
- (μεταφορικά) α. επιζητώ ή προκαλώ κάτι, ενώ φαινομενικά, στα λόγια, το αρνούμαι, στη φράση τα θέλ(ει) ου κώλους μ’ β. κουράζομαι πολύ, στη φράση μ’ βγαίν(ει) ου κώλους γ. με εκμεταλλεύτηκε ή με αξαπάτησε, στη φράση μου πιασι του (γ)κώλου δ. αν τολμάς, στη φράση αν σ’ βαστάει ου κώλους ε. μαλώσαμε, στη φράση γίναμι κώλους στ. για κάτι τιποτένιο, ανάξιο λόγου, στη φράση τ’ κώλ’ ζ. ανοησίες, στη φράση τ’ κώλ’ τα ιννιάμερα η. για πολύ στενή σχέση, φιλία, στη φράση κώλους κι βρακί θ. για κάποιον που έχει να αντιμετωπίσει βιαστικές, πιεστικές υποθέσεις, στη φράση πήρι ου κώλους τ’ φουτιά ι. με τη συμπεριφορά του κάποιος προκαλεί κάτι, πάει γυρεύοντας για κάτι, στη φράση του (ν)τρώει ου κώλους τ’
Λ
λάβα η, ουσιαστικό
η υπερβολική ζέστη
λαβαίνου, ρήμα
- παραλαμβάνω
- πιάνω
λαβατώνου, λαβατώνουμι, ρήμα
ξαφνιάζομαι, τρομάζω
λαβή η, ουσιαστικό
αφορμή
λάβουμα του και λαβουματιά η, ουσιαστικό
η λαβωματιά, το τραύμα
λάβρα η, ουσιαστικό
- υπερβολική ζέστη, καύσωνας
- (μεταφορικά) για υπερβολικά υψηλές τιμές προϊόντων, στη φράση φουτιά κι λάβρα
λαβώνου, λαβώνουμι
- τραυματίζομαι, πληγώνομαι
- (μεταφορικά) χτυπιέμαι από έρωτα
λαγαρά τα, ουσιαστικό
τα μαλακά και ευαίσθητα σημεία στην κοιλιά ή στα πλευρά των ζώων και των ανθρώπων
λαγαρίζ(ει), ρήμα
- κάτι γίνεται καθαρό, διαυγές
λαγαρός, -ή, -ό, επίθετο
καθαρός, διαυγής
λαγγεύου, ρήμα
- σκιρτάω, σπαρταράω
- λιγώνομαι από έρωτα
λαγκαδιά η και λαγκάδ’ του, ουσιαστικό
δασώδης κοιλάδα ανάμεσα σε βουνά
λαγκιόλ(ι) του, ουσιαστικό
πτυχή, δίπλα φουστανέλας και γενικότερα ενδύματος
λαγουκ(οι)μάμι, ρήμα
κοιμάμαι πολύ ελαφρά, όπως ο λαγός
λαγούμ’ του, ουσιαστικό
υπόγεια στοά
λαγουν(ι)κό του, ουσιαστικό
το κυνηγόσκυλο
λάδ’ του, ουσιαστικό
- το λάδι
- (μεταφορικά) α. κουράζω, ταλαιπωρώ, βασανίζω κάποιον, στη φράση τ’ βγάζου του λάδ’ β. καταφέρνω να πείσω ότι είμαι αθώος, ανεύθυνος για κάτι, έστω κι αν είμαι ένοχος, στη φράση βγαίνου λάδ’ γ. οξύνω τα πάθη, στη φράση ρίχνου λάδ’ στ’ φουτιά
λαδίκα η, λαδκό του, ουσιαστικό
δοχείο για το λάδι, συνώνυμο: ρουί
λαδώνου και λαδιάζου, ρήμα
- ρίχνω λάδι
- βαφτίζω
λαήνα η, ουσιαστικό
η στάμνα
λαήν(ι) του, ουσιαστικό
το σταμνί, πήλινο δοχείο κυρίως για νερό
λαθεύου, ρήμα
κάνω λάθος
λαϊάζου, ρήμα
- ησυχάζω, κοιμάμαι
- μαζεύομαι, ζαρώνω, κρύβομαι για να αποφύγω κίνδυνο
λάικα η, ουσιαστικό
- αυτοσχέδιο νεροπίστολο
- όνομα σκυλίτσας
λάιους, -α, -ου, επίθετο
το μαύρο πρόβατο, π.χ. τα λάια πρόβατα
λάκα η, ουσιαστικό
ανοιχτό και επίπεδο μέρος με χορτάρι σε θαμνώδη ορεινή ή ημιορεινή περιοχή, π.χ. τα πιδιά παίζνι/ε στ’ λάκα
Ετυμολογία
Προέρχεται από το αρβανίτικο laka = ίσιωμα.
λακάου και λακίζου, ρήμα
φεύγω τρέχοντας, συνήθως, για να αποφύγω κάποιο κίνδυνο, προστακτική λάκα, αόριστος λάκ(η)σα
Ετυμολογία
Προέρχεται από το αρχαίο εκ-λακώ > γλακώ (τρέχω) > λακώ.
λακιρό του, ουσιαστικό
επίπεδο, ίσο μέρος
λακριντί του, ουσιαστικό άκλιτο
συζήτηση, συνομιλία
λαλάου, -άς, -άει, ρήμα
- (για πτηνό) κελαηδώ, κράζω, π.χ. λάλ(η)σι ου κόκουρας
- (για άνθρωπο) μιλώ, λέω, π.χ. ούτι μιλάει ούτι λαλάει
- (για μουσικό όργανο) παίζω, π.χ. λάλα του του κλαρίνου
- (μεταφορικά) α. χάνω τα λογικά μου, π.χ. λάλ(η)σι απ’ τη στιναχώρια β. λέγεται για για τα αρνητικά αποτελέσματα της ασυντόνιστης ομαδικής εργασίας, στη φράση όπ’ λαλάν πουλλά κουκόρια, αργεί να ξ(η)μιρώσ(ει)
λαλιά η, ουσιαστικό
- κελάηδημα
- λόγος, ομιλία, π.χ. έχασι τ’ λαλιά τ’
λάμια η, ουσιαστικό
- μυθικό τέρας με τη μορφή γυναίκας
- (μεταφορικά) γυναίκα κακιά, στρίγκλα
λαμιώτκους, -κ(η), -ου, επίθετο
που ανήκει ή αναφέρεται στη Λαμία
λάμπα η, ουσιαστικό
η λάμπα πετρελαίου, φωτιστικό είδος, με γυάλινο ή χάλκινο δοχείο στο οποίο έμπαινε το φωτιστικό πετρέλαιο, το μηχανισμό μέσα από τον οποίο περνούσε εμποτισμένο στο πετρέλαιο το βαμβακερό φιτίλι και το λαμπόγυαλο
λαμπάδα η, ουσιαστικό
- η φλόγα της φωτιάς
- υπερβολική ζέστη
- κερί μεγάλου μήκους και διαμέτρου
- (μεταφορικά) ψηλός, λεπτός, ευθυτενής άνθρωπος
λαμπαδιάζου, ρήμα
- (μεταβατικό) καίω, βάζω φωτιά
- (αμετάβατο) καίγομαι, ζεσταίνομαι πολύ
λαμπαδίνα η, ουσιαστικό
ανάγλυφη εξοχή που υπάρχει γύρω γύρω από τα πορτοπαράθυρα, στην εξωτερική τους όψη
λαμπικάρου, ρήμα
κάνω κάτι να λάμπει, να αστράφτει από καθαριότητα
λαμπίκος ου, ουσιαστικό
οτιδήποτε πολύ καθαρό, διαυγές και λαμπερό, έπλυνα τα πιάτα κι τα ’κανα λαμπίκου
λαμπόγυαλου και λαμπουγυάλ(ι) του, ουσιαστικό
- το γυαλί της λάμπας πετρελαίου
- (μεταφορικά) προκαλώ μεγάλης έκτασης καταστροφή, στη φράση τα κάνου λαμπόγυαλου
λαμπουκουπάου, ρήμα
εκπέμπω λάμψη, αστράφτω
Λαμπρή η, ουσιαστικό
η Πασχαλιά
λαμπριάτκου του, ουσιαστικό
το αρνί που σφάζεται τη Λαμπρή
λανάρ’ του, ουσιαστικό
ξυλόχτενο για την κατεργασία μαλλιού, ώστε να είναι έτοιμο για κλώσιμο
Ετυμολογία
ομηρικό λάχνη, λανός λανάρι ;;;;;……..
λαναρίζου, ρήμα
ξαίνω μαλλί με λανάρια
λαός ου, ουσιαστικό
- οι κάτοικοι μιας χώρας, περιοχής, πόλης, ο πληθυσμός
- πολύς κόσμος συγκεντρωμένος σε ένα μέρος
- οι κατώτερες κοινωνικά τάξεις
λάου λάου, επιρρηματική έκφραση
σιγά σιγά, με προφυλάξεις, χωρίς να γίνεται αντιληπτό
λαρδί του, ουσιαστικό
παστό χοιρινό λίπος
λάσκα, επίρρημα
χαλαρά
λάστιχου του, ουσιαστικό
- το ελαστικό αυτοκινήτου
- λαστιχένιος ή πλαστικός σωλήνας για το πότισμα
- (συνεκδοχικά) η σφεντόνα, επειδή τα λάστιχα είναι κύριο εξάρτημά της
λατσούδι του, ουσιαστικό
κλαρί από έλατο
λαχ λαχ, επιρρηματική έκφραση
βιαστικά
λαχαίνου, ρήμα
τυχαίνω, κατά τύχη, τυχαία γίνεται ή έγινε κάτι, στον αόριστο έλαχι
λάχανα τα, ουσιαστικό
- φαγώσιμα αγριόχορτα, π.χ. Γιάννι/ενα, να μη (μ)πας για λάχανα
- φτωχικό φαγητό, να είναι κάποιος υγιής κι ας ζει και φτωχικά, στη φράση γεια και μαύρα λάχανα
- (μεταφορικά) α. για κάτι ασήμαντο και αδιάφορο, στη φράση σιγά τα λάχανα β. τον σκότωσαν, στη φράση τουν έφαγαν λάχανο
λαχανιάζου, ρήμα
αναπνέω δύσκολα, ασθμαίνω
λαχανίδα η, ουσιαστικό
είδος λάχανου
λαχανόπτα η, ουσιαστικό
πίτα που περιέχει ποικιλία χόρτων και κομμάτια τυριού
λαχνίζου, ρήμα
ρίχνω λαχνό, κάνω κλήρωση
λαχτάρα η, ουσιαστικό
- έντονη επιθυμία, πόθος
- ταραχή, φόβος
λαχταράου, ρήμα
- επιθυμώ έντονα, ποθώ
- τρομάζω
λειανά τα, ουσιαστικό
- μικρά κομμάτια
- τα ψιλά, τα κέρματα
- αναλύω, εξηγώ λεπτομερώς, στη φράση τα κάνου λειανά
λειανεύου, ρήμα
(μεταβατικό) κάνω κάτι λεπτό
(αμετάβατο) γίνομαι λεπτός
λειανίζου, ρήμα
- κόβω σε πολύ μικρά κομμάτια, κομματιάζω
- (μεταφορικά) σπάω κάποιον στο ξύλο, τον χτυπώ βάναυσα, τον κάνω κομμάτια, τον σκοτώνω, π.χ. θα σι λειανίσου, συνώνυμο: μακιλεύου
λειάν(ι)σμα του, ουσιαστικό
κομμάτιασμα, τεμάχισμα
λειανόματα τα, ουσιαστικό
τα κέρματα
λειανόπιδου του, ουσιαστικό
μικρό, ανήλικο παιδί
λειανός, -ή, -ό, επίθετο
- ισχνός, αδύνατος
- (μεταφορικά) μικρός σε ηλικία
Ετυμολογία
Προέρχεται από το αρχαίο λείος + κατάληξη -ανός.
λειανουβρέχ(ει), ρήμα απρόσωπο
ψιλοβρέχει
λειανουκλαδίτκους και λιανοκλαδίτκους, -κ(η), -ου, επίθετο
που ανήκει ή αναφέρεται στο Λειανοκλάδι
λειανουκόρτσ(ι)α τα, ουσιαστικό
μικρά κορίτσια
λειανουντούφικου του, ουσιαστικό
- ελαφρό όπλο
- πληθυντικός λειανουντούφικα, αραιοί πυροβολισμοί
λειανουψχάλα η, ουσιαστικό
ψιλή και σιγανή βροχή
λειτουργάου, ρήμα
- (για μηχανές, όργανα, μηχανισμούς) δουλεύω
- (για ιερωμένους) τελώ τη Θεία Λειτουργία
λειτουργιά η, ουσιαστικό
πρόσφορο, άρτος για τη Θεία Ευχαριστία
λέλι/εκας ου και λι/ελέκι του, ουσιαστικό
- ο πελαργός
- (μεταφορικά) ο πολύ ψηλός και λεπτός
λέου, λέουμι, ρήμα
- μιλώ, εκφράζω με λόγια
- στο γ΄ πρόσωπο λέει, αξίζει, π.χ. αυτό του χουράφ’ λέει πουλλά
- (με άρνηση) για κάτι που δε γίνεται, που καθυστερεί, π.χ. δε λέει να φανεί
- λέουμι, ονομάζομαι
λέρα η, ουσιαστικό
- η βρομιά
- (μεταφορικά) άνθρωπος αισχρός, ανήθικος
λέσ(ι)ου του, ουσιαστικό
πολύ αδύνατο, ισχνό, σκελετωμένο ζώο, ψοφίμι
λέτσους ου, ουσιαστικό
ο ατημέλητος, ο λερωμένος, ο βρομιάρης, ο λιγδιάρης
λ(η)μέρ’ του, ουσιαστικό
λημέρι, κρησφύγετο κλεφταρματολών ή ληστών
λ(η)μιριάζου, ρήμα
μένω στο λημέρι
λ(η)τάρ’ του, ουσιαστικό
μικρή τριχιά, σκοινί για δέσιμο ζώων
Ετυμολογία
Προέρχεται από το ειλητάριον, υποκοριστικό του αρχαίου ειλητός το οποίο από το θέμα των ομόρριζων ρημάτων ειλέω, ειλίσσω και ελίσσω: περιτυλίγω, περιστρέφω.
λ(η)ταρώνου, ρήμα
δένω με λητάρι, με τριχιά, π.χ. του γμάρ’ του ’χα λ(η)ταρουμένου, αλλά λύθκι του μαγκούφκου!
λθνάρ’ του, ουσιαστικό
- λουθνάρι, πυώδες σπυρί στο δέρμα
- το κριθαράκι του ματιού
λιαγκρίζου, ρήμα
μόλις διακρίνω
λιάζου, λιάζουμι, ρήμα
εκθέτω κάτι στον ήλιο, για να στεγνώσει ή για να ζεσταθεί
λιάκατα τα, ουσιαστικό
εντόσθια, έντερα
λιαρουκάπ’ς ου, ουσιαστικό
κακοντυμένος, φτωχός και μίζερος
λιάρους, -α, -ου, επίθετο
- πολύχρωμος, παρδαλός
- λιάρα η, ασπρόμαυρη γίδα
λιάστρα η, ουσιαστικό
υπαίθρια κατασκευή με παλούκια και αγκαθωτό σύρμα ή με καδρόνια στην οποία άπλωναν στον ήλιο τις αρμάθες καπνού, για να ξεραθούν, και στη συνέχεια τις μάζευαν σε βαντιά
λιατσάζου, ρήμα
συνθλίβω, λιώνω κάτι πιέζοντάς το δυνατά
λ(ι)βάδ’ του, ουσιαστικό
έκταση γης που καλύπτεται από χόρτο, κατάλληλο για βοσκή
λ(ι)βαδάρκου του, ουσιαστικό
Νοικιασμένο από τον τσοπάνη χωράφι για βοσκή των προβάτων. Το ενοίκιο πληρωνόταν σε είδος και συνήθως σε τυρί.
λ(ι)βάκουμα του, ουσιαστικό
υπερβολική ζέστη, καύσωνας
λ(ι)βακώνουμι, ρήμα
ζεσταίνομαι υπερβολικά από το λίβα
λίβας ου, ουσιαστικό
ζεστός αέρας
λίγδα η, ουσιαστικό
- λίπος
- λιπαρός λεκές, λαδιά, λέρα
λ(ι)γδιάρς ου, ουσιαστικό
βρομιάρης
λιγνός, -ή, -ό, επίθετο
λεπτός, αδύνατος
λιγόημιρους, -η, -ου, επίθετο
λιγόζωος
λ(ι)γουθμάου, ρήμα
λιποθυμώ, χάνω προσωρινά τις αισθήσεις μου
λ(ι)γούρα η, ουσιαστικό
το έντονο αίσθημα πείνας και οι στομαχικές διαταραχές που αυτό προκαλεί
λ(ι)γουρεύουμι, ουσιαστικό
- επιθυμώ κάτι φαγώσιμο
- επιθυμώ έντονα
λ(ι)γούρς ου, ουσιαστικό
- λιγούρης, ο συνεχώς πεινασμένος
- αυτός που έντονα επιθυμεί κάτι και εκδηλώνει την επιθυμία να το απολαύσει
λιγουστός, -ή, -ό, επίθετο
λίγος, π.χ. είμαστι οι δόλιοι λιγουστοί, λίγοι κι διαλι/εμέν(οι)
λ(ι)γώνουμι, ρήμα
- νιώθω έντονο αίσθημα πείνας
- νιώθω δυσάρεστο αίσθημα χορτασμού, λόγω υπερβολικής κατανάλωσης ορισμένου φαγητού
- έχω τάση για λιποθυμία
λι/εβέντκους, -(η), -ου, επίθετο
λεβέντικος
λι/εβιντιά η, ουσιαστικό
η λεβεντιά
λι/εβέντ’ς ου, ουσιαστικό
ωραίος, γενναίος και με ευθύ χαρακτήρα άντρας, π.χ. λι/εβέντης είσι, μάτια μου, λι/εβέντικα χουρεύεις
λι/εγάμινους ου, λι/εγάμινη η, ουσιαστικό
- (υποτιμητικά) αυτός για τον οποίο γίνεται λόγος
- ο αγαπητικός, η αγαπητικιά
λι/ελούδ’ του, ουσιαστικό
- το λουλούδι
- ως έκφραση αγάπης και τρυφερότητας, στη φράση λι/ελούδι μ’ ή λι/ελδάκ(ι) μ’
- (μεταφορικά) πονηρός και ανήθικος άνθρωπος
λι/εμαργιά η, ουσιαστικό
η λαιμαριά, περιλαίμιο από δέρμα που τοποθετείται στο λαιμό του ζώου
λι/εμός ου, ουσιαστικό
- ο λαιμός
- (μεταφορικά) κυλινδρικό και μακρύ τμήμα αντικειμένου που μοιάζει με λαιμό
- (μεταφορικά) α. δε συμπαθώ κάποιον ή κάτι, στη φράση μ’ στέκιτι στου λι/εμό β. πιέζω υπερβολικά, εξαναγκάζω κάποιον, στη φράση τ’ βάνου του μαχαίρ’ στου λι/εμό γ. έγινα αιτία να πάθει κάποιος κάτι, τον παρασύρω, στη φράση του (μ)πήρα στου λι/εμό μ’ δ. να κάνεις τα πάντα, για να βρεις λύση, να τα καταφέρεις οπωσδήποτε, στη φράση να κόψεις του λι/εμό σ’ ε. για ένδειξη πλήρους αδιαφορίας, στη φράση δε (μ)πα να κόψ(ει) του λι/εμό τ’ στ. σε ανώτατο όριο, στη φράση ως του λι/εμό ζ. εξάντλησες τα όρια της υπομονής, της ανοχής ή της αντοχής μου, στη φράση μ’ ίφιρις ως του λι/εμό η. είμαι πολύ σίγουρος, στη φράση κόβου του λι/εμό μ’
λι/ερός, -ή, -ό, επίθετο
λερωμένος
λι/ερώνου, λι/ερώνουμι, ρήμα
- (μεταβατικό) βρομίζω
- (αμετάβατο) γίνομαι βρόμικος
- (μεταφορικά) προσβάλλω με ανήθικες ενέργειες και συμπεριφορές
- (μεταφορικά) για κάποιον που έχει κάνει επιλήψιμη πράξη, στη φράση έχ(ει) λι/ερουμέν(η) τη φουλιά τ’
λι/ευκαίνου, ρήμα
κάνω κάτι λευκό, το ασπρίζω
λι/εφούσ’ του, ουσιαστικό
πλήθος ανθρώπων ή εντόμων
λι/εχρίτ’ς ου, ουσιαστικό
βρόμικος, κουρελής, ασήμαντος και τιποτένιος άνθρωπος
λ(ι)θάρ’ του, ουσιαστικό
η πέτρα
λ(ι)θουβουλάου, ρήμα
πετροβολώ
λιλί του, ουσιαστικό
- το χρήμα
- παιχνιδάκι βρεφών
- πληθυντικός λιλιά τα, στολίδια
λίμα η, ουσιαστικό
- η υπερβολική πείνα, λιμός, π.χ. έπισι λίμα
- εργαλείο που χρησιμοποιείται για λείανση
λιμά τα, ουσιαστικό
τα αδύνατα χαρτιά της τράπουλας (τα κάτω του 8)
λ(ι)μάζου, ρήμα
πεινάω πολύ
Ετυμολογία
Προέρχεται από το αρχαίο λιμώσσω και λιμώττω: βασανίζομαι από μεγάλο λιμό, πείνα
λ(ι)μασμένους, -ν(η), -ου, επίθετο
πεινασμένος
λ(ι)μούρα η, ουσιαστικό
μεγάλη πείνα
λίμπα η, άκλιτο ουσιαστικό
αναστάτωση, διάλυση, καταστροφή, ισοδύναμη έκφραση: γυαλιά καρφιά
λιμπίζουμι, ρήμα
επιθυμώ κάτι πολύ, λαχταρώ, λιγουρεύομαι, αόριστος λιμπίσκα
λ(ι)νάτσα η, ουσιαστικό
- πλεκτό ύφασμα από χοντρό λινάρι ή κάνναβη που χρησιμοποιείται κυρίως για κατασκευή τσουβαλιών
- (ως βρισιά) για πρόσωπο που έχει άσχημη εμφάνιση και κακό χαρακτήρα
λιουπύρ’ του, ουσιαστικό
ο καύσωνας
λιούρτας ου, ουσιαστικό
αυτός που τα θέλει όλα δικά του
λιουστάσ(ι) του, ουσιαστικό
περιοχή με ελαιόδενδρα
λίπα η, ουσιαστικό
το χοιρινό λίπος
λισβός, -ή, -ό, επίθετο
μικρόσωμος και αδύνατος, λειψός
λ(ι)τσάρ’, επίρρημα
βρεγμένος, μούσκεμα, π.χ. γύρσι σπίτ’ λ(ι)τσάρ’ απ’ τη βρουχή
λ(ι)τσίζουμι, ρήμα
βρέχομαι, αόριστος λ(ι)τσίσκα
λιχνάου και λιχνίζου, ρήμα
- ξεχωρίζω τον καρπό από το άχυρο με το λιχνιστήρι
- διασκορπίζω στον άνεμο
λιώνου, ρήμα
- (μεταβατικό) α. μεταβάλλω κάτι στερεό σε υγρό, π.χ. λιώνου του καλάι β. πολτοποιώ κάτι συνθλίβοντάς το γ. φθείρω καταστρέφω
- (αμετάβατο) α. κάτι στερεό μεταβάλλεται σε υγρό, αόριστος ίλιουσα και έλιουσα, π.χ. του χιόν(ι) έλιουσι β. φθείρομαι, καταστρέφομαι, π.χ. τα ρούχα έλειουσαν
- (μεταφορικά) φθείρομαι ψυχικά, μαραζώνω, π.χ. έλιουσι απ’ τη στιναχώρια
λόγγους ου, ουσιαστικό
δάσος, δασώδης τόπος
λόια τα, ουσιαστικό
- λόγια
- (μεταφορικά) ενεργώ παρασκηνιακά για να δημιουργήσω εντάσεις, κόντρες, καβγάδες, χωρισμούς, στη φράση βάνου λόια
λόρδα η, ουσιαστικό
- μεγάλη πείνα
- πεινάω πολύ, στη φράση μ’ έκουψι λόρδα
λόρθους, -θ(η), -ου, επίθετο
- ολόρθος
- αγέρωχος, αλύγιστος, απροσκύνητος, αδούλωτος
λότιλα, επίρρημα
ολότελα, εντελώς
λουβιάζου, ρήμα
- βρομίζω, μολύνω
- ατιμάζω
λουβιτούρα η, ουσιαστικό
απατεωνιά
πιθανόν ….. ομηρικό λώβη, εμπαιγμός ………..
λου(γ)ιάζου, ρήμα
- σκέπτομαι, βάζω στο νου μου, σχεδιάζω, λογαριάζω
- παίρνω από λόγια, υπολογίζω, λογαριάζω
λου(γ)ιέμι, ρήμα
θεωρούμαι
λούγκα η, ουσιαστικό
- βουβωνικό πρήξιμο
- εξάνθημα
λούζα η, ουσιαστικό
τόπος ανάμεσα σε δύο υψώματα
λούζου, λούζουμι, ρήμα
- πλένω με νερό και σαπούνι το κεφάλι
- βρέχω με άφθονο νερό ή άλλο υγρό
- μαλώνω, βρίζω κάποιον έντονα
- υφίσταμαι, αναγκάζομαι να υποστώ κάποιον ή κάτι, π.χ. έτσ’ όπους τα κανι/ες, να τα λουστείς
λουιάς, ουσιαστικό (μόνο στη γενική ενικού και πληθυντικού)
λογής, είδους, π.χ. λουιών λουιών άνθρωπ(οι)
λούκ(ι) του, ουσιαστικό
αυλάκι
λούμ’ η, ουσιαστικό
λασπόνερα, λεπτή λάσπη
λούμπα η, ουσιαστικό
- λάκκος, λακκούβα
- πέφτω σε παγίδα, πέφτω θύμα απροσεξίας, συμπαιγνίας, στη φράση πέφτου στ’ λούμπα
- ο ένας πόντος στο παιχνίδι
λουμπίν(ι) του, ουσιαστικό
φυτίλι καντηλιού
λουπουδύτ’ς ου, ουσιαστικό
λωποδύτης, κλέφτης, απατεώνας
λουράκι(ι) του, ουσιαστικό
μικρό λουρί
λουρί του, ουσιαστικό
- μακρόστενο κομμάτι δέρματος, ιμάντας
- ζώνη, ζωστήρας
λουρίδα η, ουσιαστικό
- αντρική ζώνη, ζωστήρας
- μακρόστενο κομμάτι γης
λουρόι του, ουσιαστικό
το ρολόι
λούρους ου, λούρα η, ουσιαστικό
1. ξύλο μακρύ, λεπτό και εύκαμπτο
2. ξυλοδαρμός με λούρα, λούρους π’ τ’ χρειάζιτι!
λούτους, -τ(η), -ου, επίθετο
χαζός, βλάκας
λούτσα η, ουσιαστικό
- κοίλωμα στο έδαφος γεμάτο νερό φυσικό ή τεχνητό από το οποίο πίνουν τα ζώα νερό
- μούσκεμα, κυρίως στη φράση έγινα λούτσα
λουυρίζου, ρήμα
γυρίζω ολόγυρα, περιφέρομαι, σεριανίζω, περιπλανιέμαι
λουυρσμός ου, ουσιαστικό
σεργιάνι, περιπλάνηση
λουφές ου, ουσιαστικό
- η αμοιβή, ο μισθός των αρματολών κατά την Tουρκοκρατία, των αγωνιστών της επανάστασης του ’21 και των στρατιωτών του τακτικού ελληνικού στρατού αργότερα
- χρήμα που αποκτιέται με αθέμιτο τρόπο
Λυγαριά η, κύριο ουσιαστικό
Χωριό στο νομό Φθιώτιδας που βρίσκεται στους πρόποδες της Όθρυος, οκτώ χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Λαμίας και διοικητικά ανήκει στον δήμο Λαμιέων. Το όνομα προέρχεται από τις πολλές λυγαριές που φύονται και ευδοκιμούν στην περιοχή. Παλαιότερα το χωριό ονομαζόταν Τσοπανλάτα ή Τσοπανλάτες. Μετονομάστηκε Λυγαριά το 1920. Ο μόνιμος πληθυσμός της Λυγαριάς, σύμφωνα με την απογραφή του 2001, είναι 403 κάτοικοι.
λυγαριά η, ουσιαστικό,
Η λυγαριά (επιστημονική ονομασία Άγνος η κοινή, Άγνος ο αγνός) είναι θάμνος πολύ διαδεδομένος στην ελληνική ύπαιθρο. Το όνομά της οφείλεται στα ευλύγιστα κλαδιά της. Ο όρος agnus–castus προέρχεται από την ελληνική λέξη ἁγνός («αγνός») και τη λατινική castus («αγνός»). Η λυγαριά μπορεί να φτάσει σε ύψος τα τρία μέτρα. Τα άνθη της αναπτύσσονται στις κορυφές των μίσχων διαμορφώνοντας ένα κωνικό σχήμα. Έχουν χρώμα συνήθως μωβ, αλλά και λευκό. Τα φύλλα της λυγαριάς είναι λογχοειδή και ανά πέντε ενωμένα με τον κεντρικό βλαστό
Η λυγαριά συναντάται σε χαμηλά υψόμετρα και παραθαλάσσιες περιοχές. Ανθίζει από τα τέλη καλοκαιριού μέχρι και τον Νοέμβριο. Συχνά καλλιεργείται και ως καλλωπιστικό σε κήπους και γλάστρες.
Η λυγαριά λέγεται και καναπίτσα.
λυγαριώτκους, -κ(η), -ου, επίθετο
που ανήκει ή αναφέρεται στη Λυγαριά
Λυγαριώτ’ς ου, κύριο ουσιαστικό
- ο κάτοικος της Λυγαριάς
- αυτός που κατάγεται από τη Λυγαριά
λ(υ)γγιάζου, ρήμα
με πιάνει λόξυγγας
Ετυμολογία
Προέρχεται από το αρχαίο λυγξ γεν. λυγγός: λόξυγγας
λ(υ)γιά η, ουσιαστικό
η λυγαριά
λυγιρός, -ή, -ό, επίθετο
ψηλός και λεπτός
λυγιώμι και λυγιέμι, ρήμα
λυγίζω
λύκους ου, ουσιαστικό
- σαρκοβόρο τετράποδο θηλαστικό
- (μεταφορικά) άνθρωπος άπληστος, άρπαγας, σκληρός
- (μεταφορικά) α. είμαι ή γλυτώνω από μεγάλο κίνδυνο, στις φράσεις είμι στου στόμα τ’ λύκ’ ή γλύτουσα απ’ του στόμα τ’ λύκ’ β. για τοποθέτηση αναξιόπιστου προσώπου σε θέση ευθύνης την οποία είναι πιθανότατο να χρησιμοποιήσει για προσωπικό όφελος, στη φράση έβαλαν του λύκου να φλάει τα πρότα γ. για άνθρωπο που εκμεταλλεύεται ανώμαλες καταστάσεις για προσωπικό όφελος, στη φράση ου λύκους στην αναμπουμπούλα χαίριτι δ. το ενδεχόμενο κλοπής ή σφετερισμού περιουσίας δεν αποφεύγεται με την υπερβολική προφύλαξή της, στη φράση ου λύκους απ’ τα μιτρημένα τρώει
- ο επικρουστήρας του μηχανισμού της σκανδάλης στα παλιά, ιδίως στα εμπροσθογεμή πυροβόλα όπλα, κόκορας
- μολυσματική δερματική πάθηση που διαβρώνει τους ιστούς
λύνου, λύνουμι, ρήμα
- ξεσφίγγω, χαλαρώνω κάτι που είναι δεμένο, π.χ. λύνου του κόμπου
- ξεπερνώ τις δυσκολίες, π.χ. έλ(υ)σι του πρόβλημα
- ακυρώνω, π.χ. έλ(υ)σι τουν αρριβώνα
- δίνω λύση, τέλος σε κάτι, π.χ. έλ(υ)σαν τς διαφουρές τς
- (για ζώα) απαλλάσσω από το δέσιμο, π.χ. έλ(υ)σα του γμάρ’
- (μεταφορικά) α. παραλύω από φόβο ή συγκίνηση, π.χ. μ’ λύθκαν τα γόνατα β. γέλασα μέχρι λιποθυμίας στη φράση, λύθκα στα γιέλια γ. είμαι πανίσχυρος στη φράση λύνου κι δένου δ. είναι έτοιμος να καβγαδίσει ανά πάσα στιγμή, στη φράση έχ(ει) λ(υ)μένου του ζνάρ’ τ’ για καβγά
λύσσα η, ουσιαστικό
- αρρώστια των ζώων, ιδίως των σκυλιών
- (μεταφορικά) α. υπερβολική οργή, μανία, π.χ. τουν χτύπαγι μι λύσσα β. (επίρρημα) πολύ αρμυρό, π.χ. του φαΐ είνι/ε λύσσα
λ(υ)σσάου, ρήμα
- προσβάλλομαι από λύσσα, π.χ. να λ(υ)σσάξει
- (μεταφορικά) α. κυριεύομαι από σφοδρή επιθυμία, από πάθος, μανία β. διψάω πολύ
λ(υ)σσάρικου του, ουσιαστικό
το σκυλί που έχει προσβληθεί από λύσσα
λ(υ)σσουμανάου, ρήμα
μανιάζω
λ(υ)τός, -ή, -ό, επίθετο
- ο ελεύθερος από δεσμά, ο λυμένος
- χρησιμοποιώ όλα τα δυνατά μέσα, για να πετύχω κάτι, στη φράση βάνου λ(υ)τούς κι διμένους
λύχνους ου, ουσιαστικό
το λυχνάρι
λυώμι και λυέμι, ρήμα
λύνομαι, π.χ. λυώντι οι κόμπ’ ή λυώντι τα μάγια
λφάζου, ρήμα
μένω ακίνητος και σιωπηλός σε κάποιο μέρος από φόβο ανθρώπων ή θηρίων
Ετυμολογία
Προέρχεται από το μεσαιωνικό λωφάζω < αρχαίο λωφώ: σταματώ, αναπαύομαι
λώβα η, ουσιαστικό
- λέπρα
- βρόμα
- ξεδιάντροπη, ξετσίπωτη γυναίκα
Ετυμολογία
Προέρχεται από το αρχαίο λώβη: χλεύη, ατίμωση.
Μ
μαγαζί του, ουσιαστικό
- το παραδοσιακό παντοπωλείο
- το καφενείο
- (μεταφορικά) το άνοιγμα του αντρικού παντελονιού, στη φράση κλείσ’ τα μαγαζ(ι)ά σ’
μαγαρίζου, μαγαρίζουμι, ρήμα
- βρομίζω, λερώνω με ακαθαρσίες, χέζω, π.χ. του πιδί μαγαρίσκι
- (μεταφορικά) α. μιαίνω, μολύνω β. βεβηλώνω, παραβιάζω και μιαίνω κάτι που θεωρείται ιερό ή σεβαστό
μαγαρσ(ι)ά και μαγάρα η, ουσιαστικό
τα ανθρώπινα περιττώματα, η βρομιά
μάγγανα τα, ουσιαστικό
φασαρίες, καβγάδες, τσακωμοί
μαγγάν(ι) του, ουσιαστικό
- μηχάνημα που σφίγγει, πιέζει
- τροχαλία που γυρίζει για ανύψωση βαρών ή για άντληση νερού από πηγάδι
μάγγανου του, ουσιαστικό
το μάνταλο
μα(γ)ειριψ(ι)ά η, ουσιαστικό
η ποσότητα που χρειάζεται για ένα μαγείρεμα, π.χ. νια μα(γ)ειριψ(ι)ά φασλάκια
μα(γ)ιά η, ουσιαστικό
- υλικό που προκαλεί ζύμωση
- (μεταφορικά) το πρώτο και βασικό στοιχείο σε μία διαδικασία
μαγκιόρους ου, μαγκιόρα η, ουσιαστικό
ικανός, σπουδαίος
μαγκλαράς ου, ουσιαστικό
ψηλός και άχαρος άντρας
μαγκούφια τα, ουσιαστικό
έρημα
μαγκουφιασμένους, -ν(η), -ου, επίθετο
έρημος
μαγκούφκου του, ουσιαστικό
έρημο
μαγκούφ’ς ου, μαγκούφα η, ουσιαστικό
ο άνθρωπος που ζει μόνος του, ο κακομοίρης
μαγκφιά η, ουσιαστικό
μοναξιά, ερημιά
μαγκώνου και μαγγώνου, μαγκώνουμι, ρήμα
- σφίγγω, στερεώνω, π.χ. μάγκουσ’ του για να μη (γ)ξισύρ’
- παθαίνω εμπλοκή, π.χ. μάγκουσι του μηχάν(η)μα κι δε δλεύ(ει)
- πιάνω, παίρνω, συνώνυμο: τσακώνου, π.χ. μάγκουσι αυτά τα λι/εφτά κι στρίβι
4. μαγκώνουμι, αόριστος μαγκώθκα, έρχομαι σε δύσκολη θέση, φέρομαι αμήχανα, σφίγγομαι, π.χ. μόλις άκουσι όσα του ’πα μαγκώθκι
Μαγούλα η, ουσιαστικό
τοπωνύμιο στην περιοχή Λυγαριάς
μαδάου, μαδιώμι, ρήμα
- (μεταβατικό) α. αφαιρώ τα πούπουλα από πτηνό, ξεπουπουλιάζω β. τραβώντας τα κόβω τα φύλλα ή τα άνθη από φυτό
(αμετάβατο) πέφτουν οι τρίχες, τα μαλλιά
2. (μεταφορικά) αναγκάζω κάποιον να πληρώσει πολλά ή γενικά να υποστεί μεγάλη δαπάνη, π.χ. μας μάδσι
η ιφουρία
3. μαδιώμι, τραβάω τα μαλλιά μου, οδύρομαι, θρηνώ
μαδέρ’ του, ουσιαστικό
χοντρό δοκάρι για στήριξη πατώματος ή στέγης
μαειρειό του, ουσιαστικό
χώρος όπου παρασκευάζεται φαγητό
μαέρκου του, ουσιαστικό
το μαγειρείο, λαϊκό εστιατόριο
μάζουξ(η) η, ουσιαστικό
σύναξη ανθρώπων
μαζώνου και μαζεύου, μαζώνουμι και μαζεύουμι ρήμα
- συγκεντρώνω, αόριστος έμασα και μάζιψα, μαζεύκα και μαζώχκα προστακτική μάζιψι, μάσε και μαζέψ’
- παίρνω και συγκεντρώνω τον καρπό, π.χ. μαζεύου τς ιλιές
- συμμαζεύω, τακτοποιώ
- (μεταφορικά) συστέλλομαι, μαζεύομαι από ντροπή ή από φόβο, π.χ. τ’ τα ψαλα ένα χιράκ(ι) κι μαζώχκι
μαθέ(ς), μόριο
δηλαδή, λοιπόν, βέβαια
μαϊντανός ου, ουσιαστικό
- καρυκευτικό φυτό
- (μεταφορικά) για πρόσωπο που παρευρίσκεται παντού ή ανακατεύεται σε διάφορες υποθέσεις χωρίς να είναι αρμόδιο
μαΐρεμα του, ουσιαστικό
το μαγείρεμα
μαΐστρα η, ουσιαστικό
μάγισσα
μακάρ’, ευχετικό επιφώνημα
μακάρι, είθε
μακιδουνήσ’ του, ουσιαστικό
μαϊντανός
μάκια τα, ουσιαστικό
φιλί, δώσε ένα φιλί, π.χ. κάνι/ε μάκια τη μαμά
μακιλάρ’ς ου, ουσιαστικό
σφαγέας
μακιλειό του, ουσιαστικό
η σφαγή και γενικά ο φόνος πολλών ανθρώπων ή ζώων
μακιλεύω, μακιλεύουμι, ρήμα
- κόβω, σφάζω, σκοτώνω
- τραυματίζω
μάκου η, ουσιαστικό
γιαγιά
μακριούτσ(ι)κα, επίρρημα
λίγο μακριά
μάκρους του, ουσιαστικό
μήκος
μαλαγάνας ου, μαλαγάνα η, ουσιαστικό
πονηρός, κόλακας, πλανευτής, καταφερτζής
μαλαγανιά η, ουσιαστικό
η πονηριά, η παραπλάνηση, η εξαπάτηση, η κατεργαριά
μαλάζου, ρήμα
αγγίζω
μάλαμα του, ουσιαστικό
- ο χρυσός
- (μεταφορικά) ο άνθρωπος που έχει πολύ καλό χαρακτήρα
μαλαματένιους, -α, -ου, επίθετο
κατασκευασμένος από χρυσό
μαλαματώνω, ρήμα
- επιχρυσώνω κάτι, το κοσμώ με χρυσό
- αμείβω πλουσιοπάροχα
μαλιουβράσ(ι) του και μαλιουβράσ(η) η, ουσιαστικό
φασαρία, κακό
Ετυμολογία
Προέρχεται από βάλε βράσε > μάλε βράσε > μαλιουβράσ(ι)
μαλλάς ου, ουσιαστικό
έμπορος μαλλιών
μαλλί του, ουσιαστικό
- τρίχωμα ζώων
- στον πληθυντικό μαλλιά, το τρίχωμα που υπάρχει στο επάνω και πίσω μέρος του ανθρώπινου κεφαλιού
- (μεταφορικά) έχουμε την ικανότητα, τη γνώση και τον τρόπο, να χειριστούμε και να αντιμετωπίσουμε μια κατάσταση ή ένα πρόβλημα, στη φράση κι ιμείς τι κάνουμι; μαλλιά ξαίνουμι;
μαλλιαγράου, ρήμα
πιάνω στα χέρια μου κάτι, συνήθως μικρά πουλάκια
μαλλιάζου, ρήμα
- βγάζω τρίχες, βγάζω μαλλιά
- κουράστηκα να λέω ταίδια και τα ίδια, στη φράση μάλλιασ’ η γλώσσα μ’
μαλλιαρόκουλους ου, ουσιαστικό
(μεταφορικά) μεγάλη δυσκολία
μαλλίνα η, ουσιαστικό
φόρεμα, συνήθως ηλικιωμένων γυναικών
μαλλιουκέφαλα τα, ουσιαστικό
(μεταφορικά) χρωστάω, πληρώνω, ξοδεύω πάρα πολλά, στη φράση τα μαλλιουκέφαλα μ’
μαλλιουτραβιέμαι, ρήμα
τραβάει ο ένας τα μαλλιά του άλλου, μαλώνω με κάποιον
μαλλίσ(ι)ους, -α, -ου, επίθετο
μάλλινος
μαλλιώτα η, ουσιαστικό
μακρύ μάλλινο πανωφόρι με κουκούλα
μαλουσ(ι)άρα η, ουσιαστικό
αυτή που μαλώνει συνέχεια, που δημιουργεί συχνά καβγάδες, καβγατζού
μαλτέζα η, ουσιαστικό
είδος βελτιωμένης κατσίκας
μαλώνου, ρήμα
- επιπλήττω
- τσακώνομαι, καβγαδίζω
- για ανθρώπους που έχουν διακόψει τις σχέσεις τους και δε μιλιούνται, στη φράση είνι/ε μαλουμέν(οι)
μαμαλίγκα η, ουσιαστικό
πίτα με χυλό, χωρίς φύλλο
μαμούν(ι) του, ουσιαστικό
πολύ μικρό έντομο, ζωύφιο
μάμους ου, ουσιαστικό
φόβητρο για τα παιδιά
μάνα η, ουσιαστικό
- μητέρα
- πεθερά
- προσφώνηση για έκφραση οικειότητας και τρυφερότητας, π.χ. τι λες, μάνα μ’;
- αισχρή βρισιά, τς μάνας (η άμεση ανταπόδοσή της τς θκιας)
- ο βασικός παίχτης ή ο αρχηγός του παιχνιδιού
- για πρόσωπο πολύ ικανό, επιτήδειο, στου κ(υ)νήγ(ι) είνι/ε μάνα ή μανούλα
- πηγή άφθονου νερού
- το πιο μεγάλο, το κεντρικό, από τα κομμάτια με τα οποία γίνεται ένα ρούχο
μανάλ(ι) του, ουσιαστικό
το μανουάλι
μανάρ’ του ουσιαστικό
- το αρνί που το τρέφουν με πολλή φροντίδα, θρεφτάρι
- (μεταφορικά) χαϊδευτική προσφώνηση για αγαπημένο πρόσωπο, ιδίως παιδί
- (μεταφορικά) θαυμαστικό επιφώνημα σε ωραία, άγνωστη γυναίκα, στη φράση μανάρα μ’!
μαναρίζω, ρήμα
περιποιούμαι κάποιον με ιδιαίτερη φροντίδα
μαναστήρ’ του, ουσιαστικό
το μοναστήρι
μαναχά, επίρρημα
μόνο
μαναχός, -ή και -ιά, -ό, επίθετο
μόνος
μαναχουδυχατέρα και μουναχουδυχατέρα η, ουσιαστικό
μοναχοκόριτσο
μαναχουσύν(η) η, ουσιαστικό
μοναξιά
μαναχούτσκους, -ια, -ου, επίθετο
μοναχούλης, ολομόναχος
μανέστρα η, ουσιαστικό
- είδος ζυμαρικού, κριθαράκι
- ματαιώθηκε το σχέδιο, στη φράση χάλασι η μανέστρα
μάνητα η, ουσιαστικό
- οργή, μεγάλος θυμός
- μανία
-μάν(ι), επίθημα
για δήλωση μεγάλου πλήθους ή μεγάλης ποσότητας, π.χ. ανθρουπουμάν(ι), κουρτσουμάν(ι)
μάνι μάνι, επιρρηματική έκφραση
πολύ γρήγορα, βιαστικά
μανιά η, ουσιαστικό
η γιαγιά
μανία η, ουσιαστικό
- πείσμα, επιμονή
- έντονη αγάπη για κάτι και υπερβολική ενασχόληση με αυτό, πάθος
μανιαβέλα η, ουσιαστικό
μοχλός που με περιστροφή βάζει μπροστά τη μηχανή
μανιάζου και μανιώνου, ρήμα
- κατέχομαι από μανία, κυριεύομαι από θυμό, οργίζομαι
- (για τα στοιχεία της φύσης) μαίνομαι, αγριεύω
μανίκ(ι)
- το μανίκι, το τμήμα του ρούχου που καλύπτει το χέρι
- (μεταφορικά) α. δύσκολη δουλειά, συνώνυμο: παλούκ(ι) β. η σεξουαλική πράξη
μαν(ι)κώνου, ρήμα
ράβω τα μανίκια στην κάπα ή σε άλλο χοντρό ρούχο
μανιτζίβιλους, -λ(η), -ου, επίθετο
εύκολος στο χειρισμό, π.χ. μανιτζίβιλου εργαλείου
μανιώνου και μανιάζου, ρήμα
- κυριεύομαι από θυμό και πείσμα, παραφέρομαι
- (για τα στοιχεία της φύσης) αγριεύω, γίνομαι ορμητικός
μανούρ’ του, ουσιαστικό
κεφαλοτύρι
μανουσάκια τα, ουσιαστικά
λουλούδια που αναδίδουν ωραίο άρωμα
μανταλίδ’ του, ουσιαστικό
τούβλο από ψημένο πηλό ή θραύσμα του
μάνταλους ου και μάνταλου του, ουσιαστικό
εξάρτημα που χρησιμοποιείται για να ασφαλίζει τις πόρτες ή τα παράθυρα
μανταλώνω, ρήμα
κλείνω την πόρτα με μάνταλο
μαντάν(ι) του, ουσιαστικό
ξύλινο υδροκίνητο μηχάνημα για την κατεργασία των μάλλινων υφασμάτων με χτύπημα, ώστε να αποκτήσουν συνοχή
μαντανία η, ουσιαστικό
μάλλινο κρεβατοσκέπασμα, κουβέρτα
μαντάρα η, ουσιαστικό άκλιτο
- αναστάτωση, διάλυση, π.χ. τα έκανι/ε μαντάρα
- αποτυχία
μαντάτου του, ουσιαστικό
είδηση, συνήθως κακή, συνώνυμο: χαμπέρ(ι)
μαντζαφλάρ’ του, ουσιαστικό
αντικείμενο που δεν μπορούμε να το αναφέρουμε με το όνομά του ή αντικείμενο άχρηστο
μαντζούν(ι) του, ουσιαστικό
γλειφιτζούρι
μαντζουράνα η, ουσιαστικό
αρωματικό φυτό
μαντήλα η, ουσιαστικό
κομμάτι από ύφασμα που χρησιμοποιείται από τις γυναίκες για την κάλυψη του κεφαλιού, συνώνυμο: μπόλια
μαντήλ(ι) του, ουσιαστικό
- μικρό τετράγωνο κομμάτι από λεπτό ύφασμα που χρησιμοποιείται για το σκούπισμα του προσώπου και ιδίως της μύτης
- τετράγωνο κομμάτι από ύφασμα που χρησιμοποιείται ιδίως από τις γυναίκες για την κάλυψη του κεφαλιού
- το ξίγκι που περιβάλλει το εσωτερικό τοίχωμα της κοιλιάς και τα περισσότερα κοιλιακά σπλάχνα των σφαγμένων ζώων
μαντήλουμα του, ουσιαστικό
η ενέργεια του “μαντλώνου”
μαντιψ(ι)ά η, ουσιαστικό
σωστή πρόβλεψη
μαντλώνου, ρήμα
ως νύφη δίνω δώρα στην παρέα του γαμπρού στα τελειώματα ή στους αρραβώνες
μαντράχαλους και μαντραχαλάς ου, ουσιαστικό
- έφηβος ή νέος άντρας πολύ μεγαλόσωμος, πληθυντικός μαντραχαλάδις
- λέγεται για κάποιον που συμπεριφέρεται με τρόπο που δεν ταιριάζει στην ηλικία του, π.χ. κουτζάμ μαντράχαλους κι κάν(ει)ς τέτοια πράματα!
μαντρί του, ουσιαστικό
περιφραγμένος χώρος, όπου φυλάσσονται τα ζώα του κοπαδιού
μαντρόσκ(υ)λου του, ουσιαστικό
- σκύλος που φυλάει το κοπάδι
- (μεταφορικά) άνθρωπος που του έχουν αναθέσει να επιτηρεί άλλους
μαντρώνου, ρήμα
- κλείνω ζώα σε μαντρί
- περιορίζω κάποιον
μαξ(ι)λάρ’ του, ουσιαστικό
το μαξιλάρι, συνώνυμο: προυσκέφαλου
μαξούλ(ι) του, ουσιαστικό
προϊόν, εισόδημα, όφελος
μάπα η, ουσιαστικό
πρόσωπο, μούρη
μάπας ου, ουσιαστικό
βλάκας, ανάξιος λόγου άνθρωπος
μαραγκιάζου, ρήμα
μαραίνομαι, ζαρώνω
μαραγκός ου, ουσιαστικό
ο ξυλουργός
μαράζ(ι) του, ουσιαστικό
στενοχώρια που προέρχεται ιδίως από ανεκπλήρωτη επιθυμία
μαραζ(ι)άρς ου, ουσιαστικό
αρρωστιάρης, που πάσχει από χρόνια νόσο
μαραζώνου και μαραζιάζου, ρήμα
υποφέρω από μαράζι
μαραίνου, μαραίνουμι, ρήμα
- (για φυτό) κάνω να χάσει τη φυσική του μορφή λόγω έλλειψης νερού, αόριστος μαράθκα, συνώνυμα: πανιάζου, μαραγκιάζου
- (μεταφορικά) α. κάνω κάτι ή κάποιον να χάσει τη ζωντάνια του, την ομορφιά του β. για πράγμα όχι απόλυτα αναγκαίο, π.χ. τα στουλίδια μας μάραναν
- μαραίνομαι, στενοχωριέμαι
μαραφέτ’ του, ουσιαστικό
πράγμα, εργαλείο, σιδερικό
μαργιόλους ου, μαργιόλα η, ουσιαστικό
πονηρός, κατεργάρης
μάργουμα του, ουσιαστικό
κρύωμα
μαργώνου, ρήμα
κρυώνω
μαρή και μουρή, επιφώνημα
προσφώνηση σε γυναίκα
μάρκα η, ουσιαστικό
- σήμα προϊόντος
- έξυπνος άνθρωπος
μαρκαλάου, μαρκαλιέμι και μαρκαλιώμι, ρήμα
γίνομαι επιβήτορας, ζευγαρώνω με το θηλυκό, λέγεται μόνο για γιδοπρόβατα, συνώνυμο: βατεύου
μαρκάλους ου, ουσιαστικό
- το μαρκάλισμα, η γονιμοποίηση των θηλυκών αιγοπροβάτων από τα αρσενικά για την αναπαραγωγή
- η εποχή που τα γιδοπρόβατα μαρκαλιένται
μάρκους ου, ουσιαστικό
μουλάρι
μαρκούτσ(ι) του, ουσιαστικό
- ο σωλήνας του ναργιλέ από τον οποίο περνάει ο καπνός
- για κάθε μακρουλό αντικείμενο, ιδίως εξάρτημα
μαρμάγκα η, ουσιαστικό
είδος δηλητηριώδους αράχνης
μαρμάζου, ρήμα
- φέγγω, λάμπω, λαμποκοπάω, αστράφτω, στον αόριστο μάρμαξα
- φοβούμαι, τρομάζω
Ετυμολογία
Με την πρώτη σημασία προέρχεται από το αρχαίο μαρμαίρω: φέγγω, λάμπω, ακτινοβολώ (ομόρριζη είναι και η λέξη μάρμαρο).
Με τη δεύτερη σημασία προέρχεται, πιθανόν, από το αρχαίο Μορμώ: τέρας που χρησιμοποιούνταν ως φόβητρο των παιδιών.
μαρόνια τα, ουσιαστικό
είδος κάστανου
μαρούδα η, ουσιαστικό
υφαντή σάκα μέσα στην οποία τα παιδιά έβαζαν τα βιβλία και τα σχολικά τους είδη
μαρσάρου, ρήμα
- πατάω πολύ το γκάζι του αυτοκινήτου
- (μεταφορικά) επιταχύνω
μαρτράου, ρήμα
- μαρτυρώ, φανερώνω, αποκαλύπτω μυστικό
- ταλαιπωρούμαι, υποφέρω πολύ, βασανίζομαι
Μάρτ’ς ου, κύριο ουσιαστικό
- ο Μάρτιος
- για χειμώνα και τσουχτερό κρύο τον Μάρτη που ανάγκαζε σε κάψιμο παλουκιών από τους φράχτες για θέρμανση, στην παροιμιώδη φράση Μάρτ’ς γδάρτ’ς κι κακός παλουκουκαύτ’ς
μάρτ’ς, ουσιαστικό
η κόκκινη κλωστή που έβαναν οι παλιότεροι στον καρπό του χεριού των μικρών παιδιών, για να μην τα μαυρίζει ο ήλιος
μαρτυριά η, ουσιαστικό
ομολογία
μάσα η, ουσιαστικό
- το φαΐ
- (μεταφορικά) το μεγάλο οικονομικό κέρδος
μασάου, ρήμα
- μασώ, τρώω
- (μεταφορικά) α. δε μιλώ καθαρά προσπαθώντας να αποκρύψω κάτι, στη φράση μασάου τα λόγια μ’ β. δεν πιστεύω, δεν πείθομαι, στη φράση δε μασάου
μασ(ι)ά η, ουσιαστικό
τσιμπίδα για τα αναμμένα κάρβουνα
μάσ(ι)μου του, ουσιαστικό
μάζεμα
μασκάλ(η) και αμασκάλ(η) η, ουσιαστικό
η μασχάλη
μασκαράς ου, ουσιαστικό
- ο μεταμφιεσμένος λόγω αποκριάς
- ο άνθρωπος που διακρίνεται για την απρεπή συμπεριφορά του, ο γελοίος
μασκαρλίκ(ι) του, ουσιαστικό
γελοία και ντροπιαστική πράξη
μασούρ’ του, ουσιαστικό
- νήμα ή κλωστή μαζεμένη έτσι ώστε να σχηματίζει κύλινδρο
- χαρτονομίσματα τυλιγμένα
μαστάρ’ του, ουσιαστικό
το μαστάρι, ο μαστός
μαστέλο του, ουσιαστικό
δοχείο
μαστραπάς ου, ουσιαστικό
δοχείο νερού, κανάτα
μαστρουχαλαστής ου, ουσιαστικό
(ειρωνικά) για κάποιον που, αντί να φτειάχνει, αντί να επισκευάζει, χαλάει
μάτ’ του, ρήμα
- το μάτι, ο οφθαλμός
- μάτιασμα, βασκανία
- πηγή από την οποία αναβλύζει μεγάλη ποσότητα νερού
- μπροστινή δίοδος, έξοδος
- (μεταφορικά) α. επιθυμώ να αποκτήσω κάτι, στη φράση του βάνου στου μάτ’ β. θέλω να βλάψω κάποιον, στη φράση τουν βάνου στου μάτ’ γ. ενοχλώ ή προκαλώ κάποιον στη φράση, μπαίνου στου μάτ’ δ. δείχνω ευνοϊκή η δυσμενή διάθεση, στη φράση τουν βλέπου μι καλό ή μι κακό μάτ’ ε. βλέπω κάποιον με καχυποψία ή με εχθρότητα, στη φράση τουν βλέπου μι μπ’σό μάτ’ στ. για προσποιητή συμπεριφορά, στη φράση για τα μάτια τ’ κόσμ’ ζ. για κάποιον που θεωρώ οτι δεν έχει τα απαιτούμενα προσόντα, στη φράση δε μ’ γιμίζ(ει) του μάτ’ η. προσπαθώ να παραπλανήσω, να ξεγελάσω κάποιον, στη φράση ρίχνου στάχτ’ στα μάτια τ’ θ. για πρόχειρο υπολογισμό, εκτίμηση, στη φράση μι του μάτ’ ι. προσποιούμαι ότι δε βλέπω κάτι, ανέχομαι, στη φράση κάνου τα στραβά μάτια ια. για κάποιον που η εντύπωση που σου δίνει είναι κατώτερη από αυτό που πραγματικά είναι, που πραγματικά αξίζει, στη φράση δεν του (μ)πιάν(ει) του μάτι σ’ ιβ. κάποιος χάνει την εκτίμηση που έχω γι’ αυτόν, στη φράση έπισι στα μάτια μ’ ιγ. είδα, στη φράση, του (μ)πήρι του μάτι μ’ ιδ. για κάποιον που είχε πολύ καιρό να εμφανιστεί, στη φράση μαύρα μάτια κάναμι να σι δούμι ιδ. για κάτι που έχω στερηθεί πολύ και το επιθυμώ έντονα, στη φράση μαύρισι του μάτι μ’ ιε. είναι ολοφάνερο, στη φράση βγάν(ει) μάτ’ ιστ. με τις άστοχες ενέργειές έγινα ο κύριος υπαίτιος της καταστροφής μου, στη φράση μαναχός μ’ έβγαλα τα μάτια μ’ ιζ. έρχομαι σε σεξουαλική επαφή, στη φράση βγάνου τα μάτια μ’ ιη. πεθαίνω, στη φράση κλείνου τα μάτια μ’
- έκφραση αγάπης, τρυφερότητας και εγκαρδιότητας στην προσφώνηση μάτια μ’
Ετυμολογία
Προέρχεται από το αρχαίο όμμα (οφθαλμός) > ομμάτιον (υποκοριστικό) > μάτι.
μάτα-, πρόθημα
(ως πρώτο συνθετικό) ξανά, π.χ. δε (ν)του ματαλέου
ματιάζου, ρήμα
- βασκαίνω
- σημαδεύω
ματίζου, ρήμα
προεκτείνω ένα σκοινί δένοντάς το με άλλο κομμάτι σκοινιού
ματουτσίνουρου του, ουσιαστικό
βλεφαρίδα
ματσαράγκας ου, ουσιαστικό
κατεργάρης, απατεώνας, μπαγαπόντης
ματσαραγκιά η, ουσιαστικό
απάτη, κατεργαριά, μπαγαποντιά
ματσ(ι)αλάου, ματσαλιέμι, ρήμα
μασάω
ματσκιά η, ουσιαστικό
χτύπημα με ματσούκι
ματσκώνου, ρήμα
χτυπώ κάποιον ή κάτι με τη ματσούκα
ματσό ο, η, άκλιτο
που έχει πολλά λεφτά
μάτσου του, ουσιαστικό
- δέσμη λεπτών πραγμάτων
- δέσμη χαρτονομισμάτων
ματσούκ(ι) και ματσούκα η, ουσιαστικό
- σχετικά μακρύ και λεπτό κυλινδρικό κομμάτι ξύλου, κυρίως για στήριξη κατά το περπάτημα
- ο ξυλοδαρμός με ματσούκι, π.χ. ματσούκ(ι) π’ τ’ χρειάζιτι!
ματσώνουμι, ρήμα
αποκτώ πολλά χρήματα, μετοχή ματσουμένους, -η, που έχει πολλά λεφτά
ματώνου, ρήμα
- βγάζω αίμα
- σφάζω
- (μεταφορικά) υποφέρω, βασανίζομαι
μαυραγάν(ι) του, ουσιαστικό
είδος σιταριού
μαυριδιρός, -ή, -ό, επίθετο
μελαχρινός, μελαμψός
μαυρόι και μαυρόειου του, ουσιαστικό
χωράφι με σκούρο, σε απόχρωση του μαύρου, χώμα
μαυρουμάν(ι)κου του, ουσιαστικό
μαχαίρι που έχει μαύρη λαβή
μαυρουμύτα η, ουσιαστικό
πένα
Μαυρουνέρ’ του, ουσιαστικό
τοπωνύμιο στην περιοχή Λυγαριάς
μαύρους, -ρ(η), -ου, επίθετο
- μαύρος
- σκουρόχρωμος
- (μεταφορικά) α. κακομοίρης, δύστυχος β. φεύγω οριστικά και συνήθως απογοητευμένος, στη φράση ρίχνου μαύρ’ πέτρα γ. ο πολύ δυσάρεστος, π.χ. μαύρ’ η ώρα δ. είμαι κακόκεφος, λυπημένος, στη φράση έχου ή είμι τς μαύρις μ’
μαυρουτσούκαλου του, ουσιαστικό
παιδί μαύρο και άσχημο
μαχαίρ’ του, ουσιαστικό
- το μαχαίρι
- (μεταφορικά) α. έχω εχθρικές σχέσεις, στη φράση είμι στα μαχαίρια β. επιδεινώνεται η κατάσταση, έτσι ώστε να μην υπάρχει άλλο περιθώριο υπομονής, στη φράση έφτασι του μαχαίρ’ στου κόκαλου
μαχαλάς ου, ουσιαστικό
η γειτονιά, η συνοικία
μάχητα η, ουσιαστικό
έχθρα, φιλονικία
μαχιριά η, ουσιαστικό
χτύπημα με μαχαίρι
μαχμουρλής ου, ουσιαστικό
νυσταλέος, νωθρός
μέγας ου, ουσιαστικό
δυτικός άνεμος
μεϊντάν(ι) του, ουσιαστικό
ανοιχτός χώρος, τόπος πολυσύχναστος, αγορά, πλατεία, εξοχή
μέλ(ι) του, ουσιαστικό
- το προϊόν των μελισσών
- (μεταφορικά) α. για κάτι πολύ γλυκό, π.χ. τα σύκα είν/ε μέλ(ι) β. χρειάζεται κόπος και χρόνος για να κατορθώσει κανείς κάτι, στη φράση αγάλια αγάλια γίνεται η αγουρίδα μέλ(ι) γ. μιλά με καλοσύνη, στη φράση στάζ(ει) η γλώσσα τ’ μέλ(ι) δ. για αρμονικές ανθρώπινες σχέσεις, ιδίως ύστερα από σχετική διατάραξη, στη φράση μέλ(ι) γάλα
μέλ(ι)σσα η, ουσιαστικό
- η μέλισσα
- (μεταφορικά) άνθρωπος εργατικός
- παιχνίδι, πιρνάει πιρνάει η μέλ(ι)σσα
μέν(η) η, ουσιαστικό
το εργαλείο με το οποίο οι καπνοπαραγωγοί πατούσαν τις αρμάθες με τα ξερά φύλλα καπνού και έφτιαχναν τα δέματα
Ετυμολογία
Προέρχεται από τη λέξη μέγγενη > μέγγνη > μέν(η).
μένου, ρήμα
απομένω, υπάρχω ως υπόλοιπο, αόριστος έμκα, π.χ. μο ’μκαν λίγα λι/εφτά
μεράζου, μεράζουμι ρήμα
μοιράζω, αόριστος μέρασα
μερασ(ι)ά η, ουσιαστικό
η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μοιράζω
μέρασμα του, ουσιαστικό
μοιρασιά
μέρους του, ουσιαστικό
το αποχωρητήριο, ο καμπινές, η τουαλέτα
μερτικό του, ουσιαστικό
μερίδιο
μέσα τα, ουσιαστικό
τα εντόσθια σφαχτού
μέτ’ μουαμέτ’, επιρρηματική έκφραση
αμέτι μουχαμέτι, οπωσδήποτε, ντε και καλά
μέτρους ου, ουσιαστικό
μέτρημα, αρίθμηση
μηλαδέρφι του, ουσιαστικό
ο ετεροθαλής αδερφός ή αδερφή
μηλίγγι του, ουσιαστικό
το μηνίγγι, ο κρόταφος
μηλιγγίτιδα η, ουσιαστικό
μηνιγγίτιδα
μήλου του, ουσιαστικό
- το μήλο
- η προεξοχή στο μπροστινό μέρος του αντρικού λαιμού
μηναίου του, ουσιαστικό
το μηνιάτικο, το χρηματικό ποσό που αντιστοιχεί σε ένα μήνα
μηνάου, ρήμα
- στέλνω μήνυμα
- κάνω μήνυση, μηνύω
μήνας ου, ουσιαστικό
ο μήνας, γεν. ενικού μηνού, πληθυντικός ονομ. μήνοι, αιτιατ. μήνους
μιανού, αόριστο άρθρο ή αντωνυμία
ενός, κάποιου
Μιγαλοβδόμαδου του, ουσιαστικό
η Μεγάλη εβδομάδα
μιγαλουδύναμους ου, ουσιαστικό
ο Θεός
μιγαλουπιάνουμι, ρήμα
επιδιώκω να φαίνομαι ανώτερος από ό,τι είμαι, ιδίως από κοινωνική άποψη
μιγαλουφαμπλίτ’ς ου, ουσιαστικό
αυτός που έχει μεγάλη φαμελιά, οικογένεια με πολλά παιδιά
μιγαλουφέρνου, ρήμα
- φαίνομαι μεγαλύτερος από την ηλικία μου, συνώνυμο: μιγαλουδείχνου
- αν και μικρός, συμπεριφέρομαι σαν μεγάλος
μιδούλ(ι) του, ουσιαστικό
το μεδούλι, ο μυελός των οστών
μιζές ου, ουσιαστικό
- μικρό κομμάτι από νόστιμο φαγώσιμο
- (μεταφορικά) κοροϊδεύουν, περιγελούν κάποιον, στη φράση του (μ)πήραν στου μιζέ
μικρουμάνα η, ουσιαστικό
γυναίκα με μικρό παιδί
μικρουφέρνω, ρήμα
- φαίνομαι μικρότερος στην ηλικία απ’ ό,τι πραγματικά είμαι, συνώνυμο: μικρουδείχνου
- αν και σε μεγάλη ηλικία, συμπεριφέρομαι σαν μικρός
μιλάτου του, ουσιαστικό
αβγό που δεν έχει βράσει καλά και δεν έχει σφίξει
μιλίγρα η, ουσιαστικό
είδος εντόμου, βλαβερού για τα φυτά στα οποία κολλάει
μιλιέτ’ του, ουσιαστικό
φυλή, ράτσα
μιλι/ετάου, ουσιαστικό
αναφέρομαι στην κουβέντα σε κάποιον που είναι απών
μιλιούνια τα, ουσιαστικό
άπειροι, αναρίθμητοι
μιλισσουχόρταρου του, ουσιαστικό
βοτάνι
μιλίχλουρους, -ρ(η), -ου, επίθετο
που είναι ακόμα χλωρός, τρυφερός και δεν έχει γίνει ξηρός και σκληρός
μίνια και μνια και νια, αόριστο άρθρο ή αντωνυμία ή αριθμητικό
μια, π.χ. νια βουλά είνι/ε η λι/εβιντιά κι νια βουλά τα νιάτα
μιρ μιρ ή γκιρ μιρ
η κλάψα, η διαρκής μουρμούρα, η μίρλα
μιράδ’ και μεράδ’ του, ουσιαστικό
μέρος, κομμάτι ενός όλου
μερίδιο, μερτικό
μιράκ(ι) του, ουσιαστικό
- έντονη επιθυμία, αγάπη για κάτι, πόθος
- καημός
- κέφι, χαρούμενη διάθεση
μιρακλής ου, ουσιαστικό
αυτός που χαρακτηρίζεται από έντονη αγάπη και φροντίδα για κάτι
μιρακλώνου, μιρακλώνουμι, ρήμα
έρχομαι στο κέφι
μιρέλ(η)ς και μιριλός ου, ουσιαστικό
αφηρημένος, χαζός
μιριά η, ουσιαστικό
- μέρος, τοπικό σημείο, π.χ. σι ποια μιριά το βαλι/ες;
- η μία από τις δύο πλευρές
- φορτίο που μπαίνει σε καθεμιά από τις δύο πλευρές του σαμαριού του ζώου
- (μεταφορικά) για κάτι που επιδεινώνεται, στη φράση γίνι/ετι η μιριά φόρτουμα
μιριάζου, ρήμα
- παραμερίζω, κάνω στην άκρη, κάνω τόπο να περάσει κάποιος, συνώνυμο: αναμιράου
- ισοζυγιάζω το φορτίο του ζώου σε δύο μεριές
μιριλιάζου, ρήμα
έχω αποχαυνωθεί, έχουν παραλύσει οι σωματικές και διανοητικές δυνάμεις μου
μιριμέτ(ι) του, ουσιαστικό
μικροεπισκευή
μιριμιτάου, ρήμα
επιδιορθώνω μικρή βλάβη
μίρλα η, ουσιαστικό
διαρκής κλάψα, μουρμούρα, μεμψιμοιρία
μιρμιγκουφάους ου, ουσιαστικό
πουλί που τρώει τα μυρμήγκια που υπάρχουν στους κορμούς των δέντρων
μιρμιράου και μιρμιρίζου
- το βασανίζω, το παιδεύω το παραζαλίζω για να κάνω κάτι ή για να πάρω κάποια απόφαση
- γκρινιάζω, παραπονιέμαι από κακομοιριά
μιρουδούλ(ι) του, ουσιαστικό
- δουλειά μιας ημέρας, μεροκάματο
- μεροκάματο που αρκεί μόνο για τα έξοδα της μέρας, στη φράση μι/ερουδούλ(ι) μιρουφάι
μιρουκάματου του, ουσιαστικό
αμοιβή για δουλειά μιας ημέρας
μιρουμένος, -ν(η), -ου, επίθετο
εξημερωμένος, ήμερος
μιρτ(ι)κό του, ουσιαστικό
μερτικό, μερίδιο
μιρώνου και μιρεύω, ρήμα
- (μεταβατικό) εξημερώνω, ημερεύω,
- (αμετάβατο) γίνομαι ήμερος, π.χ. τ’ αγρίμια κι μιρώνουν
- ηρεμώ, ησυχάζω
μισάλ(ι) του, ουσιαστικό
- το τραπεζομάντηλο
- πανί που σκέπαζαν στην πινακωτή τα άψητα ψωμιά
μισάντρα η, ουσιαστικό
- εσωτερική πόρτα
- ντουλάπι, μπουφές
μισαριά η, ουσιαστικό
άσπαρτο χωράφι ανάμεσα σε δυο σπαρμένα
μισ(ι)άζου, ρήμα
βρίσκομαι στη μέση, π.χ. ου μήνας μέσιασι
μισ’μέρ’ του, ουσιαστικό
το μεσημέρι
μισ’μιριάζου, ρήμα
- με βρίσκει κάπου ή κάνοντας κάτι το μεσημέρι
- (απρόσωπο) μισ’μέριασι, έφτασε μεσημέρι
μιτά, επίρρημα
μετά, ύστερα, αργότερα
μιταλαβαίνου, ρήμα
παίρνω τη Θεία Κοινωνία, κοινωνώ
μιταλαβιά η, ουσιαστικό
λήψη της Θείας Κοινωνίας
μιτιρίζ’ του, ουσιαστικό
οχύρωμα, συνώνυμο: ταμπούρ’
μιτός ου, ουσιαστικό
εμετός
μίτους ου, ουσιαστικό
το νήμα του μιταριού
μ’ντζαλώνου, ρήμα
μουντζαλώνω, κάνω μελανιές
μνυαλό του, ουσιαστικό
- το μυαλό, ο εγκέφαλος
- νους, σκέψη, κρίση, φρόνηση, σύνεση
- (μεταφορικά) α. είναι ευφυής, επινοητικός, στη φράση γιννάει του μνυαλό τ’ β. τρελάθηκε, στη φράση έχασι τα μνυαλά τ’ γ. επιθυμεί και επιδιώκει τα ανέφικτα ή υπερεκτιμά τις δυνάμεις του και γίνεται αλαζόνας, στη φράση πήραν τα μνυαλά τ’ αέρα δ. του ενέπνευσε σφοδρό έρωτα, στη φράση τ’ πήρι τα μνυαλά ε. ωριμάζω, στη φράση πήζ(ει) του μνυαλό μ’ στ. για κάποιον που είναι ανόητος, στη φράση μνυαλό κουκούτσ(ι) ζ. για κάποιον που μιλά ασυνάρτητα και ανόητα, στη φράση τα μνυαλά τ’ κι νια λίρα
μοιάζου, ρήμα
- ταιριάζω, αξίζω, π.χ. δε ντου μοιαζι τέτοια γ(υ)ναίκα
- είμαι όμοιος
μοίρα η, ουσιαστικό
- πεπρωμένο, αυτό που έχει οριστεί για τον καθένα από τις μοίρες
- (μεταφορικά) α. για παθητική αντιμετώπιση μιας δύσκολη κατάστασης, στη φράση κλαίει τη μοίρα τ’ β. δεν έχει κανένα στήριγμα, καμιά προστασία στη ζωή στη φράση, δεν έχ(ει) στουν ήλιου μοίρα γ. για άνθρωπο φτωχό και κακότυχο, στη φράση όπ’ φτουχός κι η μοίρα τ’
μοιραίνου, ρήμα
(για τις μοίρες) καθορίζουν την τύχη ενός προσώπου, ιδίως κατά την ώρα της γεννησής του
μόκου, επιφώνημα
σιωπή, σκασμός, τσιμουδιά, βούλωσ’ το, στη φράση κάνι/ε μόκου!
μόλεμα του, ουσιαστικό
- μόλυνση, μίανση
- (μεταφορικά) μίασμα, αυτός που προκαλεί ηθική μόλυνση
μόλτσα η, ουσιαστικό
- ο σκόρος
- (μεταφορικά) ενοχλητικός άνθρωπος
μόμουλου του, ουσιαστικό
- μικρό παιδί, νήπιο
- (μεταφορικά) ο άχρηστος, ο τιποτένιος
μόρα η, ουσιαστικό
βραχνάς, είδος εφιάλτη, “υπνική παράλυση”
μόσκους ου, ουσιαστικό
αρωματικό φυτό
μόστρα η, ουσιαστικό
- επίδειξη, φιγούρα
- πρόσοψη
Μότσιου η, ουσιαστικό κύριο
βρύση στη Λυγαριά
Ετυμολογία
Προέρχεται, πιθανόν, από τη σλάβικη λέξη μότσιου, που σημαίνει άφθονο νερό.
μουβόρους ου, ουσιαστικό
αιμοβόρος, πολύ σκληρός, πολύ κακός, μοχθηρός, απάνθρωπος
μούγγα η και μουγγαμάρα η, ουσιαστικό
απόλυτη σιωπή
μούηδι, σύνδεσμος
ούτε
μουλεύου, μουλεύουμι, ρήμα
μολύνω
Ετυμολογία
Προέρχεται από το μολύνω, με επίδραση του νοθεύω (μολ- + εύω).
μουλιάζου, ρήμα
μουσκεύω, μαλακώνω
μούλ(ι)κου του, ουσιαστικό
νόθο, εξώγαμο παιδί, συνώνυμο: μπάσταρδου
μουλουγάου, ρήμα
- λέω, αφηγούμαι, εξιστορώ
- μαρτυρώ, φανερώνω, προδίνω
μούλους ου, μούλα η, ουσιαστικό
αρσενικό και θηλυκό μουλάρι (προέρχεται από διασταύρωση φοράδας με γάιδαρο ή γαϊδούρας με άλογο)
μουλουχτός, -ή, -ό, επίθετο
ύπουλος
μουλόχα η, ουσιαστικό
φυτό με άνθη
μουλύβ(ι) του, ουσιαστικό
- το μολύβι, που χρησιμοποιείται για γράψιμο
- το μέταλλο μόλυβδος
- βόλι
μουμούδ’ του και μουμούν(ι) του, ουσιαστικό
ζωύφιο
μούμτζας ου, ουσιαστικό
μεγάλο έντομο
μουνάντιρους ου, ουσιαστικό
αχόρταγος
μουναχουγιός ου, ουσιαστικό
το αγόρι που είναι μοναχοπαίδι
μουναχουπαίδ’ του
το μοναδικό παιδί μιας οικογένειας
μουνέδα η, ουσιαστικό
νόμισμα
μουνιάζου, ρήμα
συμφιλιώνομαι
μουνουβύζα η, ουσιαστικό
προβατίνα ή γίδα με ένα βυζί
μουνουκουπανιά η, ουσιαστικό και επίρρημα
- χτύπημα με έναν κόπανο, μεμιάς, μια κι έξω, σε αντίθεση με το διπλουκουπανιά, με δύο κόπανους
- (για ποτό) μονορούφι
μουνουμιρίς, επίρρημα
στη διάρκεια μιας μέρας
μουνουπάτ’ του, ουσιαστικό
το μονοπάτι, στενό δρομάκι στο οποίο χωράει να περπατήσει μόνο ένας άνθρωπος
μούνους ου, ουσιαστικό
αιδοίο
μουνουχάου και μουνουχίζου, ρήμα
ευνουχίζω ζώο
μουνούχ(ι) του, ουσιαστικό
ευνουχισμένο ζώο
μουντάρου, ρήμα
ορμάω, χυμάω
μουντζούφλ(η)ς ου, ουσιαστικό
σκυθρωπός, κατηφής, κατσούφης
μούρ’ η, ουσιαστικό
- πρόσωπο, μούτρο
- (μεταφορικά) ανακατεύομαι απρόσκλητος σε ξένες υποθέσεις, στη φράση χώνου τη μούρη μ’
μούρα η, ουσιαστικό
ο καρπός της μουριάς, πληθυντικός οι μούρις
μούργα και μούρκα η, ουσιαστικό
το κατακάθι του λαδιού
μουργέλα η, ουσιαστικό
βαριεστημάρα, τεμπελιά, σπαρίλα
μούργους ου, ουσιαστικό
- άγριο τσοπανόσκυλο
- (μεταφορικά) ο ακόλαστος, ο θρασύς
μουρέ, μουρή και μαρή, επιφώνημα
προσφώνηση για άντρα και για γυναίκα, που, ανάλογα με τα συμφραζόμενα, μπορεί να εκφράζει έκπληξη, θαυμασμό, παράκληση ή αγανάκτηση, π.χ. τι λες, μουρέ;
μούρκους ου, μούρκα η, ουσιαστικό
- είδος σκύλου, ο μούργος
- βρόμικος, λερωμένος
μουρλός, -ή, -ό, επίθετο
- τρελός, ανισόρροπος, παλαβός
- (μεταφορικά) λέγεται για περιπτώσεις στις οποίες υπάρχει αναστάτωση, θόρυβος ή κοσμοσυρροή, στη φράση γίν/ετι τς μουρλής
μουρντάρς ου, ουσιαστικό
ο πονηρός, άνθρωπος που έχει κλίση σε ανήθικες πράξεις, ο γυναικάς
μουρντάτ’ς, ουσιαστικό
αλλόθρησκος, άπιστος
μουρντζόβλαχους ου, ουσιαστικό
αγροίκος, άξεστος
μουρντζούνης ου, ουσιαστικό
λερωμένος, βρόμικος
μουρφάντρας ου, ουσιαστικό
όμορφος άντρας
μουρφοκόρτσου του, ουσιαστικό
όμορφο κορίτσι
μούσκιμα το, ουσιαστικό
- το βρέξιμο
- ως επίρρημα, πολύ βρεγμένος, π.χ. έγινα μούσκιμα
- (μεταφορικά) για κακή εκτέλεση ή αποτυχία, στη φράση τα κάνου μούσκιμα
μούσκιου και μ’σκιό του, ουσιαστικό
νερό στο οποίο βάζουμε κάτι, συνήθως ρούχο, για να μουσκέψει, να μουλιάσει
μούσκλα τα, ουσιαστικό
βρύα, που φυτρώνουν σε υγρά και σκιερά μέρη και καλύπτουν κορμούς δέντρων
μουσκλιάζου, ρήμα
γίνομαι κατηφής, σκυθρωπός
μουσκουβουλάου, ρήμα
μυρίζω πολύ ωραία, αναδίδω πολύ ωραίο άρωμα
μ(ου)σκφός, -ή, -ό, επίθετο
κρυψίνους, ύπουλος, σιγανοπαπαδιά
μ(ου)σούδα η, ουσιαστικό
το ρύγχος των ζώων
μουστιρής ου, ουσιαστικό
πελάτης
μουστόπτα η, ουσιαστικό
γλύκισμα με βάση το πετιμέζι
μούστους ου, ουσιαστικό
ο χυμός των σταφυλιών πριν υποστεί τη ζύμωση και γίνει κρασί
μουστώνου, ρήμα
- μεστώνω, ωριμάζω
- ναρκώνομαι από βαρύ ύπνο
μουτ λακ, επιρρηματική έκφραση
με κάθε τρόπο και μέσο, με το ζόρι, τελικά, π.χ. μουτ λακ τα κατάφιρι
μούτα η, ουσιαστικό
φανταστικό τέρας, άσχημο και φοβερό
μουτεύου, ρήμα
χάνω τη μιλιά μου, γίνομαι μουγγός
μούτους, -α, -ου, επίθετο
μουγγός, κωφάλαλος
μούτρου του, ουσιαστικό
- πρόσωπο
- (μεταφορικά) α. αποτυγχάνω, στη φράση σπάου τα μούτρα μ’ β. τραυματίζομαι στο πρόσωπο, στη φράση τρώου τα μούτρα μ’ γ. είμαι δυσαρεστημένος, θυμωμένος με κάποιον, στη φράση κρατάου μούτρα δ. ασχολούμαι έντονα με κάτι, στη φράση πέφτου μι τα μούτρα (π.χ. στη δλεια)
- (μεταφορικά) για άνθρωπο πονηρό, ανήθικο, απατεώνα, κακοποιό, π.χ. είνι/ε μιγάλου μούτρου
μπα, επιφώνημα
για να δηλωθεί άρνηση, απορία, έκπληξη, π.χ. - Λες να μας μαρτρήσ(ει) ου Γιώργους; - Μπα! Δε ντου π’στεύου.
μπαγαμπουντιά η, ουσιαστικό
η απατεωνιά, κατεργαριά
μπαγαπόντ’ς ου, ουσιαστικό
απατεώνας, κατεργάρης
μπαγάσας ου, ουσιαστικό
- αναξιόπιστος, διαφθαρμένος
- κατεργάρης, επιτήδειος
μπαγιατεύου, ρήμα
παύω να είμαι φρέσκος, νωπός
μπαγιάτκους, -κ(η), -ου, επίθετο
όχι φρέσκος, παλιός
μπαγλάρουμα του, ουσιαστικό
δέσιμο, σύλληψη
μπαγλαρώνου, ρήμα
συλλαμβάνω, δένω καλά
μπάζα η, ουσιαστικό
- μεγάλο κέρδος
- απόκτησε μεγάλη περιουσία, στη φράση έκανι/ε τ’ μπάζα τ’
- κερδισμένα φύλλα στην πρέφα, π.χ. πόσις μπάζις έχ(ει)ς;
μπαζάκ(ι) του, ουσιαστικό
παιδικό παιχνίδι
μπαζίνα η, ουσιαστικό
ποσότητα κοπράνων μεγάλου ζώου
μπάζου, ρήμα
- βάζω μέσα
- από κάπου μπαίνει μέσα κρύος αέρας, μπάζ(ει)
μπαϊάτ’ του, ουσιαστικό
μπαγιάτικο
μπαϊλίζου, ρήμα
λιποθυμώ
μπαϊλντίζου, ρήμα
κουράζομαι, δεν μπορώ άλλο, απαυδώ, βαριέμαι, αόριστος μπαΐλντ’σα
μπαίνου, ρήμα
- εισέρχομαι, επιβιβάζομαι, διορίζομαι, εισάγομαι σε σχολή, αρχίζω να ασχολούμαι με κάτι, εισβάλλω, τοποθετούμαι, μπαίνω μπροστά
- (μεταφορικά) α.αναμιγνύομαι σε ξένες υποθέσεις, στη φράση μπαίνου στ’ μέσ(η) β. ασχολούμαι με πράγματα που δεν είναι στην αρμοδιότητά μου, στη φράση μπαίνου σι ξένα χουράφια γ. κατάλαβα, κατανόησα, μπήκα δ. (για υφάσματα) μάζεψε, μπήκι ε. ζημιώνομαι, χάνω, στη φράση μπαίνου μέσα στ. αναμιγνύομαι σε υπόθεση, στη φράση μπαίνου στου χουρό ζ. τακτοποιούμαι, στρώνω, στη φράση μπαίνου σι σειρά η. αρχίζω να υποπτεύομαι, άρχισα να βάζω κακό στον νου μου, στη φράση μ’ μπαίνουν ψύλλ(οι) στ’ αφτιά θ. μου επιτίθεται με λόγια, με προκαλεί, με προσβάλλει, στη φράση μ’ μπαίν(ει) ι. γίνομαι ενοχλητικός, στη φράση μπαίνου στ’ μύτ’ ια. αρχίζω να δείχνω καλή διαγωγή, στη φράση μπαίνου στουν ίσιου δρόμου ιβ. δίνω αφορμή να γίνει λόγος για μένα, στη φράση μπαίνου στου στόμα ιγ. διακινδυνεύω, στη φράση μπαίνου στου στόμα τ’ λύκ’ ιδ. για περιπτώσεις που κάποιος αναμιγνύεται σε μια υπόθεση προς όφελός του με το αζημίωτο ή αυθαιρετεί χωρίς συνέπειες, στην παροιμία μπάτι σκύλ(οι) αλέστι κι αλι/εστικά μη δίνι/ετι
μπαΐρ’ του, ουσιαστικό
ακαλλιέργητη, άγονη γη, χερσότοπος
μπαϊράκ(ι) του, ουσιαστικό
σημαία, παντιέρα
μπάκα η, ουσιαστικό
κοιλιά
μπάκακας ου, και μπακακάκ(ι) του, ουσιαστικό
βάτραχος
μπακάλ(η)ς ου, ουσιαστικό
παντοπώλης
μπακάλ(ι)κου του, ουσιαστικό
παντοπωλείο
μπακανιάρκου του, ουσιαστικό
ζώο ή παιδί που έχει πρησμένη κοιλιά λόγω αρρώστιας, αδύνατο
μπάκ(ι) και μάκ(ι) σύνδεσμος
μπας κι (και), μήπως, ίσως
μπακίρ’ του, ουσιαστικό
χάλκινο σκεύος, χάλκωμα
μπακούρ’ του, ουσιαστικό
ανύπαντρος, εργένης
μπακράτσ(ι) του, ουσιαστικό
μεταλλικό, χάλκινο, σκεύος μεταφοράς φαγητού
μπάλα η, ουσιαστικό
- ποδόσφαιρο, π.χ. πάμι να δούμι μπάλα
- μεγάλο δεμάτι από χόρτο, π.χ. δέκα μπάλι/ες τριφύλλ(ι)
- βλήμα πυροβόλου όπλου
- (μεταφορικά) έπαθε κάτι κακό λίγο-πολύ τυχαία ή θεωρήθηκε υπεύθυνος και ενοχοποιήθηκε χωρίς να φταίει, στη φράση του (μ)πήρι η μπάλα
μπαλαμούτ’ του, ουσιαστικό
ψέμα, ξεγέλασμα, απάτη
μπαλαμουτιάζου, ρήμα
- ξεγελάω, κοροϊδεύω, παραμυθιάζω
- χουφτώνω γυναίκα
μπαλάφα και μπαλαφάρα η, ουσιαστικό
μπαρούφα, μπούρδα
μπαλιάζου, ρήμα
δεματιάζω
μπάλιους ου, μπάλια η, ουσιαστικό
ζώο με σκουρόχρωμο τρίχωμα στο κεφάλι και λευκό μέτωπο, παρδαλός
μπαλντάς ου, ουσιαστικό
είδος μικρού τσεκουριού
μπαλντίμια τα, ουσιαστικό
λουριά δερμάτινα με τα οποία στερεώνεται το σαμάρι στα καπούλια του αλόγου για να μη φεύγει μπροστά στην κατηφόρα
μπαλότου του, ουσιαστικό
μεγάλο δέμα με ρούχα, συνώνυμο: μπόγους
μπάλουμα του, ουσιαστικό
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μπαλώνω
- το κομμάτι που ράβουν ή κολλούν πάνω στο φθαρμένο τμήμα ενός πράγματος, για να το μπαλώσουν
μπάλσαμους ου, ουσιαστικό
βάλσαμο, φυτό με θεραπευτικές ιδιότητες
μπαλώνου, ρήμα
- επιδιορθώνω το φθαρμένο τμήμα ρούχου ή παπουτσιού, ράβοντας ή κολλώντας στη θέση του ένα άλλο κομμάτι, από ίδιο ή παρόμοιο υλικό
- τακτοποιώ ή δικαιολογώ πρόχειρα κάτι όχι σωστό
μπαμπάκ(ι) και βαμπάκ(ι) του, ουσιαστικό
- το βαμβάκι
- η βαμβακιά
- για κάποιον που λέει σκληρά λόγια ή κρίνει αυστηρά με ήπιο και μαλακό τρόπο, στη φράση σφάζ(εΙ) μι του βαμπάκ(ι)
μπαμπακιά η, ουσιαστικό
το φυτό που παράγει το βαμβάκι
μπαμπακόσπουρους ου, ουσιαστικό
οι σπόροι του βαμβακιού, που προέρχονται από τον εκκοκκισμό του βαμβακιού
μπαμπανέτσα η, ουσιαστικό
πίτα που γίνεται με καλαμποκάλευρο, τυρί και χόρτα, χωρίς φύλλο
μπαμπατζιάν(η)ς ου, ουσιαστικό
πολύ δυνατός, μεγαλόσωμος, γεροδεμένος
μπαμπατζιάνου η, ουσιαστικό
αντρογυναίκα
μπαμπέσ(η)ς ου, μπαμπέσα η, ουσιαστικό
άνθρωπος ύπουλος, δόλιος
μπαμπέσ(ι)κους, -ια, -ου, επίθετο
ο σχετικός με την μπαμπεσιά ή τον μπαμπέση, επίρρημα μπαμπέσ(ι)κα
μπαμπισ(ι)ά η, ουσιαστικό
ύπουλη και δόλια πράξη
μπαμπόγιρους ου, μπαμπόγρια η, ουσιαστικό
πολύ γέρος, υπέργηρος
μπάμπου η, ουσιαστικό
η γριά
μπάμπουρας ή μπούμπουρας ου, ουσιαστικό
αγριομέλισσα, σχετικά μεγαλόσωμη, που παράγει έντονο βόμβο
μπανίζου, ρήμα
- κοιτάζω, βλέπω, διακρίνω
- κρυφοκοιτάζω ερωτικά
μπάντα και πάντα η, ουσιαστικό
- πλευρά
- άκρη, απόμερη θέση, π.χ. κάντι στ’ μπάντα να πιράσου
- (μεταφορικά) α. αποταμιεύω, στη φράση έχου λίγα λι/εφτά στ’ μπάντα β. παραγκωνίζω κάποιον, στη φράση τουν βάνου στ’ μπάντα γ. παραβλέπω, αδιαφορώ για κάτι, στη φράση τ’ αφήνου στ’ μπάντα
- κεντημένο ύφασμα που κρεμιέται στον τοίχο πάνω από κρεβάτι
μπαξές ου, ουσιαστικό
κήπος
μπαξίσ’ του, ουσιαστικό
φιλοδώρημα
μπαουλιάζου, ρήμα
βάζω μέσα σε μαπούλο
μπαούλου του, ουσιαστικό
μεγάλο ξύλινο ή μεταλλικό κιβώτιο που χρησιμοποιείται για τη φύλαξη κυρίως ρούχων αλλά και, γενικά, οικιακών σκευών, συνώνυμα: σιντούκ(ι), κασέλα
μπαουλουντίβανου και ντιβανουμπάουλου του, ουσιαστικό
ντιβάνι που από κάτω είναι και μπαούλο
μπαρδάκα η, ουσιαστικό
λαγήνι, στάμνα
μπαρζακανιά η, ουσιαστικό
συμφωνία, συναλλαγή, αλισβερίσι, συνεταιρική δουλειά, μι του συγγινή σ’ φάι κι πιί (π«χ»ι: πιες) κι μπαρζακανιά μη (γ)κάν(ει)ς
μπάρμπας ου, ουσιαστικό
- θείος
- προσφώνηση άντρα πολύ μεγαλύτερης ηλικίας
- (μεταφορικά) ως ειρωνική απάντηση σε κάποιον που επικαλείται τη μαρτυρία προσώπου αναξιόπιστου, στη φράση ρώτα του μπάρμπα μ’ (ν)του (μ)ψεύτ’
μπαρμπέρς ου, ουσιαστικό
κουρέας
μπαρμπούτσαλα τα, ουσιαστικό
βλακείες, σαχλαμάρες
μπαρούτ’ του και μπαρούτ’ η, ουσιαστικό
- η πυρίτιδα
- (μεταφορικά) λέγεται για απαπειλούμενο κίνδυνο, στη φράση βρουμάει μπαρούτ’
μπαρούφα η, ουσιαστικό
ανοησία, χαζομάρα
μπάσταρδους ου, και μπαστάρδ’ του, ουσιαστικό
νόθος
μπασιά η, ουσιαστικό
είσοδος
μπασκί του, ουσιαστικό
στοίβα από γυρισμένες αρμάθες καπνού, προτού μπουν στη μένη και πατηθούν για να γίνουν δέματα
μπάστακας ου, ουσιαστικό
- ακίνητος, ασάλευτος
- που δεν κάνει τίποτε εκτός από το να στέκεται όρθιος και ακίνητος, παρεμποδίζοντας ή ενοχλώντας με τη στάση του
μπαστές οι, ουσιαστικό
είδος στρωσιδιού
μπαστούν(ι) του, ουσιαστικό
- ραβδί με ημικυκλική λαβή που συνήθως το χρησιμοποιούν οι ηλικιωμένοι άνθρωποι για να στηρίζονται ή για να βαδίζουν
- τα περιμένω καλύτερα και τα βρίσκω χειρότερα, συναντώ απροσδόκητες ή ανυπέρβλητες δυσκολίες, στη φράση τα βρίσκου μπαστούνια (η φράση προέρχεται από την αγορά στην πρέφα, όπου τα μπαστούνια είναι το πιο αδύνατο χαρτί)
μπαταλιάζου, ρήμα
αχρηστεύω
μπατάλ(ι)κους, -η, -ου, επίθετο
χονδρεοειδής, δυσκίνητος, ασύμμετρος, άκομψος
μπαταριά η, ουσιαστικό
ομοβροντία από πυροβολισμούς
μπαταρίζου, ρήμα
αναποδογυρίζω, ανατρέπομαι
μπατζάκ(ι) του, ουσιαστικό
- το καθένα από τα δύο τμήματα του παντελονιού που καλύπτουν τα πόδια
- (μεταφορικά) α. είναι πολύ πλούσιος, στη φράση τρέχνι/ε τα λι/εφτά απ’ τα μπατζάκια τ’ β. βρίσκομαι αντιμέτωπος με αναπάντεχες δυσκολίες και μπελάδες, στη φράση φουτιά στα μπατζάκια μ’
μπατζανάκ(η)ς ου, ουσιαστικό
ο σύζυγος της αδερφής της γυναίκας κάποιου
μπατιρίζου, ρήμα
χάνω τα χρήματά μου, καταστρέφομαι οικονομικά
(μ)πατιρντί του, ουσιαστικό
μεγάλη φασαρία
μπατίρς ου, ουσιαστικό
αυτός που δεν έχει χρήματα, ο απένταρος
μπάτσα η και μπάτσους ου και μπάτσου του, ουσιαστικό
- χαστούκι, σκαμπίλι
- προβατίνα χωρίς γάλα
μπατσιά η, ουσιαστικό
χαστούκι
μπάφα η, ουσιαστικό
- αερολογία, μύθευμα
- σκάρτο, ψεύτικο πράγμα
μπαφιάζου, ρήμα
λαχανιάζω, κουράζομαι, πνίγομαι, σκάω
μπάχαλου του, ουσιαστικό
κατάσταση μεγάλης σύγχυσης, ανακατωσούρα, διάλυση
μπαχατέλα η, ουσιαστικό
παλιό, δύσχρηστο ή άχρηστο πράγμα, μηχάνημα κυρίως
μπγάδ’ του, ουσιαστικό
το πηγάδι
μπδάου και αμπδάου, ρήμα
πηδάω
μπέης ου, ουσιαστικό
(μεταφορικά) για άνθρωπο με αυταρχική συμπεριφορά που του αρέσει η καλοπέραση
μπέικα, επίρρημα
καλοπερνώντας (όπως καλά περνάει ο μπέης τη ζωή του)
μπέκα, μπικάτι, ρήμα
μπες, μπείτε, β΄ ενικό και β΄ πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος μπαίνω εισέρχομαι σε κάποιο χώρο, αντώνυμο: βγέκα, βγικάτι βγες, βγείτε
μπέλους ου, μπέλα η, ουσιαστικό
το ολόλευκο πρόβατο
μπέμπα η, μπέμπ(η)ς ου, ουσιαστικό
κοριτσάκι, αγοράκι
μπέμπιλ(η) και βέμπιλ(η) η, ουσιαστικό
- η ιλαρά, μεταδοτική, εξανθηματική νόσος
- ζεσταίνομαι υπερβολικά, σκάω από τη ζέστη, στη φράση, βγάνου τ’ μπέμπιλ(η)
(Η συσχέτιση της ζέστης με τη μπέμπελη (ιλαρά) προκύπτει από την πρακτική ιατρική, σύμφωνα με την οποία, κάποιος που νοσεί από μπέμπελη θα πρέπει να ντύνεται βαριά, έτσι ώστε να ζεσταθεί και να ιδρώσει, για να «βγάλει» από πάνω του την αρρώστια αυτή)
μπέρτα η, ουσιαστικό
ρούχο που ρίχνουν οι γυναίκες στις πλάτες τους
μπέσα η, ουσιαστικό
αξιοπιστία, εντιμότητα, λόγος τιμής
μπήγμα του, ουσιαστικό
μπήξιμο
μπήγου και μπήχνου, ρήμα
- βάζω επίμηκες και αιχμηρό αντικείμενο μέσα σε στερεό σώμα πιέζοντας ή χτυπώντας το, καρφώνω, π.χ. μπήγου τα παλούκια
- φωνάζω, στη φράση μπήγου τ’ φουνή, γελώ, στη φράση μπήγου τα γέλια, κλαίω, στη φράση μπήγου τα κλάματα
- είμαι ανυποχώρητος, στη φράση τα μπήχνου
μπηχτή η, ουσιαστικό
επιθετικός υπαινιγμός, πειραχτικός λόγος
μπηχτουκέφαλα, επίρρημα
πέσιμο με το κεφάλι προς τα κάτω
μπιέλα η, ουσιαστικό
- έμβολο μηχανής
- χάλασε, στη φράση βάρισι μπιέλα
- (μεταφορικά) κουράζουμαι ψυχικά, εξαντλούμαι, στη φράση βαράου ή χτυπάου μπιέλα
μπιζαχτάς ου, ουσιαστικό
συρτάρι μαγαζιού με χρήματα, ταμείο
μπιζιβέντ’ς ου, ουσιαστικό
πονηρός
μπιζιράου, ρήμα
αποκάμνω, κουράζομαι, βαριέμαι, απογοητεύομαι
μπικατσόνι του, ουσιαστικό
μπεκάτσα
μπικιάρς ου, ουσιαστικό
ανύπαντρος, εργένης, γεροντοπαλλήκαρο
μπικιώτκους, -κ(η), -ου, επίθετο
που ανήκει ή αναφέρεται στην Μπεκή (Σταυρό)
μπικρής ου, ουσιαστικό
ο μέθυσος
μπικρουκανάτα η, ουσιαστικό
μπεκρής
μπικρουλουγάου και μπικρουλιάζου, ρήμα
μεθοκοπώ
μπιλάς ου, ουσιαστικό
- μπελάς, προβληματική κατάσταση, ενοχλητική, δυσάρεστη ή επικίνδυνη, π.χ. μην ανακατεύισι, θα βρεις του μπιλά σ’
- δυσκολία, ταλαιπωρία, σκοτούρα, βάσανο, π.χ. έβαλα μπιλά στου κιφάλι μ’
μπιμπίκ(ι) του, ουσιαστικό
- το μικρό σπυράκι
- έντομο
μπινέκ(ι) του, ουσιαστικό
όμορφο και δυνατό άλογο, άλογο του τσέλιγκα, άλογο για κοινωνικές εκδηλώσεις, π.χ. χάθηκαν οι τσελιγκάδις, δε διαβαίνουν τα μπινέκια
μπινές ου, ουσιαστικό
- παθητικός και ενεργητικός ομοφυλόφιλος
- ως υβριστική προσφώνηση ή αναφορά σε κάποιον
μπιν(ι)άρκα τα, ουσιαστικό
τα δίδυμα
μπινι/ελίκι του, ουσιαστικό
- συνήθως στον πληθυντικό μπινι/ελίκια, κατηγορίες ή βρισιές
- γλυκά ή μεζέδες
μπινουβγαίνου, ρήμα
επισκέπτομαι συχνά, συχνάζω, συναναστρέφομαι
μπιρδεύου, μπιρδεύομαι, ρήμα
ανακατεύω, μπλέκομαι
μπιρδιψουδλειά η, ουσιαστικό
δουλειά μπερδεμένη, δύσκολη ή ύποπτη
μπιρντάκ(ι) του, ουσιαστικό
ξυλοδαρμός
μπισαλής ου, ουσιαστικό
που έχει μπέσα, που κρατάει το λόγο του, που μπορεί κάποιος να τον εμπιστεύεται, αξιόπιστος
μπιρικέτ’ του, ουσιαστικό
συνήθως στον πληθυντικό μπιρικέτια, αφθονία αγαθών, πλούτος
μπιρλίνα η, ουσιαστικό
- ομαδικό παιχνίδι
- για πρόσωπο που γίνεται αντικείμενο κοροϊδίας, στη φράση βγαίνου στη μπιρλίνα
μπιρμπάντ’ς ου, ουσιαστικό
γυναικάς
μπιρμπίλ(ι) του, ουσιαστικό
αηδόνι
μπιρμπίλου η, ουσιαστικό
- όμορφη και παχουλή γυναίκα
- καμωματού, ναζιάρα, τσαχπίνα
μπιρμπιλουμάτα η, ουσιαστικό
αυτή που έχει όμορφα μάτια και έξυπνο, ζωηρό και παιχνιδιάρικο βλέμμα, τσαχπινομάτα
μπιρντάκ(ι) του, ουσιαστικό
ξυλοδαρμός
μπιρντές ου, ουσιαστικό
κουρτίνα
μπισίκ(ι) του, ουσιαστικό
κούνια μωρού
μπιστ(ι)κός ου, ουσιαστικό
τσοπάνης με ρόγα
μπιτ, επίρρημα
καθόλου, ολότελα
μπιτίζου, ρήμα
εξαντλώ, τελειώνω, αόριστος μπίτ’σα
μπίτ’σμα του, ουσιαστικό
τελείωμα
μπιχλιβάν(η)ς ου, ουσιαστικό
- αυτός που σε δημόσιες, συνήθως υπαίθριες, παραστάσεις, επιδεικνύει τις σωματικές ικανότητές του για βιοπορισμό
- παλληκαράς
μπιχλιμπίδ’ του, ουσιαστικό
μικρό χωρίς αξία στολίδι, ασήμαντο πράγμα
μπλαβός, -ή και -ιά, -ό, επίθετο
μελανός
μπλαμούτσα η, ουσιαστικό
άσχημη γυναίκα
μπλάνα η, ουσιαστικό
μάζα σκληρού χώματος μετά από όργωμα ή σκάψιμο, μεγάλος σβόλος από χώμα
μπλάρ’ του, ουσιαστικό
- το μουλάρι
- (μεταφορικά ως βρισιά) για άνθρωπο πολύ πεισματάρη, ξεροκέφαλο
μπλαρκό του, ουσιαστικό
μουλάρι
μπλαρώνου, ρήμα
πεισμώνω
μπλάστρ’ του, ουσιαστικό
έμπλαστρο, θεραπευτικό επίθεμα για το κρυολόγημα
(μ)πλάστ’ς και (μ)πλαστρς ου, ουσιαστικό
ο πλάστης για άνοιγμα φύλλων ζύμης
μπλια η, ουσιαστικό
- η μηλιά
- για άνθρωπο που έχει όμοιο χαρακτήρα με τους γονείς του, στην παροιμία του μήλου κάτ’ απ’ τη μπλια θα πέσ(ει)
μπλι(γ)ούρ’ και μπλουγούρ’ του, ουσιαστικό
το πλιγούρι, χοντροαλεσμένο σιτάρι, τα φαγητό που γίνεται με βρασμένο πλιγούρι
μπλιόρ’ του, ουσιαστικό
κατσίκι δύο χρόνων
μπλιόρα η, ουσιαστικό
γίδα δύο χρόνων, η πρωτοτόκος, η πρωτόγεννη γίδα
μπλιτσανάου και μπλατσανάου, ρήμα
πλατσουρίζω, χτυπώ με τα χέρια και τα πόδια τα νερά
μπλούκ(ι) του, ουσιαστικό
μπουλούκι, ασύντακτο πλήθος ανθρώπων
μπόγους ου, ουσιαστικό
- χοντρό δέμα ρούχων ή άλλων ειδών συνήθως τυλιγμένο σε ύφασμα
- για χοντρό και ασουλούπωτο άνθρωπο.
μπόι του, ουσιαστικό
- το ανάστημα
- ως μέτρο βάθος ή ύψους, π.χ. ίσαμι δυο μπόια
μπόλ(ι) του, ουσιαστικό
μικρό τμήμα βλαστού που χρησιμοποιείται για μπόλιασμα
μπόλια η, ουσιαστικό
- μαντήλι του κεφαλιού, συνώνυμο: μαντήλα
- το περιτόναιο, υμένας, λεπτός και στιλπνός, που περιβάλλει το εσωτερικό τοίχωμα της κοιλιάς και τα περισσότερα κοιλιακά σπλάχνα των σφαγμένων ζώων
μπόλια τα, ουσιαστικό
μισοβρασμένα όσπρια μαζί με σιτηρά
μπόλ(ι)κους, -ια, -ου, επίθετο
αρκετός
μπόλκα η, ουσιαστικό
ζακέτα χοντρή, που φορούσαν οι ηλικιωμένες γυναίκες
μπόμπα η, ουσιαστικό
βόμβα
μπόμπιρας ου, ουσιαστικό
μικροκαμωμένο, έξυπνο, ζωηρό και σκανταλιάρικο παιδί
μπόμπουλους, ουσιαστικό
σαλιγκάρι
μπόρα η, ουσιαστικό
- ξαφνική και δυνατή βροχή που διαρκεί λίγο
- (μεταφορικά) α. λέγεται για ξαφνικό και μεγάλο κακό, συνήθως παροδικό, στη φράση μπόρα είνι/ε, θα πιράσ(ει) β. στον πληθυντικό μπόρις, ταλαιπωρίες, βάσανα, π.χ. πέρασι πουλλές μπόρις στ’ ζουή τ’
μπόρεσ(η) η, ουσιαστικό
δύναμη, δυνατότητα
μπόσ(ι)κους, -ια, -ου, επίθετο
- χαλαρός, όχι σφιχτός
- υποχωρητικός, ενδοτικός, π.χ. πιάσκα μπόσ(ι)κους
μπούας ου, ουσιαστικό
μπουνταλάς
μπουγαλάκ(ι) του, ουσιαστικό
μικρός μπόγος
μπούγιου του, ουσιαστικό
- πολύ μεγάλος όγκος
- αναβρασμός, αναστάτωση
- δημιουργώ την εντύπωση ότι υπάρχει μεγάλος όγκος ή μεγάλο πλήθος, στη φράση κάνου μπούγιου
μπουγιουρντί του, ουσιαστικό
διαταγή
μπούζ(ι) του, ουσιαστικό
πολύ κρύο, παγωμένο, π.χ. του καρπούζ(ι) είνι/ε μπούζ(ι)
μπουζουριάζου, ρήμα
- στοιβάζω άτακτα
- συλλαμβάνω και φυλακίζω
μπουιά η, ουσιαστικό
- η μπογιά, χρώμα, βαφή
- τα προσόντα του, οι ικανότητες κάποιου δεν έχουν πέραση, στη φράση δε (μ)πιρνάει η μπουιά τ’
μπουιατζής ου, ουσιαστικό
ο μπογιατζής
μπούκα η, ουσιαστικό
στόμιο
μπουκάλα η, ουσιαστικό
- μεγάλο μπουκάλι
- (μεταφορικά) εγκαταλείπομαι χωρίς να πραγματοποιηθούν όσα μου υποσχέθηκαν ή δεν πραγματοποιείται κάποια επιθυμία μου, προσδοκία μου κτλ., στη φράση μένου μπουκάλα
μπουκάρου, ρήμα
εισβάλλω
μπούκουβου του, ουσιαστικό
ξερή και κοπανισμένη καυτή κόκκινη πιπεριά
μπουκουσιά η, ουσιαστικό
μπουκιά
μπουκώνου, ρήμα
- γεμίζω το στόμα με μεγάλη ποσότητα φαγητού
- τρώω πολύ και χορταίνω
- (για μηχάνημα ή εργαλείο) παύω να λειτουργώ κανονικά, ιδίως λόγω κακής ή υπερβολικής χρήσης, π.χ. “είπι ου φίλους μπούκουσι η μηχανή”
- δωροδοκώ
μπούλ(η)ς ου, μπούλα η, ουσιαστικό
ο μπέμπης, η μπέμπα
μπουλιάζου, ρήμα
- κάνω εμβόλιο
- βάζω μέσα στο βλαστό φυτού, ιδίως δέντρου, μπόλι για να αναπτυχθεί και να δημιουργηθεί έτσι καινούριο φυτό
μπουλουβίνα η, ουσιαστικό
- νωπά κόπρανα μεγάλου ζώου
- μάζα χώματος μετά το όργωμα
- μεγάλος σάκος, φτιαγμένος από κομμάτια παλιών σάκων
μπουμπάρ’ του, ουσιαστικό
πληθυντικός τα μπουμπάρια, χοιρινό παχύ έντερο με γέμιση ψητό στο φούρνο
μπουμπαρδίζου, ρήμα
βομβαρδίζω
μπουμπνάου και μπουμπνίζου, ρήμα
- ρίχνω με το ντουφέκι, πυροβολώ, π.χ. θα στ’ μπουμπνίσου
- (απρόσωπο) μπουμπνίζ(ει) βροντάει, ακούγονται μπουμπουνητά
- ανάβω φωτιά, τ’ μπουμπούν(ι)σα
μπουμπότα η, ουσιαστικό
πίτα φτιαγμένη από αλεύρι καλαμποκιού, καλαμποκόψωμο του ταψιού
μπουμπούνα η, ουσιαστικό
- μεγάλη φλόγα
- μπουμπουνητό
μπουμπούνας ου, ουσιαστικό
ο ανόητος, ο ανεπίδεκτος μαθήσεως
μπουμπουν(η)τό του, ουσιαστικό
αστραπόβροντο, πολλές συνεχείς βροντές
μπούμπουρας ου, ουσιαστικό
είδος ζωυφίου
μπούμπτζας ου, ουσιαστικό
μεγάλο έντομο που κάνει βόμβο όταν πετάει
μπουναμάς ου, ουσιαστικό
- δώρο
- γραπτή ειδοποίηση για χρέος, για οφειλή
μπουνιά η, ουσιαστικό
η γροθιά
μπούνια τα, ουσιαστικό
- το ανώτατο όριο, πάρα πολύ, στη φράση ως τα μπούνια
- μικρό άνοιγμα στα πλευρά του πλοίου για να φεύγουν τα νερά από το κατάστρωμα
μπουνταλάς ου, ουσιαστικό
αδέξιος, αφελής, κουτός
μπουντρούμ’ του, ουσιαστικό
- υπόγειος, στενός και σκοτεινός χώρος
- κελί φυλακής
μπουνώρα, επίρρημα
πολύ πρωί
μπούρδα η, ουσιαστικό
ανοησία, χαζομάρα, συνώνυμο: μπαρούφα
μπουρδουκλώνου, μπουρδουκλώνουμι, ρήμα
- μπερδεύω, προκαλώ σύγχυση
- τακτοποιώ όπως όπως μια υπόθεση, δίνω πρόχειρες εξηγήσεις για κάτι
μπουρί του, ουσιαστικό
σωλήνας σόμπας
μπουρισάμινου του, ουσιαστικό
μπορετό, δυνατό
μπουριτός, -ή, -ό, επίθετος
μπορετός, δυνατός
μπουρλιάζου, ρήμα
αρμαθιάζω
μπουρλώνου, ρήμα
- δένω σφιχτά
- τεζάρω
μπουρμπότσ(ι)αλους και μπουρμπούτσιαλους, μπουρμπούτσιαλου και μπουρμπουτσέλ(ι) του, ουσιαστικό
σκαθάρι, μαμούνι
μπούρμπουλας ου, ουσιαστικό
χρυσόμυγα
μπούρμπουλ(η) η, οσιαστικό
αφανισμός, σκόνη, κουρνιαχτός, π.χ. στάχτ’ και μπούρμπουλ(η) να γέν(ει)
μπουρμπούλ(ι) του, ουσιαστικό
νερόβραστο
μπουρμπουλόημα του, ουσιαστικό
η ενέργεια του μπουρμπουλουγάου
μπουρμπουλόι του, ουσιαστικό
- το μάζεμα καρπών που απόμειναν μετά τη συγκομιδή τους
- το μάζεμα φύλλων καπνού που απόμειναν και μεγάλωσαν, αφού μαζεύτηκε το κορφάδι
μπουρμπουλουγάου, ρήμα
παίρνω επιλεκτικά
μπουρμπούτσ(ι)αλα τα, ουσιαστικό
- έντομα, σκαθάρια και γενικά τα ζωύφια
- ευτελή και ανάξια λόγου πράγματα
μπουρού, ρήμα
- μπορώ, έχω τη δύναμη, την ικανότητα να κάνω κάτι, παρατατικός μπόργα, αόριστος μπόρισα και μπόρσα
- είμαι άρρωστος, στη φράση δε μπουρού
μπουσλάου, ρήμα
περπατάω με τα τέσσερα
μπούσουλας ου, ουσιαστικό
- πυξίδα
- (μεταφορικά) α. κατευθυντήρια γραμμή β. βρίσκομαι σε πλήρη σύγχυση, στη φράση χάνου του μπούσουλα
μπουστάν(ι) του, ουσιαστικό
χωράφι όπου καλλιεργούνται καρπούζια και πεπόνια
μπούτ’ του, ουσιαστικό
το μπούτι, ο μηρός
μπουτίλια η, ουσιαστικό
φιάλη
μπουτσνάρ’ του, ουσιαστικό
ειδικός σωλήνας εκροής, στόμιο
μπούφλα η, ουσιαστικό
υπνηλία, ζαλάδα
μπούφους ου, ουσιαστικό
- ο μπούφος, πουλί
- βραδύνους, ο αργόστροφος
μπούχαβους, -β(η), -ου, επίθετο
- πλαδαρός
- μέρος που επιφανειακά είναι μαλακό και αφράτο και εσωτερικά κούφιο, όχι συμπαγές
μπουχαρί του, ουσιαστικό
η καμινάδα και συνεκδοχικά το τζάκι
μπουχέσας ου, ουσιαστικό
χοντρός
μπούχνου, ρήμα
σπρώχνω, π.χ. μπούξτα ούλα μέσα
μπουχός ου, ουσιαστικό
- η σκόνη
- (μεταφορικά) φεύγω τρέχοντας, εξαφανίζομαι, χάνομαι, στη φράση γίνουμι μπουχός
μπουχτίζου, ρήμα
- χορταίνω και δε θέλω άλλο, αόριστος μπούχτ’σα
- βαριέμαι, δυσφορώ από κάτι που συνεχίζεται
μπόχα η, ουσιαστικό
άσχημη μυρουδιά, δυσωδία
μπράσκα η, ουσιαστικό
είδος μεγαλόσωμου βατράχου με σκληρό δέρμα που φέρει ευδιάκριτα εξογκώματα
μπράτμους ου, ουσιαστικό
- αδερφικός φίλος
- μπράτμοι, οι στενοί φίλοι που συνοδεύουν τον γαμπρό στην εκκλησία
μπράτσου του, ουσιαστικό
το μπράτσο, ο βραχίονας, το χέρι
μπρατσουμένους ου, ουσιαστικό
αυτός που έχει δυνατά μπράτσα, δυνατός
μπραφ, επιφώνημα
ξαφνικό βιαστικό φευγιό
μπρίκ(ι) του, ουσιαστικό
το μπρίκι
μπρούμτα, επίρρημα
μπρούμυτα, με το πρόσωπο προς το έδαφος
μπρουμτάου και μπρουμτίζου, ρήμα
πέφτω κάτω μπρούμυτα
μπρούσκους, -ου, επίθετο
στυφός
μπρουσνός, -ή, -ό, επίθετο
ο μπροστινός
μπρουστά, επίρρημα
- κίνηση στην κατεύθυνση προς την οποία κοιτάζει κάποιος, π.χ. προυχώρα μπρουστά
- για να δηλωθεί ότι κάποιος ήταν παρών, αυτόπτης μάρτυρας σε πράξη, γεγονός, π.χ. ούλα έγιναν μπρουστά μ’
- για να δηλωθεί κάτι που τοποθετείται στο προσεχές μέλλον, στη φράση σα μπρουστά.
μπρουστάντζα η, ουσιαστικό
προκαταβολή σε χρήμα
μπρουστάρς ου, ουσιαστικό
πρωτοπόρος
μπρουστουγιμή η, ουσιαστικό
ντουφέκι που γέμιζε από μπροστά, από το στόμιο της κάννης του
Ετυμολογία
Προέρχεται από το εμπροσθογεμής > εμπροσθο + γέμω: είμαι γεμάτος
(μ)προυσώρας, επίρρημα
έως αυτή την ώρα, για την ώρα, προσωρινά
μπ’σαφιρλίκια τα, ουσιαστικό
τα έξοδα για τη φιλοξενία μουσαφιραίων
μπ’σαφίρς ου, ουσιαστικό
μουσαφίρης, επισκέπτης
μπ’σιακό του, ουσιαστικό
- μεσιακό, κτήμα που το έχουν δύο ιδιοκτήκες από μισό, μισό μισό
- κτήμα του οποίου ο ιδιοκτήτης και ο καλλιεργητής ή ο συλλέκτης του καρπού μοιράζονται την παραγωγή
- τα φύλλα που βρίσκονται στο μέσο του φυτού καπνός
μπ’σιανός, -ή, -ό, επίθετο
μεσαίος
μπ’σίτσα η, ουσιαστικό
μικρό, ενοχλητικό έντομο
μπ’σός, -ή, -ό, επίθετο
μισός
μπ’σότριβους, -β(η), -ου, επίθετο
- μισοτριμμένος, μισοφθαρμένος, μεταχειρισμένος
- μεσήλικος
μπ’σουβέζ(ι)κους, -κ(η), -ου, επίθετο
που δεν είναι ξεκάθαρος, ασαφής, αμφιλεγόμενος, διφορούμενος
μπ’σουκόβου, μπσουκόβουμι, ρήμα
κόβεται η μέση μου, με πονάει η μέση μου από μεγάλο βάρος που σηκώνω ή από διαρκές σκύψιμο ή από χτύπημα που δέχτηκα σε αυτή, αόριστος μπσουκόφκα
μπ’σουρξιά η, ουσιαστικό
η μισοριξιά, άνθρωπος αδύνατος, μικροκαμωμένος και ασθενικός
μπ’σουστρατίς, επίρρημα
στη μέση του δρόμου ή της πορείας
μπ’σουχρουνίς, επίρρημα
στο μέσο της χρονιάς
μπ’σόχαζους, -η, -ου, επίθετο
μισόχαζος, χαζός
μπχος ου, ουσιαστικό
- σκόνη, κουρνιαχτός
- φεύγω τρέχοντας, εξαφανίζομαι, στη φράση γίνουμι μπχος
μ’σκάρ’ του, ουσιαστικό
το μοσχάρι
μ’σκεύου, μ’σκεύουμι, ρήμα
- (μεταβατικό) βρέχω κάποιον
- (αμετάβατο και μέσο) βρέχομαι, μετοχή μουσκιμένους
μ’σκίδ’ του, ουσιαστικό
μουσκίδι, τελείως βρεγμένο
μτάρ’ του, ουσιαστικό
μιτάρι, εξάρτημα του αργαλειού με τη βοήθεια του οποίου ανοίγουν το στημόνι για να περάσει η σαΐτα με το υφάδι.
μ’τζουκλαίου, ρήμα
κάνω πως κλαίω, δίχως να βγάζω δάκρυα, κλαίω ανόρεχτα
μ’τσούνα η, ουσιαστικό
- το πρόσωπο, η μούρη
- προσωπίδα
μύγα η, ουσιαστικό
- η μύγα
- (μεταφορικά) α. δεν ανέχεται την παραμικρή ενόχληση, στη φράση δε σκών(ει) μύγα στου σπαθί τ’ β. για άνθρωπο τσιγκούνη που καταφέρνει να βγάλει κέρδος από ασήμαντη πηγή, στη φράση βγάν(ει) απ’ τη μύγα ξίγκι γ. περνάω τον καιρό μου χωρίς να κάνω τίποτα, στη φράση βαράου μύγις δ. για επικείμενη καταστρεπτική σύγκρουση ανθρώπων, στη φράση θα φάει η μύγα σίδηρου κι του κνούπ’ ατσάλ(ι) ε. έκφραση απορίας ή ειρωνική παρατήρηση για κάποιον που, ξαφνικά και χωρίς προφανή λόγο ή αιτία, αρχίζει να συμπεριφέρεται αλλόκοτα, παράξενα, στη φράση μύγα σι τσίμπ’σι;
μυγιάζομαι, ρήμα
- θίγομαι ή θυμώνω για ασήμαντο συνήθως λόγο
- (μεταφορικά) ο ένοχος ή υπεύθυνος για κάτι νομίζει πως ό,τι λέγεται ή γίνεται, αναφέρεται σ΄ αυτόν, στην παροιμία όποιους έχ(ει) τη μύγα μυγιάζιτι
μύθους ου, ουσιαστικό
- αφήγηση, εξιστόρηση παλιών γεγονότων, πληθυντικός μύθια, π.χ. όσα μύθια, τόσα αλήθεια
- γελοιοποιούμαι, ρεζιλεύομαι, στη φράση γίνουμι μύθους
μύλους ου, ουσιαστικό
- μηχάνημα που χρησιμοποιείται για το άλεσμα σιτηρών
- το κτίριο, όπου στεγάζεται ο μύλος
- χειροκίνητη συσκευή για το άλεσμα του καφέ
- (μεταφορικά) για να δηλωθεί μεγάλη ακαταστασία, π.χ. μύλους η υπόθεσ’
μύξα η, ουσιαστικό
- γλοιώδης ουσία που βγαίνει από τη μύτη
- (μεταφορικά) μειωτικός χαρακτηρισμός για πρόσωπο
μ(υ)ξιάρκου του, ουσιαστικό
- αυτό που του τρέχουν οι μύξες, το μικρό
- μειωτικός χαρακτηρισμός παιδιού
μυρμηγκιάζω, ρήμα
νιώθω μυρμήγκιασμα, μουδιάζω
μύτ’ η, ουσιαστικό
- η μύτη
- το άκρο
μ(υ)τζήθρα η, ουσιαστικό
τυροκομικό προϊόν
μυτιάζου, ρήμα
για φυτό ή ανθό που κάνει την εμφάνισή του
μύτ’κας ου, ουσιαστικό
η ψηλότερη κορφή βουνού
Ν
να, παρακελευσματικό μόριο
κοίτα, δες
να όψιτι, ρήμα
αυτός που έκανε το άδικο, το κακό, να δει τον Θεό κριτή του, να τον κρίνει ο Θεός
Ετυμολογία
Είναι μέλλοντας (όψομαι) του αρχαίου ορώ: βλέπω.
Πρόκειται για αναβίωση από την ευαγγελική φράση «υμείς όψεσθε».
νάμ’ και νόμ’, ρήμα
δώσε μου, πληθυντικός ναμούτι, π.χ. νάμ’ λίγα λι/εφτά
Ετυμολογία
Πιθανόν από το αρχαίο ρήμα νέμω, με ετεροίωση (όπως νομή, νομός).
νάτους, νάτ(η), νάτου, δεικτική αντωνυμία
δες τον
νε, σύνδεσμος
ούτε
νειρεύουμι, ρήμα
- ονειρεύομαι
- (μεταφορικά) επιθυμώ, θέλω
νέκρα η, ουσιαστικό
απόλυτη ησυχία, έλλειψη ζωής, ερημιά
νέμα του, ουσιαστικό
νεύμα
νέτα σκέτα, επιρρηματική έκφραση
απλά και ξεκάθαρα
νέτους, -τ(η), -ου, επίθετο
1. ό,τι υπολογίζεται ως καθαρό βάρος, σκέτος, καθαρός
2. που είναι χωρίς χρήματα, απένταρος, άφραγκος
3. που εγκαταλείπεται από τη συντροφιά του, που μένει μόνος
νησ(τ)κός, -ή, -ό, επίθετο
νηστικός
νηστκουμάρα η, ουσιαστικό
πείνα
νια, αόριστο άρθρο ή αριθμητικό
μια, π.χ. νια βουλά κι ένα (γ)κιρό ή νια βουλά είν’ τα νιάτα
νιανιά τα, ουσιαστικό άκλιτο
φαγητό στη γλώσσα των μικρών παιδιών
νιάνιαρου του, ουσιαστικό
μικρό παιδί
νίβου, νίβουμι, ρήμα
πλένω το πρόσωπο, αόριστος έν(ι)ψα, νίφκα
νι/εράδα η, ουσιαστικό
(μεταφορικά) πολύ όμορφη νέα γυναίκα
νι/ερό του, ουσιαστικό
- νερό
- νερό της βροχής, βροχές, π.χ. φέτους έρξι πουλλά νι/ερά
- (μεταφορικά) α. αρχίζω να υπαναχωρώ σε κάτι που έχω συμφωνήσει, στη φράση κάνου νι/ερά β. για διαδικασία που μπήκε σε στάδιο ομαλής εξέλιξης, στη φράση βάνου του νιερό στ’ αυλάκ(ι) γ. για κάτι που ξέρω και λέω πολύ καλά, στη φράση τα ξέρου νι/εράκι, δ. κάνω κάποιον να συμφωνήσει με τις απόψεις μου, στη φράση τουν φέρνου στα ή με τα νι/ερά μ’ ε. προσπαθώ να μην έρχομαι σε αντίθεση με κάποιον, στη φράση πάου μι τα νι/ερά τ’ στ. δεν μπορώ να αντιμετωπίσω την παραμικρή δυσκολία, στη φράση πνίουμι σι νια κουταλιά νι/ερό ζ. βρίσκομαι σε καινούργιο περιβάλλον και δυσκολεύομαι να προσαρμοστώ σε αυτό, στη φράση είμι όξου απ’ τα νι/ερά μ’ η. κάνω κάτι χωρίς κανένα αποτέλεσμα, στη φράση κάνου νια τρύπα στου νι/ερό θ. γίνομαι πιο διαλλακτικός, στη φράση βάνου νι/ερό στου κρασί μ’ ι. η ελάχιστη προσφορά, στη φράση ένα πουτήρ’ νι/ερό ια. για να δηλωθεί ότι οι συγγενικοί δεσμοί είναι ακατάλυτοι, στη φράση του αίμα νι/ερό δε γίνι/ετι ιβ. δημιουργώ σύγχυση για να συγκαλύψω κάτι, στη φράση θιλώνου τα νι/ερά ιγ. ουρώ, στις φράσεις πάου προς νι/ερού μ’ ή κάνου του νι/ερό μ’
Ετυμολογία
Προέρχεται από τη φράση νεαρόν ύδωρ: φρέσκο νερό, με παράλειψη του ουσιαστικού ύδωρ και ουσιαστικοποίηση του επιθέτου νεαρόν > νηρόν > νερό
νι/ερόβραστους, -τ(η), -ου, επίθετο
- για κάτι που το έβρασαν με σκέτο νερό, χωρίς λάδι ή βούτυρο
- (μεταφορικά) για άτομο που δεν παρουσιάζει ενδιαφέρον, δε δημιουργεί εντύπωση, λαπάς
νι/ερόμπλους ου, ουσιαστικό
ο νερόμυλος
νι/εροτρουβιά η, ουσιαστικό
η νεροτριβή
νι/ερουζούμ’ του,ουσιαστικό
νερουλό και άνοστο φαγητό, συνώνυμο: νι/ερουμπούλι
νι/ερουλός, -ή, -ό, επίθετο
που δεν είναι πηχτός
νι/ερουμπλέτσ(ι) του, ουσιαστικό
φαγητό που περιέχει δυσανάλογα πολύ νερό
νι/ερουμπούλ(ι) του, ουσιαστικό
νερουλό και άνοστο φαγητό
νι/ερουπότρου του, ουσιαστικό
νεροπότηρο
νι/ερουσυρμή η, ουσιαστικό
- μικρό ρυάκι που σχηματίζεται μετά από έντονη βροχόπτωση
- ροή νερού σε κοίτη χειμάρρου
νι/ερουφαϊά η, ουσιαστικό
διάβρωση του εδάφους από ροή νερού
νι/ερουφίδα η, ουσιαστικό
φίδι που ζει στο νερό
νι/ερουφόρος ου, ουσιαστικό
υδρονομέας, που επέβλεπε τη μεταφορά του κοινοτικού νερού σε κήπους και σε ποτιστικά χωράφια, που όριζε τη σειρά με την οποία καθένας πότιζε
νι/ετάρου, ρήμα
- τελειώνω μια δουλειά, ξεμπερδεύω
- εξαντλώ κάτι, μου τελειώνει κάτι, π.χ. νέταρα απού λι/εφτά
νι/ευρουκαβαλίκ(ι)μα του, ουσιαστικό
δυνατός μυικός πόνος που οφείλεται σε μετατόπιση μυών
νι/εφραμιά η, ουσιαστικό
κομμάτι κρέατος γύρω από τα νεφρά
νίλα η, ουσιαστικό
μεγάλη καταστροφή, συμφορά
νινί του, ουσιαστικό
το μωρό
Ετυμολογία
προέρχεται από το μεσαιωνικό νήνιον ή νηνίον: κούκλα.
νιος ου, νια η, ουσιαστικό
ο νέος, η νέα
νιουνιό του, ουσιαστικό
μυαλό
νιούτσκους, -ια και κ(η), -ου, επίθετο
κάπως νέος, στην αρχή της νεότητας
ν(ι)σάφ’, επιφώνημα
φτάνει πια, αρκετά, ως εδώ, π.χ. ν(ι)σάφ’ μι τα ψέματα σ’
ν(ι)τιρέσου του, ουσιαστικό
το συμφέρον, το κέρδος
νιφτήρα η, ουσιαστικό
- νιπτήρας, τσίγκινο δοχείο νερού με βρυσάκι στη βάση του που το κρεμούσαν στον τοίχο για να νίβουν τα χέρια και το πρόσωπο
- μικρό βρεγμένο πανί με το οποίο ένιβαν το ψωμί, όταν το έβγαζαν από τον φούρνο
νιώθου, ρήμα
- δείχνω κατανόηση, συμμερίζομαι τα συναισθήματα ή την κατάσταση κάποιου, π.χ. μι νιώθ’ς;
- αντιλαμβάνομαι κάποιον, π.χ. δεν τουν ένιουσα
- για να δηλώσουμε ότι ένα τμήμα ή ένα μέλος του σώματός μας διατηρεί την αισθητικότητά του, π.χ. δε νιώθου τα πουδάρια μ’
νόημα του, ουσιαστικό
εκφραστική συνθηματική κίνηση, συνήθως χειρονομία ή μορφασμός, νεύμα, γνέψιμο π.χ. μου κανι/ε νόημα να πάου
νοιάζ(ει), ρήμα απρόσωπο
ενδιαφέρει, απασχολεί, μέλει
νοιάζουμι, ρήμα
- ενδιαφέρομαι
- περιποιούμαι, φροντίζω
ν(οι)κουκύρς ου, ουσιαστικό
- αυτός που είναι κύριος του σπιτιού, ο ιδιοκτήτης
- ο εύπορος
- αυτός που τα διατηρεί όλα σε τάξη
νόστμους, -μ(η), -ου, επίθετο
νόστιμος
νουγάου, ρήμα
εχω αναπτυγμένη νόηση, αντίληψη, καταλαβαίνω, νιώθω
νουή, ουσιαστικό
νοημοσύνη
νούλα η, ουσιαστικό
που δεν έχει καμιά αξία, μηδενικό
νουμάτ’ και νουματαίοι οι, ουσιαστικό
άτομα, άνθρωποι
Ετυμολογία
Προέρχεται από τη λέξη όνομα, πληθυντικός ονόματα > νοματαίοι > νουματαίοι
νουματίζου, ρήμα
ονοματίζω, δίνω όνομα
νούμιρου του, ουσιαστικό
- αριθμός
- αστείο, φαιδρό πρόσωπο
νουρά η, ουσιαστικό
- ουρά
- (μεταφορικά) το τελευταίο στάδιο, αυτό που απομένει ακόμα, για να ολοκληρωθεί ένα έργο, μια προσπάθεια, π.χ. φάγαμι του γάιδαρου κι έμεινι/ε η νουρά
- (μεταφορικά) α. αποσύρομαι ταπεινωμένος ύστερα από κάποια αποτυχία μου, στη φράση βάνου τ’ νουρά στα σκέλια β. ανακατεύομαι απρόσκλητος σε ξένες υποθέσεις, στη φράση χώνου τ’ νουρά μ’ γ. παύω να ασχολούμαι με κάτι και συγχρόνως αρνούμαι τις σχετικές ευθύνες, στη φράση βγάνου τ’ νουρά μ’ απόξου δ. προκαλεί ερωτικά, στη φράση κνάει τ’ νουρά τς
Ετυμολογία
Προέρχεται από τη συνεκφορά της λέξης ουρά με το άρθρο της την στην αιτιατική πτώση, την ουρά > νουρά.
νούρλους ου, ουσιαστικό
ουρά
νουστμάδα η, ουσιαστικό
νοστιμιά
νουστμαίνου και νουστμεύου και νουστμίζου, νουστμεύουμι, ρήμα
- μεταβατικό (νουστμαίνω κάτι) κάνω κάτι νόστιμο,π.χ. τ’ αλάτ’ νουστμαίν(ει) του φαί
- αμετάβατο (νουστμαίνει κάτι) κάτι γίνεται νόστιμο, π.χ. αλάτ’σ’ του, για να νουστμίσ(ει)
- ομορφαίνω
- επιθυμώ ερωτικά κάποια, ποθώ, στη φράση τη νουστμεύουμι
νουτιά η, ουσιαστικό
ο νότιος άνεμος, ο υγρός καιρός
νουτίζου και νουτίζουμι, ρήμα
υγραίνω, υγραίνομαι, απορροφώ υγρασία
νταβάν(ι) του, ουσιαστικό
η οροφή
νταβανιάζου, ρήμα
- κατασκευάζω το ταβάνι
- φτάνω στο υψηλότερο, στο ανώτατο επίπεδο
νταβανόπρουκα η, ουσιαστικό
- μεγάλο καρφί για ποικίλες χρήσεις
- δυσάρεστος ή εχθρικός υπαινιγμός, αιχμή
- αυτός που καταδίδει, που καρφώνει, κάποιον ή κάτι, που κάνει μια μυστική καταγγελία, κινούμενος από ιδιοτελή και ταπεινά κίνητρα, καταδότης
ντάβανους ου και νταβάν(ι) του, ουσιαστικό
είδος μεγάλης μύγας που τσιμπάει κυρίως τα άλογα
νταβαντούρ’ του, ουσιαστικό
θόρυβος, φασαρία
νταβάς ή ταβάς ου, ουσιαστικό
μικρό στρογγυλό χάλκινο ταψί με δυο χειρολαβές
νταβλαράς και νταγλαράς ου, ουσιαστικό
ψηλός και εύρωστος
νταβραντίζου και νταβραντάου, ρήμα
δυναμώμω, μετοχή νταβραντ’σμένους, δυνατός
νταηλίκ(ι)
η συμπεριφορά του νταή
νταής ου, ουσιαστικό
- παλληκαράς
- ψευτοπαλληκαράς, καβγαντζής
νταϊαντάου και νταϊαντίζου, ρήμα
- βαστώ, αντέχω, υπομένω
- στηρίζω κάτι να μην πέσει, βάζω υποστήριγμα
νταίνου, νταίνουμι, ρήμα
ντύνω
Νταϊτσά η, ουσιαστικό
ο οικισμός Αγριελιά
νταϊτσώτκους, -κ(η), -ου, επίθετο
που ανήκει ή αναφέρεται στην Νταϊτσά (Αγριελιά)
νταϊφάς ου, ουσιαστικό
φυλή
ντάλα, επίρρημα
ακριβώς, π.χ. ντάλα μισ’μέρ’
νταλάκι του, ουσιαστικό
δηλητηριώδες ερπετό
νταλκάς ου, ουσιαστικό
έντονη επιθυμία, μεγάλος καημός
νταμάρ’ του, ουσιαστικό
- λατομείο
- σόι, ράτσα, πχ. αυτό του τραΐ να του κρατήσουμι για νταμάρ’
νταμάχ(ι) του, ουσιαστικό
- πλεονεξία, αχορταγιά
- (κατ’ επέκταση) η έντονη προσπάθεια που κάνει κάποιος για να αποκτήσει περισσότερα, το άγχος
νταμαχιάρς ου, ουσιαστικό
πλεονέκτης, αχόρταγος, που αγωνίζεται πολύ για να αποκτήσει περισσότερα
νταμτζάνα η, ουσιαστικό
νταμιτζάνα, μεγάλη γυάλινη μπουκάλα, καλυμμένη με ψάθινο ή πλαστικό πλέγμα, κατάλληλη για κρασί ή για νερό
ντάνα η, ουσιαστικό
σωρός, στοίβα
ντανιάζου, ρήμα
κάνω ντάνες, στοιβάζω
νταούλ(ι) του, ουσιαστικό
τύμπανο, ταμπούρλο
νταουλιάζουμι, ρήμα
πρήζομαι
νταουσάν(ι) του, ουσιαστικό
το δαμάσκηνο
νταουσανιά η, ουσιαστικό
η δαμασκηνιά
νταραβέρ’ του, ουσιαστικό
δοσοληψία, συναλλαγή
νταραβιρίζουμι, ρήμα
έχω οικονομικές δοσοληψίες και γενικά έχω σχέσεις με κάποιον
νταρντάνα η, ουσιαστικό
ψηλή, εύσωμη, ωραία γυναίκα, γυναικάρα
ντβάν(ι) του, ουσιαστικό
ντιβάνι, χαμηλό και στενό κρεβάτι
ντβάρ’ του, ουσιαστικό
- το ντουβάρι, ο τοίχος
- (μεταφορικά) ο ανεπίδεκτος μαθήσεως, ο βλάκας
ντε, μόριο ή επιφώνημα
- εμπρός
- επιφώνημα που χρησιμοποιείται για να παρακινηθεί ένα ζώο, άλογο, μουλάρι ή γάιδαρος να προχωρήσει
ντέλους ου ή ντέλου του, ουσιαστικό
πληθώρα, π.χ. έχου ένα ντέλου δλειες να κάνου
ντέρτ’ του, ουσιαστικό
καημός, στενοχώρια, βαλάντωμα
ντζέρτζιλου του, ουσιαστικό
διασκεδαστική φασαρία
(ν)τζιόρας ου, ουσιαστικό
ανόητος, μπουμπούνας, ξεροκέφαλος
ντζιρτζιλές ου, ουσιαστικό
φασαρία, αναστάτωση, αναταραχή
ντιλάλ(η)ς ου, ουσιαστικό
- ντελάλης, αυτό που διαλαλεί κάτι, π.χ. έβγα, μάνα μ’, και χούιαξι, βγάλι/ε ντιλάλη στα βουνά, σ’ ούλα τα βιλαέτια
- διαλαλώ κάτι, στη φράση βγάνου του ντιλάλ(η)
ντιλ(ι)κάτους, -τ(η), -ου, επίθετο
λεπτοκαμωμένος, αδύνατος, ευαίσθητος
ντινι/εκές ου, ουσιαστικό
ο τενεκές
ντιπ, και καταντίπ, επίρρημα
εντελώς, τελείως, π.χ. ντιπ βλάκας είσι;
ντιπόζιτου του, ουσιαστικό
μεγάλο δοχείο για αποθήκευση υγρών
ντιρβέν(ι) του, ουσιαστικό
στενή ορεινή διάβαση
ντιρβινιώτκους, -κ(η), -ου, επίθετο
που ανήκει ή αναφέρεται στο Ντιρβένι (Καλαμάκι)
ντιρβίσ(η)ς ου, ουσιαστικό
λεβέντης
ντιρέκ(ι) του, ουσιαστικό
άνθρωπος μεγαλόσωμος, ψηλός
ντιριώμι και ντιριέμι, ρήμα
ντρέπομαι, διστάζω, δειλιάζω
ντιρλικώνου, ρήμα
τρώω πάρα πολύ, μέχρι σκασμού, συνώνυμο: πιριδρουμιάζου
ντιρουκόβου, ρήμα
δέρνω αλύπητα
ντιρτιλής ου, ουσιαστικό
αυτός που έχει ντέρτι
ντλάπ’ του, ουσιαστικό
το ντουλάπι
ντλάπα η, ουσιαστικό
η ντουλάπα
ντμάν(ι) του, ουσιαστικό
σύννεφο καπνού
ντμανιάζου, ρήμα
(μεταβατικό) ντουμανιάζω, γίνομαι αιτία για να γεμίσει κάτι με καπνό, π.χ. μας ντμάνιασις
(αμετάβατο) για κλειστό χώρο που γεμίζει πυκνούς καπνούς, π.χ. ντμάνιασι του δουμάτιου
ντμασ(ι)ά η, ουσιαστικό
η ενδυμασία
ντόμπρους, -α, -ου, επίθετο
ευθύς, ειλικρινής
ντόρους ου, ουσιαστικό
θόρυβος, συζητήσεις, σχόλια για κάποιον ή κάτι
ντουβλέτ’ του, ουσιαστικό
κράτος
ντουγρού, επίρρημα
κατ’ ευθείαν, ίσια
ντουζέν(ι) του, ουσιαστικό
- το κούρντισμα έγχορδου μουσικού οργάνου
- (μεταφορικά) α. μεγάλο κέφι β. είμαι στο άνθος της ηλικίας μου, για να χαρώ τις υλικές και σαρκικές απολαύσεις της ζωής, στη φράση είμι στα ντουζένια μ’
ντουζίνα η, ουσιαστικό
η δωδεκάδα
ντουλμπέρ’ και ντιλμπέρ’ του, ουσιαστικό
- προσφώνηση φιλικού προσώπου
- όμορφη γυναίκα καρδιοκλέφτρα, (ρούσα, ξανθή και λυγερή) π.χ. για την καλή μας συντρουφιά, ντουλμπέρι ντουλμπιράκι, θα πω ένα τραγουδάκι
ντουνιάς ου, ουσιαστικό
- κόσμος, πλήθος, π.χ. κόσμους και ντουνιάς
- η οικουμένη, πχ. γύρσι ούλου του ντουνιά
ντουράκι του, ουσιαστικό
ξύλινο επίμηκες κάθισμα
ντουρής ου, ντουριά η, ουσιαστικό
άλογο με κοκκινωπό τρίχωμα
ντουρός ου, ουσιαστικό
τα ίχνη, οι πατημασιές ζώων
ντούρους, -α, -ου, επίθετο
δυνατός, σκληρός
ντούχνα η, ουσιαστικό
πυκνός καπνός
ντουχνιάζου, ρήμα
γεμίζω με καπνούς
ντράβαλα τα, ουσιαστικό
φασαρία, μπλέξιμο, μπελάδες
ντράλα η, ουσιαστικό
ζάλη
ντραλίζουμι, ρήμα
ζαλίζομαι
ντρίλ(ι) του, ουσιαστικό
είδος φτηνού βαμβακερού υφάσματος
ντρίτα, επίρρημα
ίσα μπροστά, κατευθείαν
ντρουβαδιάζου, ρήμα
βάζω πράγματα στον ντρουβά
ντρουβάς ου, ουσιαστικό
- ο τορβάς, υφαντό σακίδιο, στο οποίο έβαζαν την τροφή τους και το μετέφεραν κρεμασμένο στον ώμο
- (μεταφορικά) διακινδυνεύω σοβαρά, στη φράση βάνου του κιφάλι μ’ στου ντρουβά
νύφ’ και ν(υ)φαδιά η, ουσιαστικό
- η νύφη, γυναίκα ντυμένη με νυφικό για το μυστήριο του γάμου, πληθυντικός ν(υ)φάδις
- παντρεμένη γυναίκα σε σχέση με τους γονείς ή με τα αδέρφια του άντρα της
- κοπέλα σε ηλικία γάμου
ν(υ)φουδιαλέγουμι, ρήμα
είμαι σε αναζήτηση και επιλογή νύφης
ν(υ)χτέρ’ του, ουσιαστικό
δουλειά κατά τη διάρκεια της νύχτας
ν(υ)χτιρεύου, ρήμα
περνώ τη νύχτα κάνοντας κάποια δουλειά
νυχτόμιρα, επίρρημα
μέρα και νύχτα, νυχθημερόν
νυχτόμιρου του, ουσιαστικό
η διάρκεια μιας μέρας και μιας νύχτας
νυχτουδιαβαίνου, ρήμα
περνώ από κάπου τη νύχτα
νυχτουξιμιρώνω, ρήμα
περνώ ολόκληρη τη μέρα και τη νύχτα, ξημεροβραδιάζομαι
νυχτουπούλ(ι) του, ουσιαστικό
- πουλί που πετάει τη νύχτα
- άνθρωπος ξενύχτης, νυκτόβιος
νώμους ου, ουσιαστικό
ο ώμος, π.χ. έβαλα του σακί στου νώμου
Ετυμολογία
Προέρχεται από τη συνεκφορά της λέξης ώμος με το άρθρο της τον στην αιτιατική πτώση, τον ώμο > νώμο.
Ξ
ξαγκλίζου και ξιγκλίζου, ρήμα
ξεμπλέκω, ξεμπερδεύω τα μαλλιά με τη χτένα
ξαγλιστράου, ρήμα
- ξεφεύγω χωρίς να γίνομαι αντιλητός
- διαφεύγω με έντεχνο τρόπο από κάτι δυσάρεστο
ξαγναντίζου, ρήμα
ξεπροβάλλω, παρουσιάζομαι, γίνομαι φανερός, όταν έρχομαι από μακριά
ξαγνάντιου και ξάγναντου του, ουσιαστικό
ψηλό και περίοπτο μέρος απ’ όπου μπορεί κανείς να αγναντεύει
ξαγουρά η, ουσιαστικό
εξαγορά
ξαγουράζου, ρήμα
εξαγοράζω
ξαδειάζου, ρήμα
ευκαιρώ
ξάι του, ουσιαστικό
το αλεστικό δικαίωμα του μυλωνά, τα αλεστικά
ξαϊκουσμένους, -ν(η), -ου, επίθετο
ξακουστός, φημισμένος
ξαίνου και ξάου, ρήμα
- αραιώνω με τα δάχτυλα μαλλί, ώστε να γίνει κατάλληλο για κλώσιμο
- (μεταφορικά) λέγεται για πολλή δουλειά και χρονοβόρα, στη φράση έχου μαλλιά να ξάνου
ξακρίζου, ρήμα
- πηγαίνω ή οδηγώ κάποιον στην άκρη, συνώνυμο: ξιμουναχιάζου
- σκάβω το χωράφι στις άκρες του, εκεί που δεν πάει αλέτρι, ώστε να κερδίσω περισσότερο καλλιεργήσιμο χώρο
- εξοικονομώ, βάζω στην άκρη, αποταμιεύω, π.χ. ξάκρισα πέντι δικάρις
ξαλαργεύου, ρήμα
απομακρύνομαι
ξαλλάζου, ρήμα
φοράω καινούργια ρούχα
ξαμουλάου, ξαμουλιώμι και ξαμουλιέμι, ξαπουλάου, ξαπουλιώμι και ξαπουλιέμι, ρήμα
- αφήνω, αφήνω ελεύθερο
- φεύγω τρέχοντας, παίρνω στο κατόπι κάποιον τρέχοντας, τρέχω πίσω από κάποιον
ξαμώνου, ρήμα
- απλώνω το χέρι μου να αγγίξω ή να πιάσω κάτι
- χειρονομώ εναντίον κάποιου
- απλώνω τα χέρια μου με ανήθικες διαθέσεις
ξαναγιαίνου, ρήμα
γίνομαι πάλι υγιής, υποτακτική αορίστου να ξαναγιάνου, να γίνω πάλι υγιής
ξαναγκρίζου, ρήμα
υπενθυμίζω, επαναφέρω κάποιο ζήτημα
ξαναγυρίζου, ρήμα
αναποδογυρίζω
ξανακ(υ)λάου, ρήμα
αρρωσταίνω πάλι, υποτροπιάζω
ξανασαίνου, ρήμα
παίρνω μια ανάσα, ξεκουράζομαι, ανακουφίζομαι
ξανάστρουφ’ η, ουσιαστικό
το χαστούκι
ξανι/εμίζου, ρήμα
σπαταλώ
ξανουσταίνου, ρήμα
(για φαγητό) χάνω τη νοστιμιά μου
ξαπλώνου, ρήμα
αμετάβατο (ξαπλώνω εγώ), πέφτω στο κρεβάτι, συνήθως για να κοιμηθώ, πλαγιάζω
μεταβατικό (ξαπλώνω κάποιον) έριξα κάποιον κάτω, τον σκότωσα, στη φράση του (γκ)σάπλουσα
ξαπουσταίνου, ρήμα
ξεκουράζομαι
ξαραδιάζου, ρήμα
βγάζω από τη σειρά
ξαργού, επίρρημα
επίτηδες
Ετυμολογία
Σύνθετο από την πρόθεση εξ + έργον.
ξαρμάτουτους, ουσιαστικό
χωρίς άρματα, χωρίς όπλα, άοπλος
ξαρμέγου, ρήμα
ολοκληρώνω τη διαδικασία του αρμέγματος
ξάσ(ι)μου του, ουσιαστικό
η ενέργεια του ξαίνου
ξαστιριά η, ουσιαστικό
ο χωρίς σύννεφα νυχτερινός ουρανός, η νυχτερινή αιθρία, η αστροφεγγιά
ξαστιρώνου, ρήμα
- ξαστιρώνει, για τον ουρανό, όταν καθαρίζει από τα σύννεφα, την καταχνιά και την ομίχλη και γίνεται αίθριος
- (μεταφορικά) α. γίνομαι διαυγής καθαρός, φεύγει η θολούρα, π.χ. του νι/ερό ξαστέρουσι ή του μυαλό μ’ ξαστέρουσι β. φεύγει από το πρόσωπο κάποιου η κατήφεια, η θλίψη, η σκοτούρα και ό,τι άλλο μπορεί να το σκιάζει, γαληνεύει το πρόσωπό του, στη φράση ξαστέρουσι του πρόσουπου τ’
ξαστόιστους, -τ(η), -ου, επίθετο
ξεχασιάρης
ξαστουχάου, ρήμα
ξεχνώ, λησμονώ
ξέκουπα, επίρρημα
μίσθωση κτήματος “κατ’ αποκοπήν”
ξένα τα, ουσιαστικό
- τα πράγματα που δε μας ανήκουν
- η ξενιτιά
ξένος ου, ουσιαστικό
- που έρχεται από ξένο τόπο
- μουσαφίρης, φιλοξενούμενος
ξέρα η, ουσιαστικό
ξηρασία
ξέφιξι, ρήμα απρόσωπο
ήρθε το φως της μέρας, συνώνυμο: ξιχάραξι
ξέχιουνου του, ουσιαστικό
χώρος στον οποίο έχει λιώσει το χιόνι νωρίτερα από άλλα σημεία λόγω της θέσεώς του
ξέχουρα, επίρρημα
χωριστά
ξ(η)μιρουβραδιάζουμι, ρήμα
- περνώ ολόκληρη τη μέρα και τη νύχτα κάπου ή κάνοντας κάτι
- συνήθως σε σχήμα υπερβολής, για κάποιον που περνάει αδικαιολόγητα πολλές ώρες της ημέρας του κάπου, π.χ. ξ(η)μιρουβραδιάζιτι στου μαγαζί
ξ(η)μιρώνου, ξ(η)μερώνουμι, ρήμα
- μένω άγρυπνος όλη τη νύχτα ως τα ξημερώματα, το ξημέρωμα με βρίσκει ξύπνιο
- (ως όρκος ή ως κατάρα) να μη με βρει το πρωί ζωντανό, στις φράσεις να μη ξ(η)μιρουθού ή να μη ξ(η)μιρουθεί
- (απρόσωπο) ξ(η)μιρών(ει), εμφανίζεται το πρώτο φως της ημέρας
ξθάλ(ι) του, ουσιαστικό
μέσο αναζωπύρωσης, συδαύλισης της φωτιάς
Ετυμολογία
Σύνθετη λέξη με α΄ συνθετικό πιθανόν το αρχαίο ξέω (ξύνω) και β΄ συνθετικό το αιθάλη (καπνιά) < αίθω: ανάβω, φλέγομαι
ξ’θαρρεύου, ρήμα
παίρνω θάρρος
ξιβγαίνου, ρήμα
μεγαλώνω, αναπτύσσομαι
ξιβγάνου, ρήμα
- συνοδεύω, κατευοδώνω κάποιον
- ξεπλένω με καθαρό νερό τα σαπουνισμένα ρούχα
- παρασέρνω κάποιον στον κακό δρόμο, στην ανηθικότητα
ξιβέλασμα του, ουσιαστικό
ο ανήθικος, το απόβρασμα
ξιβλώνου, ρήμα
ανοίγω, αποφράζω
ξιβράκουτους ου, ξιβράκουτ’ η, ουσιαστικό
- που δεν έχει βρακί να φορέσει, ο πάμπτωχος
- ξεδιάντροπη, ανήθικη γυναίκα
ξιβρακώνω, ρήμα
(μεταφορικά) ντροπιάζω, ρεζιλεύω δημόσια κάποιον
ξιγαλαρίζου του, ουσιαστικό
διαχωρίζω τα στέρφα από τα γαλάρια
ξ(ι)γαλίζου, ξ(ι)γαλίζουμι, ρήμα
γδέρνομαι ελαφρά, αόριστος ξ(ι)γαλίσκα, συνώνυμα: ξιπιτσ(ι)άζουμι, ξιφλουδίζουμι, π.χ. έπισα κι ξιγαλίσκα στου χέρ’
ξιγιννάου, ρήμα
βοηθάω να γεννήσει
ξιγίνουμι, ρήμα
λέγεται για πράγματα που δεν αλλάζουν, π.χ. ό,τ’ γίνι/ετι δε ξιγίνι/ετι
ξίγκ(ι) του, ουσιαστικό
- το λίπος, το πάχος
- (μεταφορικά) λέγεται για άνθρωπο τσιγκούνη που καταφέρνει να βγάλει κέρδος από ασήμαντη πηγή, στη φράση βγάν(ει) απ’ τη μύγα ξίγκι
ξιγλιστράου, ρήμα
καταφέρνω να διαφύγω από κάποιον ή από κάτι που μου είναι δυσάρεστο και ενοχλητικό
ξιγουφιάζουμι, ρήμα
φεύγουν οι γοφοί μου από τη θέση τους από δυνατό χτύπημα ή από πολύ βάρος
ξιγραδώνω, ξιγραδώνουμι
απελευθερώνω κάτι από εκεί όπου ήταν στριμωγμένο, σφηνωμένο
ξιγυρνάου, ρήμα
ανακτώ την υγεία μου, συνώνυμο: γι/ερεύου
ξίδ’ του, ουσιαστικό
το ξίδι
Ετυμολογία
προέρχεται από οξίδιον, υποκοριστικό του αρχαίου όξος.
ξιδιαλι/εγμένους, -ν(η), -ου, επίθετο
που επιλέχθηκε προσεχτικά
ξιδουκ(ι)μάζει, ρήμα
τιμωρεί, στη φράση θα μας ξιδουκ(ι)μάσ(ει) ου Θι-ός
ξιέμι και ξιώμι, ρήμα
ξύνομαι
ξιζάρκουτους, -τ(η), -ου, επίθετο
γυμνός, γδυτός, συνώνυμο: ξιμπλέτσουτους
Ετυμολογία
Είναι ομόρριζο με το ζάρκος ο: γίδι που δεν έχει καθόλου τρίχωμα, που πιθανόν προέρχεται από το αρχαίο δορκάς (ζαρκάδι) > ζορκάς > ζάρκος.
ξιζαρκώνου, ξιζαρκώνουμι, ρήμα
ξεγυμνώνω, γδύνω
ξιζεύου, ρήμα
αφαιρώ τη ζεύξη από υποζύγιο
ξιζμίζου, ρήμα
- ξεζουμίζω, βγάζω το ζουμί, τον χυμό
- (μεταφορικά) εκμεταλλεύομαι κάποιον υπερβολικά, τον εξαντλώ σωματικά ή οικονομικά
ξιθιώνου (τετρασύλλαβο: ξι-θι-ώ-νου), ξιθιώνουμι, ρήμα
κουράζω υπερβολικά, καταπονώ
ξιθλίκουτους ου, ουσιαστικό
ξεκούμπωτος
ξιθλικώνου, ρήμα
ξεκουμπώνω, λύω τη θηλιά, τον κόμπο
Ετυμολογία
Προέρχεται από το ξεθηλικώνω < ξε + θηλικώνω < θηλεά < θήλεια < θήλυς.
ξιθμαίνου, ρήμα
- για υγρά ή στερεά τα οποία χάνουν τις πτητικές τους ουσίες
- για κάποια νοσηρή κατάσταση που αρχίζει να υποχωρεί
- (μεταφορικά) εκτονώνομαι από κάποιο πιεστικό συναίσθημα· δίνω διέξοδο στο θυμό, στην οργή ή στη λύπη μου
ξικαλουκιριάζου, ρήμα
περνάω κάπου το καλοκαίρι
ξικαμπίζου, ρήμα
έρχομαι από κάπου, εμφανίζομαι ξαφνικά
ξικαμώνουμι, ρήμα
καταστρέφομαι, εξοντώνομαι, χάνομαι
ξικάνου, ρήμα
- αφανίζω, εξοντώνω, σκοτώνω κάποιον, π.χ. άμα σι πιάσου θα σι ξικάνου
- πουλάω κάτι, π.χ. κατ’ χουραφάκια που ’χει, τα ξέκανι/ε
ξικαπίστρουτους, -τ(η), -ου, επίθετο
- (για ζώο) που δεν έχει καπίστρι
- (για άνθρωπο) αχαλίνωτος, χωρίς ηθικούς φραγμούς, ανήθικος
ξικαρδίζουμι, ρήμα
γελάω με την καρδιά μου, γελάω πάρα πολύ
ξίκ(ι)κους, -κ(η), -ου, επίθετο
λειψός στο βάρος, λιποβαρής, επίρρημα ξίκ(ι)κα, συνώνυμο: σκάρτους
ξικ(ι)νάου, ρήμα
ξεκινάω
ξικιφαλιάζω, ρήμα
χτυπώ κάποιον στο κεφάλι
ξικλαρίζου, ρήμα
- κόβω κλαριά με τα φύλλα τους
- (μεταφορικά) λειανίζω κάποιον, τον κάνω κομμάτια, τον σπάω στο ξύλο, τον χτυπώ βάναυσα, π.χ. θα σι ξικλαρίσου
ξικλιάζου, ξικλιάζουμι ρήμα
- ανοίγω με μαχαίρι την κοιλιά σφαχτού και βγάζω τα εντόσθια
- (μεταφορικά) τρώω πάρα πολύ, π.χ. ξικλιάσκα απ’ του φαΐ
ξικόβου, ρήμα
- (αμετάβατο) απομακρύνομαι από κάποιον
- σταματώ κάτι που μου έχει γίνει συνήθεια, πάθος
ξικουκαλίζου, ρήμα
- αφαιρώ τα κόκαλα από το κρέας, συνώνυμο: ξιψαχνίζου
- τρώω κρέας με πολλή όρεξη
- (μεταφορικά) σπαταλώ σιγά σιγά και για προσωπική ευχαρίστηση χρήματα ή περιουσία
ξικουκλώνου, ρήμα
ξεσκεπάζω, αποκαλύπτω
ξικουλιάζου, ρήμα
- λέγεται για καθετί που κακοποιείται και καταστρέφεται, π.χ. αντί να του φκειάξ(ει) του βαρέλ(ι), του ξικώλιασι
- ασελγώ, διαφείρω
ξικουλώνου, ξικουλώνουμι, ρήμα
- κουράζω κάποιον υπερβολικά, ξεθεώνω, συνώνυμο: ξιπατώνου
- είμαι πολύ τυχερός, κερδίζω συνέχεια, π.χ. ξικουλώθκι στου τριανταένα
ξικουμπίζου, ξικουμπίζουμι
διώχνω, απομακρύνω
ξικουντακιάζου, ρήμα
ωθώ τα πράγματα πέρα από τα επιτρεπτά όρια, το παρατραβώ, το παρακάνω, συνήθως στη φράση του ξικουντάκιασις
Ετυμολογία
Πιθανόν από το αρχαίο εξακοντίζω.
ξικουπή η, ουσιαστικό
πληρωμή για ορισμένο έργο, το ύψος της οποίας καθορίζεται εκ των προτέρων, κατ’ αποκοπή
ξικουτιάζου, ξικουτιάζουμι, ρήμα
χάνω τα λογικά μου, μωραίνομαι
ξικούτ’ς και ξικουτιάρς ου, οσιαστικό
κυρίως για γέρους, αυτός που έχει χάσει τα λογικά του, που έχει ξεκουτιάνει, που έχει ξεμωραθεί
ξικουτσ(ι)άζουμι, ρήμα
διαλύομαι από την κούραση, κουράζομαι πολύ
ξικρίνου, ρήμα
ξεχωρίζω, διακρίνω
ξικτάλ(ι) του, ουσιαστικό
άνθρωπος μεγάλης ηλικίας που δεν είναι εντελώς καλά στα λογικά του, συνώνυμο: ξικούτ’ς
ξιλαγάρου, ρήμα
καθαρίζω, ξεθολώνω, γίνομαι διαυγής
ξιλακώνου, ρήμα
σκάβω βαθιά, βγάζω τα χώματα γύρω από τις ρίζες φυτού ή δέντρου
ξιλαμπίζου, ρήμα
γίνομαι διαυγής
ξιλασκάρου, ρήμα
χαλαρώνω, παύω να δέχομαι πίεση, ανακουφίζομαι
ξιλέου, ρήμα
ανακαλώ, παίρνω πίσω όσα έχω πει, π.χ. λέει κι ξιλέει
ξιλ(ι)γώνου, ξιλ(ι)γώνουμι, ρήμα
- προκαλώ σε κάποιον λιγούρα, πείνα
- αφαιρώ την ισχύ, τη δύναμη από κάποιον ή από κάτι, το εξαντλώ, π.χ. (ν)τ’ ξιλίγουσις τ’ μπαταρία
- πεινάω πολύ, μετοχή ξιλιγουμένους, ο νηστικός, ο πεινασμένος, (μεταφορικά) ο πάμπτωχος, συνώνυμο: λιμασμένος
- ξεκαρδίζομαι στα γέλια, στη φράση ξιλ(ι)γώθκα στα γέλια
ξιλι/ευτεριά η, ουσιαστικό
ευχή σε έγκυο γυναίκα, καλή απελευθέρωση, καλή γέννα, στη φράση καλή ξιλι/ευτεριά
ξιλουβιάζου, ρήμα
καθαρίζω
ξιλουγαριάζουμι, ρήμα
ξεκαθαρίζω και τακτοποιώ τους λογαριασμούς που προκύπτουν από τις οικονομικές μου σχέσεις με κάποιον
ξιλουθριμός ου, ουσιαστικό
εξολόθρευση, καταστροφή
ξιλουιάζου, ξιλουιάζουμι ρήμα
ξεμυαλίζω, παίρνω τα μυαλά κάποιου ή κάποιας με ερωτικά θέλγητρα
ξιλουιάστρα η, ουσιαστικό
αυτή που ξελογιάζει τους άντρες
ξιμαγαρίζου, ρήμα
- καθαρίζω ακαθαρσίες
- απαλλάσσομαι από ενοχλητικές και επικίνδυνες καταστάσεις, απομακρύνοντας αυτόν που τις προκαλεί, π.χ. τουν έδιουξα κι ξιμαγάρσι ου τόπους
ξιμαθαίνου, ρήμα
ξεσυνηθίζω
ξιμακραίνου, ρήμα
απομακρύνομαι
ξιματιάζου, ξιματιάζουμι, ρήμα
- απαλλάσσω κάποιον από το μάτιασμα
- κοιτάζω πολύ επίμονα, αόριστος ξιματιάσκα
ξιμισ’μιριάζου, ρήμα
περνώ κάπου το μεσημέρι
ξιμνυαλίζου, ξιμνυαλίζουμι, ρήμα
με ερωτικά θέλγητρα κάνω κάποιον ή κάποια να χάσει τα λογικά του, συνώνυμο: ξιλουιάζου
ξιμουναχιάζου, ρήμα
παίρνω κάποιον κατά μέρος, ώστε να μη μας βλέπει άλλο μάτι
ξιμπαρδακλώνου, ρήμα
διαλύω, χαλάω, σπάω, καταστρέφω
ξιμπήγου και ξιμπήχνου, ρήμα
- βγάζω, αφαιρώ
- απομακρύνω, διώχνω
ξιμπιτίζου, ρήμα
αποτελειώνω
ξιμπλέτσουτους, -τ(η), -ο, επίθετο
γυμνός ή ημίγυμνος
ξιμπλι/ετσώνουμι, ρήμα
γδύνομαι, ξεγυμνώνομαι
ξιμπουρδαλιάζου, ρήμα
αποθρασύνομαι, ξεσαλώνω, ελευθεριάζω
ξιμπρουστιάζου, ρήμα
αποκαλύπτω, φανερώνω το κακό ποιόν κάποιου
ξιμτάου και ξιμτίζου ρήμα
βγαίνω, φανερώνομαι, ξεπροβάλλω
ξινηστκουμένους, -ν(η), -ου, επίθετο
- πολύ πεινασμένος
- πολύ φτωχός
ξινηστκώνουμι, ρήμα
πεινάω πάρα πολύ
ξινιτεύου, ξινιτεύουμι
στέλνω, διώχνω, φεύγω στα ξένα
ξινιτιά η, ουσιαστικό
ξένη χώρα, συνώνυμο: τα ξένα
ξινοιάζου, ρήμα
παύω να νοιάζομαι για κάτι, απαλλάσσομαι από έγνοιες, φροντίδες ή στενοχώριες
ξιπαϊάζου, ρήμα
κρυώνω πολύ, παγώνω
ξιπακιάζω, ξιπακιάζουμι ρήμα
κουράζω κάποιον πάρα πολύ, κάνω να φύγουν από τη θέση τους τα πάκια, εξαιτίας υπερβολικού βάρους ή κούρασης, αόριστος ξιπακιάσκα
ξιπαραδιάζουμι, ρήμα
ξοδεύω όλα τα λεφτά μου
ξιπαστρεύου, ρήμα
- καθαρίζω
- αφανίζω, σκοτώνω, π.χ. τουν ξιπάστριψι μπαμπέσ(ι)κα, συνώνυμο: του (γ)καθάρσι
- τελειώνω με κάτι
ξιπατκώνου, ρήμα
αντιγράφω
ξιπατώνου, ξιπατώνουμι, ρήμα
- εξαφανίζω, εξοντώνω, εξολοθρεύω
- κουράζομαι πάρα πολύ, π.χ. ξιπατώθκα στη δλεια
ξιπιζεύου, ρήμα
κατεβαίνω από το άλογο
ξιπιρνάου, ρήμα
γίνομαι καλύτερος, ανώτερος
ξιπιτάου, ξιπιτάουμι και ξιπιτιέμι, ρήμα
1. τελειώνω, ολοκληρώνω κάτι, συνήθως κάποιο έργο, γρήγορα
2. ξιπιτάουμι, αόριστος ξιπιτάχκα, αναπτύσσομαι, μεγαλώνω
ξιπιταρούδ’ του, ουσιαστικό
το πουλάκι που είναι έτοιμο να κάνει τα πρώτα του πετάγματα
ξιπίτηδις, επίρρημα
επίτηδες, σκόπιμα
ξιπιτούτου, επίρρημα
επίτηδες, σκόπιμα
ξιπιτσιάζου, ξιπιτσιάζουμι, ρήμα
αφαιρώ την πέτσα
ξιπουδαριάζου, ξιπουδαριάζουμι, ρήμα
κουράζω κάποιον υπερβολικά στην πεζοπορία
ξιπουπλιάζου, ρήμα
- αφαιρώ τα πούπουλα, τα φτερά πτηνού, συνώνυμο: μαδάου
- (μεταφορικά) υποβάλλω κάποιον σε μεγάλα έξοδα
ξιπουρτίζου, ρήμα
- βγαίνω από το σπίτι μου, κρυφά, για βόλτα ή για διασκέδαση
- (μεταφορικά) ζω ελεύθερα, ζω ανήθικα
ξιπρουβέλνου, ρήμα
ξεπροβάλλω, εμφανίζομαι
ξιπρουβουδάου, ρήμα
κατευοδώνω, συνοδεύω με ευχές κάποιον που φεύγει, ξεπροβοδίζω
ξιραγκιανός και ξιραϊανός, -ή, -ό, επίθετο
ξερακιανός, πολύ λεπτός, λιπόσαρκος
ξιραΐλα η, ουσιαστικό
- ξερός τόπος
- ξηρασία, συνώνυμο: ξέρα
ξιραίνου, ξιραίνουμι, ρήμα
- κάνω κάτι ξερό
- δεν αισθάνομαι, δε νιώθω κάποιο μέλο του σώματός μου, π.χ. του χέρι μ’ ξιράθκι
- (μεταφορικά) πέφτω αναίσθητος, στις φράσεις ξιράθκα ή ξιράθκα στα γέλια
ξιραμένου του, ουσιαστικό
το φίδι
ξιρή η, ουσιαστικό
παιχνίδι της τράπουλας
ξιριάς ου, ουσιατικό
κοίτη χειμάρρου, στην οποία δε ρέει νερό παρά μόνο όταν ο χείμαρρος πλημμυρίζει από ραγδαία σφοδρή βροχόπτωση
ξιρκό του, ουσιαστικό
ξερικό, χωράφι που δεν ποτίζεται
ξιρνάου, ρήμα
- κάνω εμετό
- (μεταφορικά) φανερώνω, αποκαλύπτω μυστικό, π.χ. μόλις τουν φουβέρσα, τα ξέρασι ούλα
ξιρόλακκους ου, ουσιαστικό
λάκκος χωρίς νερό
ξιρός, -ή, -ό, επίθετο
- ξερός, αντώνυμο: χλουρός
- στεγνός, που του λείπει η υγρασία
- σκέτος, που δε συνοδεύεται με κάτι άλλο, π.χ. μη (ν)τρως του βούτ(υ)ρου ξιρό, θα σι βλάψ(ει)
- σκέτο ψωμί χωρίς να συνοδεύεται με τίποτα άλλο, για δήλωση μεγάλης φτώχειας, στη φράση κι ξιρό ψουμί
- ξιρό το και συνήθως ξιρά τα, χέρι, κεφάλι ή πόδι, π.χ. πάρ’ του ξιρό σ’, φταίει του ξιρό τ’ (η ισχυρογνωμοσύνη, η ανοησία του) ή κάτ’ τα ξιρά σ’
- (μεταφορικά) α. μένω κατάπληκτος, στη φράση έμεινα ξιρός β. πέθανε ξαφνικά, στη φράση έπισι ξιρός
Ετυμολογία
Προέρχεται από το αρχαίο ξηρός > ξερός > ξιρός.
ξιρουβόρ’ του, ουσιαστικό
κρύος βοριάς
ξιρουιάζουμι, ρήμα
τελειώνει η περίοδος ρόγας
ξιρουκαμπιά η, ουσιαστικό
ξερός κάμπος
ξιρουκόμματου του, ουσιαστικό
- ξερό κομμάτι ψωμί που δεν τρώγεται
- (μεταφορικά) για να δηλωθεί ένα πολύ μικρό, ένα ελάχιστο χρηματικό ποσό, π.χ. δλεύ(ει) για ένα ξιρουκόμματου
ξιρουπάιδα η, ουσιαστικό
η αδύνατη σε τέτοιο βαθμό, ώστε να διαγράφονται τα παΐδια της
ξιρουσταλιάζου, ρήμα
περιμένω όρθιος πολλή ώρα, συνήθως ανώφελα
ξιρουσφύρ’, επίρρημα
για κατανάλωση οινοπνευματώδους ποτού που δε συνοδεύεται από φαγητό ή μεζέ
ξιρουφάι του και ξιρουφαϊά η, ουσιαστικό
φαγητό χωρίς προσφάι, φτωχικό φαγητό
ξιρουχρουνιά η, ουσιαστικό
χρονιά κατά τη διάρκεια της οποίας έπεσαν λίγες βροχές
ξισαλώνου, ρήμα
ξεφαντώνω, γλεντώ
ξισαμάρουτους, -τ(η), -ου, επίθετο
το ζώο που δεν του έχουν ακόμα βάλει σαμάρι
ξισαμαρώνου, ρήμα
βγάζω το σαμάρι από το ζώο
ξισαρίζει, ρήμα
λέγεται για επικλινές έδαφος (σάρα) που αποσαθρώνεται, που από πέτρωμα γίνεται χαλίκια και χώμα
ξισβιλάου, ξισβιλιάζου, ξισβιλιώμι και ξισβιλιέμι και ξισβιλίζουμι, ρήμα
διαλύω, καταστρέφω
ξισβιρκώνου και ξισβιρκιάζου, ξισβιρκιάζουμι, ρήμα
- χτυπώ πολύ δυνατά στο σβέρκο
- κρατάω το λαιμό μου σε αφύσικη θέση επί πολλή ώρα και πιάνομαι, πονώ
ξισέρνου, ρήμα
- (μεταβατικό) μετακινώ κάτι σέρνοντάς το
- (αμετάβατο) αλλάζω σιγά σιγά θέση με σύρσιμο
ξισκαλίζω, ρήμα
ψάχνω επίμονα, αναμοχλεύω
ξισκαλώνου, ρήμα
- απελευθερώνω κάτι που είναι σκαλωμένο ή μπλεγμένο, ξεμπλέκω
- γλυτώνω από κάτι στο οποίο είμαι μπλεγμένος, απαλλάσσομαι από δύσκολη ή δυσάρεστη υπόθεση
ξισκάου, ρήμα
διώχνω τις έγνοιες και τις σκοτούρες, διασκεδάζω
ξισκαρτάρου, ρήμα
- ξεχωρίζω από ένα σύνολο πραγμάτων τα άχρηστα
- στο χαρτοπαίγνιο, αφήνω, πετώ τα μικρής αξίας ή τα φύλλα που μου είναι άχρηστα στο συγκεκριμένο παιχνίδι
ξισκατίζου, ρήμα
καθαρίζω κάποιον από τις ακαθαρσίες του
ξίσκιπους, -π(η), -ου, επίθετο
ξεσκέπαστος
ξισκλάου και ξισκλίζου, ρήμα
ξεσκίζω, κουρελιάζω
ξισκλισμένους, -ν(η), -ο, επίθετο
σκισμένος
ξισκουλίζου, ρήμα
τελειώνω το σχολείο, αποφοιτώ
ξισκούφουτους ου, ουσιαστικό
αυτός που δε φοράει σκούφια, που έχει ακάλυπτο το κεφάλι του
ξισκώνου, ξισκώνουμι, ρήμα
- αντιγράφω
- υποκινώ κάποιον
ξισ’λλόι(α)στους, -τ(η), -ου, επίθετο
που δεν τον απασχολούν σκέψεις, έγνοιες και σκοτούρες
ξισνι/ερίζουμι, ρήμα
ανταγωνίζομαι κάποιον, που θεωρώ ότι με προκαλεί, παραβγαίνω μαζί του
ξισόι του, ουσιαστικό
(ως βρισιά) αντί για το σόι, τη γενιά, στη φράση γαμού του ξισόι σ’
ξισουιάζου, ρήμα
απομακρύνομαι, αποξενώνομαι από το σόι μου, αλλάζω χαρακτήρα, αόριστος ξισόισα
ξισπράου και ξισπρίζου, ρήμα
ξεσπυρίζω, βγάζω τους σπόρους
ξισταύρ’ του, ουσιαστικό
(ως βλαστήμια) βάσανο, μαρτύριο, αντί για τον Σταυρό, στη φράση γαμού του ξισταύρι μ’
ξισταχιάζου, ρήμα
για φυτά που έβγαλαν τα στάχυα τους
ξιστουράου, ρήμα
εξιστορώ, διηγούμαι, συνώνυμο: μουλουγάου
ξιστραβώνου, ρήμα
ανοίγω τα μάτια κάποιου, τον διαφωτίζω
ξιστρατίζου, ρήμα
- βγαίνω από το δρόμο μου, αλλάζω πορεία
- ξεφεύγω από τον προορισμό μου
- ξεφεύγω από το δρόμο της ηθικής
ξιστρίβου, ξιστρίβουμι, ρήμα
- ξεφεύγω χωρίς να γίνομαι αντιληπτός
- εξαντλούμαι, διαλύομαι, αόριστος ξιστρίφκα, π.χ. ξιστρίφκα στα γιέλια, συνώνυμο: λύθκα
ξισυγκιριάζου, ρήμα
αποσυνδέω, διαλύω
ξισυρτά, επίρρημα
- η μετακίνηση με σύρσιμο
- σιγά σιγά, κατά στάδια
ξιτάζου, ρήμα
- εξετάζω, ερευνώ
- θεωρώ κάτι κακό από πρόληψη
ξιτζανιάζουμι, ρήμα
με πονάει ο λαιμός από τις δυνατές φωνές που έβαλα
ξιτλάου, ξιτλιέμι, ρήμα
ξετυλίγω
ξιτμάου, ρήμα
εκτιμώ, υπολογίζω
ξιτουμαριάζου, ξιτουμαριάζουμι, ρήμα
- γδέρνω
- αόριστος ξιτουμαριάσκα, κουράστηκα πάρα πολύ, ταλαιπωρήθηκα, βασανίστηκα
- (μεταφορικά) ως απειλή, κακοποιώ, βασανίζω, στη φράση θα σι ξιτουμαριάσου, συνώνυμο: θα σι γδάρου
ξιτουπίζου, ρήμα
- (μεταβατικό) απομακρύνω, διώχνω από τόπο
- (αμετάβατο) φεύγω από τον τόπο μου
ξιτρυπώνου, ρήμα
- (μεταβατικό) βρίσκω κάτι κρυμμένο ή ξεχασμένο
- (αμετάβατο) ξεπροβάλλω, εμφανίζομαι
ξιτσαουλιάζου, ξιτσαουλιάζουμι, ρήμα
μου φεύγει το σαγόνι από χτύπημα, από χασμουρητό ή από διαρκείς και έντονες φωνές
ξιτσουνιάζου, ρήμα
παίρνω θάρρος
ξιφανι/ερώνου, ξιφανι/ρώνουμι, ρήμα
αποκαλύπτω, εμφανίζομαι
ξιφλλάου, ρήμα
ξεφυλλίζω
ξιφλουδάου, ρήμα
- βγάζω, αφαιρώ τη φλούδα ή το φλούδι
- (αμετάβατο) ξεφλουδίζεται η επιδερμίδα μου από την πολλή έκθεση στον καυτό ήλιο
ξιφουρνίζου, ρήμα
- βγάζω από το φούρνο
- (μεταφορικά) λέω κάτι ξαφνικά
ξιφουρτώνου, ξιφουρτώνουμι, ρήμα
- αφαιρώ το φορτίο από ζώο
- απαλλάσσομαι από κάποιον ή από κάτι που μου είναι βάρος
ξιφτέρ’ του, ουσιαστικό
- είδος γερακιού
- άνθρωπος έξυπνος, ικανός και γρήγορος σε κάτι
- στον πληθυντικό ξιφτέρια, τα εξαπτέρυγα
ξιφτίλα η, ουσιαστικό
προσβολή, ταπείνωση, εξευτελισμός
ξιφτίλας ου, ουσιαστικό
που έχει χάσει την αξιοπρέπειά του, τιποτένιος
ξιφτιλίζου, ρήμα
προσβάλλω την υπόληψη, βρίζω, ταπεινώνω, μιλώ πολύ απαξιωτικά για κάποιον
ξιχάνου, ρήμα
ξεχνώ
ξιχαράζου, ρήμα
λέγεται για την κότα, όταν αρχίζει να γεννάει αβγά
ξιχάραξι, ρήμα απρόσωπο
ήρθε το φως της μέρας
ξιχαρβαλώνου, ρήμα
διαλύω
ξιχαρμανιάζου, ρήμα
ικανοποιώ επιθυμία για κάτι που έχω στερηθεί
ξιχάρτσουτος, -τ(η), -ου, επίθετο
ξεχρέωτος
ξιχέζου, ρήμα
βρίζω κάποιον με πολλές και βαριές βρισιές
ξιχ(ει)λώνου και ξαχ(ει)λώνου ρήμα
χάνω τη φόρμα μου, χαλαρώνω
ξ(ι)χ(ει)μαδιό του, ουσιαστικό
τόπος όπου οι βασκοί με τα κοπάδια τους περνούσαν το χειμώνα
ξ(ι)χ(ει)μάζου, ρήμα
περνάω κάπου τον χειμώνα, πηγαίνω στα χειμαδιά
ξ(ι)χ(ει)μουνιάζου, ρήμα
περνάω κάπου τον χειμώνα
ξιχουρίζω, ρήμα
- (μεταβατικό) α. βάζω χωριστά β. δείχνω προτίμηση σε κάποιον ή σε κάτι, π.χ, δε (γκ)ξιχουρίζου κανένα απ’ τα πιδιά μ’ γ. διακρίνω, καταλαβαίνω τη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα σε δύο πρόσωπα ή πράγματα
- (αμετάβατο) α. διαφέρω από τους άλλους β. είμαι καλύτερος από τους άλλους, διακρίνομαι
ξιχουρσμός ου, ουσιαστικό
διαχωρισμός
ξιχρέουτους, -τ(η), -ου, επίθετο
που δεν έχει χρέη
ξιχριώνου, ρήμα
πληρώνω οφειλή, συνώνυμο: ξουφλάου
ξιψαχνίζου, ρήμα
- αφαιρώ το ψαχνό κρέας από το κόκκαλο
- (μεταφορικά) α. εξετάζω εξονυχιστικά, β. προσπαθώ να καταλάβω τις προθέσεις κάποιου
ξίψουμα, επίρρημα
χωρίς ψωμί, χωρίς την υποχρέωση, βάσει συμφωνίας, να ταΐζεται κάποιος από τον εργοδότη του
ξιψχάου, ρήμα
- ξεψυχάω, πεθαίνω
- αγαπώ υπερβολικά κάποιον, έχω μεγάλη αδυναμία για κάποιον, π.χ. ξιψχάει για τ’ αγγόνια τ’
ξiώμι και ξιέμι, ρήμα
ξύνομαι
ξλένιους, -ια, -ιου, επίθετο
ξύλινος
ξλια η, ουσιαστικό
χτύπημα με ξύλο, με ραβδί
ξλιάζου, ρήμα
γίνομαι άκαμπτος σαν ξύλο από το κρύο, κρυώνω πάρα πολύ, ξεπαγιάζω, αόριστος ξύλιασα
ξλόκαρφου του, ουσιαστικό
ξυλόκαρφο
ξλουκιέρατου του, ουσιαστικό
χαρούπι
ξλόχτινου του, ουσιαστικό
εξάρτημα του αργαλειού μέσα στο οποίο μπαίνει το χτένι
ξλώνου, ξλώνουμι, ρήμα
- ξηλώνω
- (μεταφορικά) πληρώνω, π.χ. ξλώσ’
ξνίζου, ρήμα
- ξινίζω, γίνομαι ξινός, π.χ. του κρασί ξίν(ι)σε
- εκφράζω δυσαρέσκεια ή θυμό συνήθως με μορφασμό, στη φράση ξνίζου τα μούτρα
ξνόγαλου του, ουσιαστικό
ξινόγαλο
ξνος, -η, -ο, επίθετο
- ξινός
- (μεταφορικά) για κάτι που είχε δυσάρεστη έκβαση, στη φράση μας βγήκι ξνο
ξνούτσκους, -ια και -η, -ου, επίθετο
ελαφρά, λίγο ξινός
ξόγκουμα του, ουσιαστικό
το εξόγκωμα, προεξοχή που εμφανίζεται στο δέρμα
ξόμπλι του, ουσιαστικό
το στολίδι
ξόρκ(ι) του, ουσιαστικό
λόγια μαγείας με τα οποία διώχνονται τα κακά πνεύματα
ξου, επιφώνημα
λέγεται για απομάκρυνση ή εκδίωξη πτηνού ή ανεπιθύμητου προσώπου
ξουγκουμένους, -ν(η), -ου, επίθετο
- διογκωμένος
- που παρουσιάζεται ως πιο σημαντικός ή σοβαρός από ό,τι είναι στην πραγματικότητα
ξουδιάζου, ρήμα
ξοδεύω
ξουμπλιάζου, ρήμα
στολίζω
ξουπίσου, επίρρημα
πιο πίσω, από πίσω
ξούρας ου, ουσιαστικό
γεροξεκούτης
ξουράφ’ του, ουσιαστικό
- ξυριστική λεπίδα
- που κόβει το μυαλό του, πολύ έξυπνος
ξουρίζου, ξουρίζουμι, ρήμα
- ξυρίζω
- (μεταφορικά) α. αποσπώ χρήματα βάζοντας υπερβολικές τιμές β. ξουρίζ(ει) για υπερβολικό κρύο ή για παγωμένο αέρα
ξουρκίζου, ρήμα
διώχνω τα κακά πνεύματα με ξόρκια ή με άλλα μαγικά μέσα
ξουτκό του, ουσιαστικό
δαιμόνιο
ξουφλάου, ρήμα
- πληρώνω ό,τι χρωστώ, συνώνυμο: ξιχριώνου
- αόριστος ξόφλησις, δεν έχεις πια αξία, δεν μετράς, δεν είσαι πια σημαντικός, υπολογίσιμος
- μετοχή ξουφλημένους, αποτυχημένος, κατεστραμμένος
ξπόλ(υ)τους, -τ(η), -ου, επίθετο
- αυτός που δε φοράει παπούτσια
- (μεταφορικά) α. πάμφτωχος β. εντελώς απροετοίμαστος για κάτι δύσκολο, στη φράση πάου ξπόλ(υ)τους στ’ αγκάθια
ξπουδένουμι, ρήμα
βγάζω τα παπούτσια
ξπουλυέμι, ξπουλυώμι και ξπουλύνουμι, ρήμα
βγάζω τα παπούτσια μου
ξπουλ(υ)σ(ι)ά η, ουσιαστικό
- χωρίς παπούτσια
- (μεταφορικά) μεγάλη φτώχεια
ξ’στρί του, ουσιαστικό
- το ξυστρί με το οποίο καθαρίζουν και χτενίζουν το τρίχωμα του αλόγου
- πάρε δρόμο, φύγε, στη φράση ξ’στρι απού ’δω
ξύλου του, ουσιαστικό
- ξύλο
- στον πληθυντικό ξύλα τα καυσόξυλα, π.χ. έκουψα ξύλα
- ξυλοδαρμός, στις φράσεις δίνου, ρίχνου, τρώου ξύλου
ξώπουρτα η, ουσιαστικό
εξώπορτα, συνώνυμο: αμπάρα
ξώπτσα, επίρρημα
ξώπετσα, επιδερμικά
ξώφαλτσα, επίρρημα
ίσα που με ακούμπησε, που με άγγιξε
Ο
όβουλα τα, ουσιαστικό
χρήματα
όθι, επίρρημα
όπου
όμπγιου του, ουσιαστικό
το πύον
όνουμα του, ουσιαστικό
- το όνομα, μικρό και επώνυμο, π.χ. Γιώργους, Γιάνν(ης), Κώστας, Παναϊώτ’ς, Πάνους (Παναγιώτης), Λιάκους και Λιας (Ηλίας), Μήτσους και Μήτρους (ο Δημήτριος), Νάσους και Νάιους (Αθανάσιος), Ν(ι)κάκ(η)ς, (υποκοριστικό του Νίκος), Τέλιας (Αριστοτέλης), Γιαννούλα, Λέν(η) (Ελένη) Λενίτσα (υποκοριστικό του Ελένη), Μαρία, Μαριγούλα, Ρήνου, Ρήν(η) (Ειρήνη) Ρηνούλα (υποκοριστικό του Ειρήνη), Τούλα (Δήμητρα) Κατίνα (Αικατερίνη), Βαγγελιώ (Ευαγγελία), Παναϊού (Παναγιώτα)
- (σύνθετο, με δισύλλαβο το πρώτο συνθετικό) α. επώνυμο και όνομα μαζί, σε συνεκφορά, π.χ. Κουτρουσπύρους β. επώνυμο που προέρχεται από σύνθεση, με πρώτο συνθετικό χαρακτηριστικό γνώρισμα αυτού που το φέρει και δεύτερο το μικρό του όνομα, π.χ. Κουντουπάνους, Χουντρουνάσιους, Καραϊάνν(η)ς, Παπαπέτρους, Κουτσουγιώργους γ. αναφορά σε γυναίκα με το επώνυμο και το όνομα του άντρα της (ανδρωνυμικό), π.χ. Κουτρουσπύρι/ενα
- αναφορά σε γυναίκα με το μικρό όνομα του άντρα της (ανδρωνυμικό), π.χ. Σπύρινα, Γιώργινα, Μήτρινα, Γιάννι/ενα
όντα, επίρρημα
ίσα σε ηλικία, π.χ. ου Νίκους είνι/ε όντα με του Γιώργου
όντα(ς), σύνδεσμος χρονικός
όταν
όξου, επίρρημα
- έξω
- λέγεται και για το διώξιμο σκυλιών
όπουτι, σύνδεσμος
όποτε, όταν, π.χ. όπουτι μπουρέσεις
όργουμα το, ουσιαστικό
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του οργώνω
- το οργωμένο χωράφι
όρνιου του, ουσιαστικό
- μεγάλο αρπακτικό πουλί, ο γύπας
- (μεταφορικά) βλάκας ή απρόσεκτος άνθρωπος
ότνους, αντωνυμία
όποιου
Ουβραίους ου, ουσιαστικό
Εβραίος
ούηδι, σύνδεσμος
ούτε
ούθι, επίρρημα
όπου
ούι, επιφώνημα
εκφράζει απορία, έκπληξη, θαυμασμό ή φόβο
ουιδέ, σύνδεσμος
ούτε, μήτε
ουϊδίζου, ρήμα
μοιάζω, είμαι ίδιος με κάποιον
Ετυμολογία
οίον τι………..
ουκά η, ουσιαστικό
οκά, μονάδα μέτρησης βάρους
ουκνός, -ή, -ό, επίθετο
- αργός, βραδυκίνητος
- οκνηρός, τεμπέλης
ουλόβουλους, -λ(η), -ου, επίθετο
ολόκληρος
ουλόρθους, -θ(η), -ου, επίθετο
σε εντελώς όρθια στάση, ίσιος, ευθυτενής
ουλότιλα, επίρρημα
ολωσδιόλου, εντελώς
ούλου, επίρρημα
ολοένα, π.χ. ούλου τα ίδια λέει
ουλουένα, επίρρημα
συνεχώς, πάντοτε, όλο και
ουλούθι, επίρρημα
σε όλα τα μέρη, παντού
ούλους, -λ(η), -ου, επίθετο
όλος, πληθυντικός ούλοι και ούλνοι, αιτιατική ουλνούς
ουλουτρόυρα, επίρρημα
ολόγυρα
ουμουλουιά η, ουσιαστικό
ομολογία
ουμουρφάδα και εμουρφάδα η, ουσιαστικό
η ομορφιά
ουμώνου, ρήμα
ορκίζομαι
Ετυμολογία
Από το θέμα ομ- (μέλλοντας ομόσω, αόριστος ώμοσα) του αρχαίου όμνυμι και ομνύω, ορκίζομαι.
ουξαπουδώ ου, ουσιαστικό
σατανάς, διάβολος
ουργή η, ουσιαστικό
ανάθεμα, κατάρα, θεόσταλτη τιμωρία
ουργιά η, ουσιαστικό
η οργυιά, μονάδα μέτρησης μήκους, ίση περίπου με το μήκος έκτασης των χεριών
ουργισμένου του, ουσιαστικό
καταραμένο από τον Θεό
ουργώνω, ρήμα
- οργώνω
- διατρέχω ένα χώρο, μια περιοχή σε διάφορες κατευθύνσεις
ουρέ, ουρή, επιφώνημα
ωρέ, δηλώνει απορία, έκπληξη ή θαυμασμό και συνοδεύει κλητική προσφώνηση, π.χ. τι λες, ουρέ Κώστα!
ουρίζου, ρήμα
ορίζω, εξουσιάζω
ουρλιέμι, ρήμα
ουρλιάζω
ουρμηνεύου, ρήμα
συμβουλεύω
ουρμήνια, ουσιαστικό
συμβουλή, νουθεσία, συνώνυμο: διάτα
ουστ, επιφώνημα
φύγε, ξεκουμπίσου, π.χ. ουστ απού ’δω
ουχιά η, ουσιαστικό
- οχιά
- (μεταφορικά) η κακόγλωσση γυναίκα, που τα λόγια της στάζουν φαρμάκι
ουχτρεύουμι, ρήμα
εχθρεύομαι, αισθάνομαι έχθρα για κάποιον
ουχτρός ου, ουσιαστικό
ο εχθρός
ουψμίζου, ρήμα
εμφανίζομαι, γίνομαι όψιμα
όχτους ου, ουσιαστικό
- απότομο, κάθετο μέρος σε ανισόπεδο έδαφος, πληθυντικός όχτια
- πρανές, επικλινές έδαφος
Π
παγάδα η, ουσιαστικό
άπνοια, νηνεμία, ησυχία
παγάνα η, ουσιαστικό
οργανωμένη ομαδική ανίχνευση, αναζήτηση και καταδίωξη άγριων ζώων
παγανιά η, ουσιαστικό
αναζήτηση και καταδίωξη θηράματος ή ανθρώπου
παγκάρ’ του, ουσιαστικό
πάγκος για τη διάθεση κεριών, που βρίσκεται στην είσοδο των χριστιανικών ναών
παγούρ’ του, ουσιαστικό
μικρό φορητό δοχείο νερού
πάγους ου, ουσιαστικό
- πάγος, πληθυντικός οι πάγ(οι) και τα πάγια
- παγετός, π.χ. ου πάγους έκαψι τς ιλιές
- (μεταφορικά) η μετάβαση από την τυπικότητα, την ψυχρότητα ή τη δυσπιστία σε μια σχέση σε ένα κλίμα οικειότητας, φιλίας, στη φράση λειών(ει) ή σπάει ου πάγους
παζάρ’ του, ουσιαστικό
- υπαίθριος χώρος όπου κατά τακτά χρονικά διαστήματα συγκεντρώνονται έμποροι και παραγωγοί για να πουλήσουν τα προϊόντα τους
- στον πληθυντικό παζάρια, παζάρεμα, συζήτηση, διαπραγμάτευση της τιμής και των όρων για την αγορά ή πώληση ενός αγαθού
παζαρεύου, ρήμα
κάνω παζάρια, διαπραγματεύομαι την αγορά ή την πώληση πράγματος επιδιώκοντας να πετύχω καλύτερη τιμή ή ευνοϊκότερους όρους
παζαριώτ’ς ου, ουσιαστικό
άνθρωπος που πάει στο παζάρι ή έρχεται από αυτό
πάθια τα, ουσιαστικά
αρρώστιες, βάσανα, ταλαιπωρίες που παθαίνει κάποιος
παθός ου, ουσιαστικό
- παθών, αυτός που έπαθε κάτι κακό
- όποιος έπαθε κάτι κακό απέκτησε αρκετή πείρα, ώστε να μην επαναλάβει το ίδιο σφάλμα, στη φράση παθός μαθός
πα(ϊ)αίνου, -ν(ει)ς, -ν(ει) κ.λπ. και πάου -ας, -άει κ.λπ., ρήμα
- πηγαίνω, π.χ. πού πα(ϊ)αίν(ει)ς; ή πού πας;
- μετοχή, παϊμένους, -ν(η), -ου, που έχει πάει κάπου
- (οριστική αντί προστακτικής) πήγαινε ή να πας, για να δηλωθεί α. προτροπή, πχ. δε (μ)πας να κ(οι)μηθείς! β. αδιαφορία, π.χ. δε (μ)πα’ να λέει ό,τ’ θέλ(ει) γ. αποστροφή, αποδοκιμασία, π.χ. δε (μ)πα’ να πνιγεί! ή δε (μ)πα’ να κουμπουριαστεί δ. βρισιά, π.χ. ρε, δε (μ)πας στου διάουλου!
- (για έκφραση προτροπής ή προσταγής) πάμι, παμίτι
- (ειρωνικά) για να δηλωθεί αποχώρηση, φυγή, στη φράση απού ’δω πάν’ οι άλλ(οι)!
- για να δηλωθεί κακή εξέλιξη, στη φράση πάει κατά διαόλ’!
- για κάτι που δεν μπορεί να συνεχιστεί, δεν είναι ανεκτό, στη φράση δε (μ)πάει άλλου!
- για κάτι που γίνεται χωρίς σχεδιασμό, προγραμματισμό, που αφήνεται στην τύχη του και ως χαρακτηρισμός για άνθρωπο που ενεργεί μ΄ αυτόν τον τρόπο, στη φράση όσα παν κι όσα έρθουν
παΐδ’ του, ουσιαστικό
- τα πλευρά του σκελετού ανθρώπου ή θηλαστικού ζώου
- ως απειλή, θα σε δείρω πολύ, στη φράση θα σ’ σπάσου τα παΐδια ή θα σ’ μιτρήσου τα παΐδια ένα ένα
παΐδις οι, ουσιαστικό
οι πλαϊνές σανίδες του σαμαριού
παίνια η, ουσιαστικό
έπαινος, καυχησιά, επίδειξη
παίρνου και παίρου, ρήμα
- πιάνω κάτι με το χέρι, παίρνου του μαχαίρ’
- λαμβάνω, π.χ. πήρα του γράμμα
- αγοράζω, π.χ. πήρι κινούργιου τραχτέρ
- αμείβομαι, εισπράττω, π.χ. παίρν(ει) πουλλά λι/εφτά
- κλέβω, π.χ. τ’ πήραν του πουρτουφόλ(ι)
- κυριεύω, π.χ. πήραν τη (μ)Πόλη
- προσλαμβάνω, π.χ. πήρι δυο εργάτις
- αρπάζω, κολλάω ασθένεια, π.χ. πήρα νια γρίπ’!
- ακολουθώ, π.χ. πήρι τουν ανήφουρου
- χωράω, πόσα κ(ι)λά παίρν(ει) αυτό του βαρέλ(ι);
- αρχίζει ή άρχισε, πήρι να νυχτών(ει)
- πόσος χρόνος θα χρειαστεί, θα απαιτηθεί, π.χ. πόσου κιρό θα πάρ’;
- για χώρο που απαλλοτριώνεται, αυτά τα χουράφια θα τα πάρ’ του δημόσιου
- αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω, π.χ. δε (ν)του (μ)πήρα χαμπάρ’
- λογαριάζω, θεωρώ, π.χ. του πήρα αψήφ’στα
- χτυπώ, πετυχαίνω, π.χ. του (μ)πήραν τα σκάια
- παντρεύομαι, νυμφεύομαι, π.χ. ποια παίρν(ει);
- ανάβω, π.χ. πήρι κι του κούτσρου
- πέρασε η ώρα, στη φράση πήρι η ώρα
παίρνουμι, ρήμα
δε νιώθω, παραλύει κάποιο μέλος του σώματός μου, π.χ. πάρθκι του χέρι μ’
πάκια τα, ουσιαστικό
η οσφυϊκή χώρα του ανθρώπινου σώματος, δηλαδή η οπίσθια χώρα των κοιλιακών τοιχωμάτων δεξιά και αριστερά της σπονδυλικής στήλης
πάκους ου και πάκου του, ουσιαστικό
το πακέτο, το δέμα
παλαβός, -ή, -ό, επίθετο
τρελός
παλαβουμάρα η, ουσιαστικό
απερισκεψία, ανοησία, κουταμάρα, τρέλα
παλαβώνου, ρήμα
- (μεταβατικό) τρελαίνω κάποιον
- (αμετάβατο) τρελαίνομαι
παλαμαριάζου, ρήμα
πιάνω με την παλάμη, χουφτώνω
παλάντζα η, ουσιαστικό
είδος ζυγαριάς
παλαντζέρνου και παλαντζάρου, ρήμα
- είμαι αναποφάσιστος, ταλαντεύομαι
- (μεταφορικά) δεν έχω σταθερή γνώμη, υποστηρίζω πότε το ένα και πότε το άλλο, κατά τις περιστάσεις και το συμφέρον μου
πάλε, επίρρημα
πάλι
παλεύου, ρήμα
- προσπαθώ, κοπιάζω, αγωνίζομαι
- πειράζω, π.χ. μη ντου παλεύ(ει)ς του ράδιου, θα του χαλάσ(ει)ς
- μαλώνω, επιπλήττω, π.χ. μη (μ)παλεύ(ει)ς του πιδί
παλιακός, -ιά, -ό, επίθετο
- παλιός, που ανάγεται, που ανήκει ή αναφέρεται στα παλιά τα χρόνια
- αλλοιωμένος, φθαρμένος από το χρόνο
- οι παλιακοί, οι πρόγονοι
παλιόκιρους ου, ουσιαστικό
κακός καιρός
Παλιόμπλους ου, ουσιαστικό
τοπωνύμιο στην περιοχή Λυγαριάς
παλιορούτ’ του, ουσιαστικό
παλιό, τριμμένο, μπαλωμένο ρούχο
παλιουγ(υ)ναίκα η, ουσιαστικό
ανήθικη γυναίκα
παλιουδλειά η, ουσιαστικό
- ανέντιμη, επιλήψιμη δουλειά
- σκληρή δουλειά
παλιουκι/ερατάς ου, ουσιαστικό
παλιάνθρωπος, άνθρωπος ανήθικος, ανέντιμος
Παλιουμανάστρου, ουσιαστικό
τοπωνύμιο στην περιοχή Λυγαριάς
παλιουπράτνα η, ουσιαστικό
γέρικη προβατίνα
πάλιουρας ου, ουσιαστικό
παλιούρι, ακανθώθης θάμνος
παλιουτόμαρου του, ουσιαστικό
παλιάνθρωπος, άνθρωπος ανέντιμος και ανήθικος
παλκώνου, ρήμα
μπήγω παλούκια
παλούκ(ι) του, ουσιαστικό
- πάσσαλος, κυλινδρικό στενόμακρο ξύλο, αιχμηρό στο ένα του άκρο, για να μπήγεται στο έδαφος
- (μεταφορικά) κάτι πολύ δύσκολο, π.χ. μπδάου παλούκια
πάνα η, ουσιαστικό
- χοντρό βαμβακερό πανί δεμένο στην άκρη ραβδιού για το σκούπισμα του φούρνου
- το περιτόναιο, υμένας, λεπτός και στιλπνός, που περιβάλλει το εσωτερικό τοίχωμα της κοιλιάς και τα περισσότερα κοιλιακά σπλάχνα των σφαγμένων ζώων, συνώνυμα: μπόλια, σκέπ’
πανάδα η, ουσιαστικό
- μικρή κιτρινωπή κηλίδα που παρουσιάζεται στο δέρμα του προσώπου
- καταρράκτης των ματιών
πανέρ’ του, ουσιαστικό
πλατύ και χωρίς μεγάλο βάθος καλάθι, συνώνυμο: κανίστρ’
πα(νη)γγύρ’ και παγγύρ’ του, ουσιαστικό
πανηγύρι
πανί του, ουσιαστικό
- κομμάτι ύφασμα
- (μεταφορικά) δεν έχω καθόλου χρήματα, είμαι απένταρος, με άδειες τσέπες, στη φράση έμεινα ή είμι πανί μι πανί
πανιάζου, ρήμα
- κιτρινίζω, χλομιάζω, π.χ. πάνιασι απ’ του φόβου τ’
- μαραγκιάζω, μαραίνομαι, π.χ. τα λουλούδια θέλουν πότ’σμα, πάνιασαν τα φύλλα τς
πανουβράκ(ι) του, ουσιαστικό
είδος παντελονιού που φοριόταν πάνω από το βρακί με περισκελίδες
πανουγόμ’ του, ουσιαστικό
φορτίο πάνω από το κυρίως φόρτωμα του σαμαριού
πανουπρίκ(ι) του, ουσιαστικό
αυτό που προσφέρεται παραπάνω από τη συμφωνημένη προίκα
πανουσάμαρα, επίρρημα
επιπλέον φορτίο πάνω στο σαμάρι και ανάμεσα στις δυο μεριές
πανουτίμ’ του, ουσιαστικό
το ποσό πάνω από την κανονική τιμή σε μια συναλλαγή
πανταχούσα η, ουσιαστικό
έγγραφο, συνήθως από επίσημη αρχή, το οποίο απαιτεί από τον παραλήπτη να εκτελέσει κάτι δυσάρεστο ή δύσκολο γι΄ αυτόν
παντιέρα η, ουσιαστικό
- η σημαία
- (μεταφορικά) απειθαρχώ, επαναστατώ, στη φράση σκώνου παντιέρα
παντρουλουιέμι, ρήμα
έχω προξενιό, είμαι σε συζητήσεις για γάμο
παντχαίνου, ρήμα
προσδοκώ, ελπίζω, περιμένω
παπαδουπούλα η, ουσιαστικό
κόρη παπά
παπάρα η, ουσιαστικό
ψωμί τριμμένο μέσα σε φαγητό με ζουμί
παπαρδέλα η,ουσιαστικό
- ποπ κορν, ανοιχτό από το ψήσιμο σπυρί καλαμποκιού
- φλυαρία, ανοησία
παπαρδέλας ου, ουσιαστικό
άνθρωπος φλύαρος, πολυλογάς
παπαρώνου, ρήμα
- μουσκεύω
- (μεταφορικά) κάτι γίνεται μαλακό σαν παπάρα, π.χ. παπάρουσαν τα χέρια μ’
παπούλ(η)ς ου, ουσιαστικό
παπάς
παραβ(γ)αίνου, ρήμα
συναγωνίζομαι
παραγγέλνου, ρήμα
στέλνω μήνυμα, ειδοποιώ
παραγίνουμι, ρήμα
υπερωριμάζω, μετοχή παραγινουμένους
παραγκουμιάζου, ρήμα
βγάζω παρατσούκλια
παραγκώμ’ του, ουσιαστικό
το παρατσούκλι
παραγών(ι) του, ουσιαστικό
χώρος δίπλα στο τζάκι
παραδίνου, ρήμα
βρίζω, βλασφημώ
παραδίπλα, επίρρημα
δίπλα ακριβώς
παραδώ και παραδώθι, επίρρημα
πιο εδώ, πιο κοντά
παρακάλια τα, ουσιαστικό
παρακλήσεις
παρακαλι/εστκός, -ή, -ό, επίθετο
που τον έχεις παρακαλέσει
παρακάνου, ρήμα
συμπεριφέρομαι κατά τρόπο που ξεπερνάει το μέτρο, το κανονικό ή το συνηθισμένο, π.χ. του παράκανι/ε
παρακάτ’, επίρρημα
- πιο κάτω, πιο χαμηλά
- στη συνέχεια
παρακατιανός, -ή, -ό, επίθετο
κατώτερος, συνήθως κοινωνικά
παρακατούλια, επίρρημα
λίγο πιο κάτω
παρακείθι, επίρρημα
λίγο πιο εκεί, παραπέρα
παρακιντές ου, ουσιαστικό
αυτός που εργάζεται κάνοντας βοηθητικές αγροτικές δουλειές σε χωράφια άλλων
παράκιρα, επίρρημα
άκαιρα, πριν την ώρα τους, συνώνυμο: παράουρα
παρακουντά, επίρρημα
- παραπίσω
- αμέσως μετά, ύστερα από λίγο, στη συνέχεια
παρακούου, ρήμα
ακούω κάτι διαφορετικά από ό,τι λέγεται, ακούω κάτι εσφαλμένα
παραμάνα η, ουσιαστικό
- γυναίκα που θήλαζε ξένα παιδιά, τροφός
- είδος καρφίτσας
παραμάσκαλα, επίρρημα
κάτω από τη μασχάλη
παραμέσα, επίρρημα
πιο μέσα
παραμία η, ουσιαστικό
παροιμία
παράμιρα, επίρρημα
πιο πέρα, στην άκρη
παραμιράου και παραμιρίζου, ρήμα
(μεταβατικό) βάζω στην άκρη
(αμετάβατο) κάνω στην άκρη
παράμουρφους, -φ’, -ου, επίθετο
που είναι πάρα πολύ όμορφος, π.χ. Βελούχι μου παράμουρφου
παραμπουρού, ρήμα
- μπορώ και πολύ καλά μάλιστα, στη φράση μπουρού κι παραμπουρού
- είμαι λίγο αδιάθετος, άρρωστος, στη φράση δε (μ)παραμπουρού
παραμπρουστά, επίρρημα
- λίγο πιο μπροστά
- στο προσεχές μέλλον, συνώνυμο: σαμπρουστά
παραμύθ’ του, ουσιαστικό
- παραμύθι, φανταστική διήγηση
- ψευτιά, π.χ. κόψ’ τα παραμύθια
- ανακοινώνω, αποκαλύπτω ξαφνικά ή με τρόπο κάτι σε κάποιον, π.χ. κι απάν’ στη (γ)κβέντα μάς το σκασι του παραμύθι
παρανόμ(ι) του, ουσιαστικό
το παρατσούκλι
παρανταριά, επίρρημα
όλους μαζί και χωρίς εξαίρεση, σβάρνα
παραόξου, επίρρημα
- παραέξω, πιο έξω
- σε ευρύτερο κοινωνικό χώρο, π.χ. όσα είπαμι δεν είνι/ε ανάγκ(η) να βγουν παραόξου
παράουρα, επίρρημα
άκαιρα, σε ακατάλληλη ώρα, νωρίς ή αργά
παραπαίρνου, ρήμα
μαλώνω, συνώνυμο: απουπαίρνου
παραπάν’, επίρρημα
- πιο πάνω, πιο ψηλά
- περισσότερο
παραπανίσ(ι)ους, -(ι)α, -(ι)ου, επίθετο
- περισσότερος από όσο πρέπει
- περιττός, άχρηστος
παραπανούλια, επίρρημα
λίγο πιο πάνω
παραπατάου, ρήμα
- δεν πατάω καλά και χάνω την ισορροπία μου
- βαδίζω χωρίς σταθερό βηματισμό, συνώνυμο: τρικλίζω
παραπέρα, επίρρημα
πιο πέρα
παραπέφτου, ρήμα
παραπέφτει κάτι, συνήθως από αμέλεια, από απροσεξία κάποιου, πέφτει κάτι σε μέρος που δεν μπορούν να το δουν ή να το βρουν
παραπίσου, επίρρημα
- πιο πίσω
- αργότερα
παραπόρτ’ του, ουσιαστικό
μικρή πόρτα δίπλα στην κύρια είσοδο
παραπούλια τα, ουσιαστικό
οι παραφυάδες, συνώνυμο: κουλουφούσ(ι)α
παραπρουψές, επίρρημα
τρία βράδια νωρίτερα (ψες, προυψές, παραπρουψές)
παράς ου, ουσιαστικό
το χρήμα, πληθυντικός παράδις
παρασάνταλους ου, ουσιαστικό
- άνθρωπος με σωματική παραμόρφωση, δύσμορφος
- ακατάστατος, άτσαλος, τσαπατσούλης
παραστιά η, ουσιαστικό
τόπος όπου ανάβεται φωτιά
παρατάου και απαρατάου, ρήμα
αφήνω
παραταχιά, επίρρημα
μεθαύριο
παρατραβάου, ρήμα
- τεντώνω υπρβολικά
- υπερβάλλω, εξωθώ στα άκρα, π.χ. μη (ν)του παρατραβάς, συνώνυμο: παρακάνου
παρατσούκλ(ι) του, ουσιαστικό
ειρωνικό ή σκωπτικό παρωνύμιο
παραχέρ’ του, ουσιαστικό
βοηθός
παραχώνου, ρήμα
- χώνω βαθιά μέσα στη γη
- θάβω
παρδαλή η, ουσιαστικό
γυναίκα ελευθέριων ηθών
παρδάλ(η)ς ου, ουσιαστικό
σκύλος που έχει παραδαλό τρίχωμα
παρδαλός, -ή, -ό, επίθετο
πολύχρωμος
παρέκ(ει) και παρέκεια και παρακεί επίρρημα
πιο εκεί, πάρα πέρα, πήγαινε πιο πέρα στη φράση κάνι/ε παρέκ(ει)
παρίπ’ του, ουσιαστικό
αδύναμο άλογο, που με δυσκολία στέκεται στα πόδια του
παρλιακό του, ουσιαστικό
φλύαρο, ανόητο
παρμάρα η, ουσιαστικό
- ασθένεια των αιγοπροβάτων που προκαλεί παράλυση των κάτω άκρων
- (κατ’ επέκταση) αδυναμία κίνησης χεριών και ποδιών
παρμένους, -ν(η), -ου, επίθετο
που δεν μπορεί να κινηθεί
πάρτ(η) η, ουσιαστικό
ο εαυτός μου και ιδίως το συμφέρον μου
παρτσακλός, -ή, -ό, επίθετο
- ανάπηρος
- σαχλός, που συμπεριφέρεται με άκομψο και ανάρμοστο τρόπο
πασάι του, ουσιαστικό
το πέρασμα, η διάβαση σε σιδηροδρομικές γραμμές
πασάρου, ρήμα
- δίνω, προσφέρω, π.χ. βάλι/ε κρασί στου πουτήρ’ σ΄ κι πάσαρι τ’ (γ)κανάτα κι τς αλλνούς
- δίνω σε κάποιον κάτι ανεπιθύμητο, π.χ. σ’ πασάρσι σκάρτου πράμα
- στο ποδόσφαιρο, δίνω πάσα, δίνω τη μπάλα σε συμπαίκτη μου
πασκίζου, ρήμα
προσπαθώ, αγωνίζομαι
πάσου του, ουσιαστικό
- αργό περπάτημα, π.χ. έλα με του πάσου σ’
- (σε χαρτοπαίγνιο) δε χρησιμοποιώ το δικαίωμά μου, τη σειρά μου να παίξω
- (μεταφορικά) υποχωρώ σχετικά με κάτι, στη φράση πάου πάσου
πασπαλάς ου, ουσιαστικό
φαγητό με κύρια συστατικά μικρά κομμάτια χοιρινού κρέατος σε λίπος και πράσο
πασπάλ(η) η και πασπάλι του, ουσιαστικό
- η σκόνη που κάθεται πάνω σε επιφάνεια, επίστρωση
- λεπτή στρώση χιονιού
πασπαλίζου και πασπαλώνου ρήμα
καλύπτω μια επιφάνεια με πολύ λεπτό στρώμα από σκόνη, κόκκους κτλ. ορισμένης στερεάς ουσίας
πασπατεύου, ρήμα
χαιδεύω με πονηρούς σκοπούς
πάστρα η, ουσιαστικό
καθαριότητα
παστρεύου, ρήμα
- καθαρίζω
- εξαφανίζω, εξοντώνω
παστρικός, -ιά, -ό, επίθετο
- καθαρός, τίμιος, π.χ. κβέντις παστρικιές
- παστρικιά η, ανήθικη γυναίκα
πατάκα η, ουσιαστικό
η πατάτα, (υποκοριστικό) πατακούλι/ες, πατατούλες
πατάκια τα, ουσιαστικό
τα πρώτα βήματα του μωρού
πατάου, πατιέμι, ρήμα
- έχω κάτι κάτω από τα πέλματα των ποδιών μου
- έρχομαι ή πηγαίνου, π.χ. δεν πατάει πουτέ στου μαγαζί
- πιέζω ασκώ δύναμη πάνω σε κάτι, συνήθως με τα πέλματα των ποδιών μου, π.χ. πατάου σταφύλια
- πατάω στη μένη τις αρμάθες καπνού και φτιάχνω δέματα, π.χ. πατάου τα καπνά
- κυριεύω, π.χ. Τούρκους δε (ν)του πάτ’σι
- (μεταφορικά) α. εξαπατήθηκα, ζημιώθηκα από αφέλεια, επιπολαιότητα ή απροσεξία, στη φράση τ’ (μ)πάτ’σα β. απαιτώ κάτι έντονα και προσπαθώ να επιβάλλω τη θέλησή μου, στη φράση πατάου πουδάρ’ γ. αρχίζω ξαφνικά να κάνω κάτι, στις φράσεις πατάου τα κλάματα, τα γέλια, τς φουνές κ.ά
παταούδ’ του, ουσιαστικό
πολύ κρύο
πατάρ’ του, ουσιαστικό
μικρός αποθηκευτικός χώρος κάτω από το ταβάνι
πατατούκα η, ουσιαστικό
βαρύ μάλλινο αντρικό πανωφόρι
πατητήρα η και πατητήρ’, ουσιαστικό
το πατητήρι των σταφυλιών
πατ(ι)νός, -ή, -ό, επίθετο
- που βρίσκεται στον πάτο, τελευταίος
- πατινή, το τελευταίο τραπουλόχαρτο στην ξερή, που είναι φανερό στους παίκτες
πατιρίτσα η, ουσιαστικό
δεκανίκι
πατιρντί του, ουσιαστικό
μεγάλη φασαρία
πάτιρου του, ουσιαστικό
μεγάλο ξύλινο δοκάρι της στέγης, από τοίχο σε τοίχο, που στηρίζει άλλα μικρότερα δοκάρια
πατκώνου, ρήμα
συμπιέζω
πατλιά η, ουσιαστικό
- μεγάλος αγκαθωτός θάμνος, συνήθως από βάτα
- συστάδα φυτών ή θάμνων
- τμήμα χωραφιού με πυκνή βλάστηση
πάτμα του, ουσιαστικό
- το πάτημα, το να πατώ κάτι με τα πόδια, π.χ. του πάτμα τ’ σταφ(υ)λιών
- ο θόρυβος βημάτων, π.χ. άικ’σα πατήματα
- πίεση που ασκείται με το χέρι ή με το πόδι, π.χ. πάτμα τ’ διακόπτ’
- πρόφαση, δικαιολογία, αφορμή, π.χ. βρήκι πάτμα
πατμασιά και πατ’σιά η, ουσιαστικό
- το ίχνος που αφήνει το πάτημα, π.χ. φαίνουντι πατμασιές
- βήμα, π.χ. άικ’σα πατμασιές
πατόζα η, ουσιαστικό
- αλωνιστική μηχανή
- χοντρή γυναίκα
πατόκουρφα, επίρρημα
σε ολόκληρο το σώμα, από πάνω έως κάτω
πάτουμα του, ουσιαστικό
ξύλινο δάπεδο κλειστού χώρου, σπιτιού, δωματίου κ.λπ., π.χ. σκουπίζου του πάτουμα
πατούνα η, ουσιαστικό
είδος πλεχτής κάλτσας
πατούρα, επίρρημα
μούσκεμα από το κεφάλι ως τα νύχια των ποδιών
πάτους ου, ουσιαστικό
- πυθμένας
- βάση δοχείου
- (μεταφορικά) κουράζομαι πολύ, ταλαιπωρούμαι, στη φράση μ’ βγαίν(ει) ου πάτους
πατουσ(ι)ά η, ουσιαστικό
τμήμα που βρίσκεται στο κάτω μέρος ευρύτερης έκτασης
πατόφλλου του, ουσιαστικό
τα κάτω κάτω φύλλα του καπνού, αυτά που βρίσκονται πολύ κοντά στο χώμα
πατσά η, ουσιαστικό
το στομάχι, η κοιλιά και γενικά τα εντόσθια από σφάγιο
πατσαβλιάζου, πατσαβλιάζουμι, ρήμα
τσαλακώνω
πατσαούρα η και πατσαούρ’ του, ουσιαστικά
η πατσαβούρα, βρόμικο πανί, κουρέλι
πάτσ(ι), επίρρημα
ίσα ίσα, ούτε σου χρωστώ ούτε μου χρωστάς
πατσίζου, ρήμα
ούτε χρωστώ σε κάποιον ούτε αυτός μου χρωστάει
παφίλια τα, ουσιασιστικό
τσίγκια, τσίγκινα σκεύη
παφλουκόμπρου του, ουσιαστικό
(μεταφορικά) άφραγκος
πάφλους και πάφλας ου, ουσιαστικό
τσίγκος
πάχν(η) η, ουσιαστικό
πρωινή παγωμένη δροσιά, συνώνυμο: τσιάφ’
παχνί του, ουσιαστικό
ξύλινη κατασκευή, όπου τοποθετείται η τροφή των ζώων
παχνιάζου, ρήμα
βάζω στο παχνί τροφή για τα ζώα
πέδικλου του, ουσιαστικό
το σκοινί που δένουν τα πόδια του ζώου, για να μην απομακρύνεται από το μέρος όπου βόσκει
πέρα, επίρρημα
- μακριά, π.χ. πέρα, στα βνα
- από κάποιο σημείο, τοπικό ή χρονικό, και μετά, απού ’κει κι πέρα τράβα μαναχός σ’
- αντιμετωπίζω μια δύσκολη κατάσταση με επιτυχία, στη φράση τα βγάνου πέρα
- απομακρύνομαι, φεύγω, στα φράση κάνου πέρα
- για να δηλωθεί αδιαφορία ή έλλειψη κατανόησης, στη φράση πέρα βρέχ(ει)
- άντε φύγε, άντε χάσου, στη φράση άι σα πέρα, ρε!
πέρσ(ι), επίρρημα
πέρυσι
πέταλου του, ουσιαστικό
- σιδερένιο καμπυλωτό έλασμα που προσαρμόζεται στην οπλή του αλόγου
- (μεταφορικά) α. ψοφάω, πεθαίνω, στη φράση τνάζου τα πέταλα β. όταν κάποιος αναφέρεται στο ίδιο θέμα με τρόπο αντιφατικό, δηλαδή άλλα λέει ή κάνει σε μια ορισμένη χρονική στιγμή ή περίσταση και άλλα σε κάποια άλλη για το ίδιο θέμα, στη φράση νια σου καρφί κι νια στου πέταλου
πέτρα η, ουσιαστικό
- πέτρα, συνώνυμο: λ(ι)θάρ’
- που έχει τη σκληρότητα της πέτρας, του ψουμί δε (ν)τρώιτι, έγινι/ε πέτρα
- τσακμακόπετρα
- (μεταφορικά) α. φεύγω οριστικά και συνήθως απογοητευμένος, στη φράση ρίχνου μαύρ’ πέτρα πίσου μ’ β. για όσους είναι αναμεμειγμένοι σε πολλές υποθέσεις ή έχουν πολλές γνωριμίες, στη φράση όποια πέτρα κι αν σκώσ(ει)ς, απού κατ’ θα τουν βρεις γ. προσπαθώ να φανώ ψύχραιμος, ασυγκίνητος, στη φράση κάνου πέτρα τ’ (γ)καρδιά μ’
πέτρινους, -ν(η), -ου, επίθετο
από πέτρα, π.χ. πέτρινου σπίτ’
πέτσα η, ουσιαστικό
- λεπτό στρώμα σχετικά σκληρό που σχηματίζεται πάνω σε μια παχύρρευστη συνήθως επιφάνεια
- επιδερμίδα
Πέφτ’ η, κύριο ουσιαστικό
η Πέμπτη
πέφτου, ρήμα
- πέφτω, π.χ. τα μήλα πέφτουν απ’ τη μπλια
- χάνω την όρθια στάση
- ξαπλώνω για να κοιμηθώ, πλαγιάζω
- φονεύομαι
- περιέρχομαι σε δύσκολη κατάσταση
- πλακώνω, ενσκήπτω, π.χ. έπισι αρρώστια
- επέρχομαι, π.χ. πέφτ’ σκουτάδ’
- αποκτώ από τύχη, π.χ. του ’πισι του λαχείου
- αναλογώ, π.χ. πόσα πέφτουν στου (γ)καθένα;
- επιδίδομαι με ζήλο, π.χ. πέφτου (μι τα μούτρα) στη δλεια
- ελαττώνομαι, π.χ. ου πυριτός έπισι ή οι τιμές έπισαν
- εξασθενώ, αδυνατίζω, π.χ. πισμένου σι βλέπου
- παραιτούμαι από αρχή ή αξίωμα, π.χ. η κυβέρνησ’ έπισι
- κυριεύομαι, π.χ. η Πόλ(η) έπισι
- συμβαίνω σε ορισμένη ημέρα, π.χ. πότι πέφτει τ’ Άι Σπυριδών’;
- βρίσκομαι, π.χ. πού πέφτ’ η Λυγαριά
- (μεταφορικά) α. παγιδεύομαι, στη φράση, πέφτου στ’ φάκα β. ρίχνομαι ορμητικά, π.χ. πέφτου στου φαΐ γ. ικετεύω κάποιον, στη φράση πέφτου στα πουδάρια τ’ δ. περιέρχομαι στη δικαιοδοσία ή συλλαμβάνομαι από κάποιον, στη φράση πέφτου στα χέρια τ’ ε. εξαρτώμαι απόλυτα από τη θέληση κάποιου, στη φράση πέφτου στα νύχια τ’ στ. σφάλλω στις εκτιμήσεις μου ή χρεοκοπώ, στη φράση πέφτου όξου ζ. με πλησίασε κάποιος για να μου αποσπάσει οτιδήποτε, με επιτηδειότητα ή επιμονή, στη φράση μ’ την έπισι η. εκδηλώνω ερωτικό ενδιαφέρον για κάποια και επιδιώκω να συνάψω ερωτική σχέση μαζί της, στη φράση τς τ’ (μ)πέφτου θ. για κάποια που ανταποκρίθηκε, που ενέδωσε στην επιδίωξη κάποιου να συνάψει ερωτικές σχέσεις μαζί της, έπισι ι. χάνω την εκτίμηση κάποιου, στη φράση πέφτου στα μάτια τ’ ια. ξεπέφτω ηθικά, στη φράση πέφτου χαμπλά ιβ. παθαίνω μικρές ζημιές ή υφίσταμαι μικρή τιμωρία, στη φράση πέφτου στα μαλακά ιγ. διακόπτεται η στύση του πέους, στη φράση μ’ πέφτ’ ιδ. είναι ανώτερο ή κατώτερο από τις δυνάμεις μου ή από την αξία μου, στη φράση μ’ πέφτ’ πουλύ (ή λίγου) ιε. δε δικαιούμαι να εκφέρω άποψη, στη φράση δε μ’ πέφτ’ λόγους ιστ. ταπεινώνομαι, χάνω την υπερηφάνεια ή την αυτοπεποίθησή μου, στη φράση μ’ πέφτ’ η μύτ’ ή μ’ πέφτουν τα φτιρά ιζ. ντράπηκα πολύ, ένιωσα μεγάλη αμηχανία, στη φράση έπισαν τα μούτρα μ’ ιη. θα χάσουν πολλοί τη θέση τους ή θα τιμωρηθούν σκληρά, στη φράση θα πέσουν κιφάλια ιθ. για προσδοκία ότι κάτι θα επιτευχθεί χωρίς καμιά προσπάθεια, στη φράση πέσι πίτα να σι φάου
πηγώνια η, ουσιαστικό
παιώνια, καλλωπιστικό φυτό
πήζου, ρήμα
- α. (μεταβατικό) κάνω κάτι να μεταβληθεί από ρευστό σε στερεό, π.χ. πήζου του γάλα β. (αμετάβατο) μεταβάλλομαι από ρευστό σε στερεό, π.χ. του γάλα έπηξι
- (μεταφορικά) α. γεμίζω ασφυκτικά, π.χ. έπηξι η πλατεία απού κόσμου β. βαριέμαι, μπουχτίζω, π.χ. έπηξα απ’ τη δλεια γ. αποκτώ φρόνηση, σύνεση, στη φράση πήζ(ει) του μυαλό μ’ δ. παγώνω από φόβο, στη φράση πήζ(ει) του αίμα μ’
πήχτρα, επίρρημα
- λέγεται για κάτι πολύ πυκνό, π.χ. σκουτάδ’ πήχτρα
- για κάτι ασφυκτικά γεμάτο, π.χ. οι δρόμ’ ήταν πήχτρα απού αυτουκίν(η)τα
πθαμή η, ουσιαστικό
- η πιθαμή, η απόσταση από τον αντίχειρα ως την άκρη του μικρού δάχτυλου μιας ανοιχτής και τεντωμένης παλάμης
- (μεταφορικά) πολύ κοντός, στη φράση νια πθαμή άνθρωπους
πθινά, επίρρημα
πουθενά
πι κι φι, επιρρηματική έκφραση
γρήγορα, αμέσως, στη φράση στου πι κι φι, συνώνυμο: τσάκα τσάκα
πιάνου, πιάνουμι, ρήμα
- κρατώ, παίρνω, αρπάζω, π.χ. πιάσι ένα κουτάλ(ι) απ’ του συρτάρ’
- εγγίζω, ακουμπάου, π.χ. μη (ν)του πιάν(ει)ς
- συλλαμβάνω, π.χ. τουν έπιασι η αστυνουμία
- αντιλαμβάνομαι, εννοώ, κατανοώ, το ’πιασις αυτό π’ σου ’πα;
- κατέχω τόπο, χώρο, αυτό του τραπέζ(ι) πιάν(ει) πουλύ (ν)τόπου
- καταλαμβάνομαι, κυριεύομαι, π.χ. μ’ έπιασι φόβους
- συμπεριλαμβάνω, αφορώ, π.χ. ιμάς δε μας πιάν(ει) ου νέους νόμους
- μεταγγίζω υγρό από μεγαλύτερο σε μικρότερο δοχείο, π.χ. πιάσι λίγου κρασί απ’ του βαρέλι
- αποκτώ, γεμίζω από κάτι, π.χ. έπιασι ψείρις
- ενεργώ δραστικά, π.χ. μ’ έπιασι του φάρμακου
- φέρω αποτέλεσμα, π.χ. τα μάγια δε (μ)πιάνουν
- (για φυτό που μεταφυτεύεται) φυτρώνω, ειδοκιμώ π.χ. αυτό του κλαρί δεν έπιασι
- καταπιάνομαι με κάτι, π.χ. έπιασα να γράψου
- αρχίζω, π.χ. έπιασι βρουχή
- συνάπτω σχέσεις, π.χ. πιάνου φιλία
- φτάνω κάπου, σε κάποιο χρονικό, χωρικό σημείο, π.χ. έπιασι τα 90
- υπολογίζεται, λογαριάζεται, τα παλιά χρουσταν(ι)κά δε (μ)πιάνουντι
- παθαίνω μια μυϊκή ή άλλη δυσκαμψία, που συνοδεύεται από αίσθημα πόνου, π.χ. πιάσκι η μέση μ’
- πήρε χρήματα, δωροδοκήθηκε, στη φράση τα ’πιασι
- δίνω σημασία, π.χ. μη (μ)πιάνι/εσι απ’ όσα είπι
- (για ραδιόφωνο, τηλεόραση) έχει σήμα, π.χ. του ράδιου δε (μ)πιάνει
- (μεταφορικά) α. είμαι επιδέξιος, στη φράση πιάνουν τα χέρια μ’ β. δεν μπορεί να συγκριθεί με κάποιον, είναι πολύ κατώτερός του, στη φράση δε (μ)πιάνε(ει) χαρτουσ(ι)ά μπρουστά τ’ γ. σχολιάζω κακόβουλα, κατηγορώ κάποιον, στη φράση πιάνου στου στόμα μ’ δ. με εκμεταλλεύτηκε ή με εξαπάτησε, στη φράση μου ’πιασι του (γ)κώλου ε. ξεγελώ, εξαπατώ κάποιον, στη φράση του (μ)πιάνου κότσο στ. είμαι πολύ έξυπνος, στη φράση πιάνου πλια στουν αέρα ζ. τι θα καταφέρουμε, στη φράση τι ψάρια θα πιάσουμι η. συλλαμβάνω κάποιον επ’ αυτοφώρω, τη στιγμή που κάνει κάτι παράνομο, ανεπίτρετο, στη φράση τουν έπιασα στα πράσα θ. δε φαίνεται να έχει την αξία, τη σπουδαιότητα που του αποδίδεται, στη φράση δε (ν)του (μ)πιάν(ει) του μάτι σ’ ι. έχω επιφυλάξεις σχετικά με κάτι, στη φράση πιάνου τα μπόσ(ι)κα ια. βρίσκω στήριγμα, συμπαράσταση, βοήθεια, στη φράση δεν έχ(ει) απού πού να πιαστεί ιβ. διαπληκτίζομαι, τσακώνομαι, στη φράση πιάνουμι στα χέρια
πιανούμινους, -ν(η), -ου, επίθετο
αρκετά αναπτυγμένος
πιάσματα τα, ουσιαστικό
πανιά με τα οποία πιάνονται τα μαγειρικά σκεύη που βγαίνουν από τη φωτιά
πιάτου (τρισύλλαβο: πι-ά-του) του, ουσιαστικό
πιάτο
πίγκουσ(η) η, ουσιαστικό
δύσπνοια, άγχος, στενοχώρια
πιγκώνουμι, ρήμα
δεν μπορώ να πάρω ανάσα, ανασαίνω με δυσκολία, πνίγομαι
πιδάκι του, ουσιαστικό
- παιδάκι, υποκοριστικό της λέξης παιδί
- προσφώνηση, ως έκφραση οικειότητας και συμπάθειας, π.χ, τι λες, πιδάκι μ’, τωραϊά;
πιδέξιους, -α, -ου, επίθετο
επιδέξιος
πιδεύου, πιδεύουμι, ρήμα
ταλαιπωρώ
πιδί του, ουσιαστικό
το αγόρι, π.χ. χουρεύουν τα κουρίτσια μαζί μι τα πιδιά
πιδικλιά και πιδουκλιά, ουσιαστικό
τρικλοποδιά
πιδικλώνου, πιδικλώνουμι, ρήμα
- δένω μεταξύ τους με τριχιά (λητάρι) τα δυο μπροστινά πόδια ζώου, ώστε να περιοριστεί ο βηματισμός του και να μην μπορεί να απομακρυνθεί από το μέρος όπου βόσκει
- βάζω τρικλοποδιά σε κάποιον
πιδιμάρα η, ουσιαστικό
παιδεμός, ταλαιπωρία, συνώνυμο: χλιμάρα
πιδιμός ου, ουσιαστικό
παιδεμός, ταλαιπωρία
πιδιψίλα η, ουσιαστικό
παιδεμός, ταλαιπωρία
πιζά, επίρρημα
πεζή, με τα πόδια, βάδην
πιζεύου, ρήμα
κατεβαίνω από ζώο ή από όχημα
πιζός, -ή, -ό, επίθετο
πεζός
πιζούλ(ι) του, ουσιαστικό
πέτρινος χαμηλός τοίχος που χρησιμεύει για κάθισμα
πιζούρα η, ουσιαστικό
οι πεζοί
πιθιρά η, πιθιρός ου, ουσιαστικό
- πεθερός, πεθερά
- (μεταφορικά) για παρατήρηση που την απευθύνουμε σε έναν τρίτο, έμμεσα για να την ακούσει κάποιος άλλος που είναι άμεσα ενδιαφερόμενος, στη φράση σένα τα λέου πιθιρά, για να τ’ ακούσ(ει) η νύφ’
πίκα η, ουσιαστικό
συναίσθημα θυμού με πείσμα, μνησικακία, που νιώθει κάποιος, ο οποίος θεωρεί τον εαυτό του θιγμένο, προσβεβλημένο
πικάρου, ρήμα
κεντάω με τα λόγια, ερεθίζω, στενοχωρώ
πιλαγώνου, ρήμα
(μεταφορικά) περιέρχομαι σε κατάσταση σύγχυσης και αμηχανίας, επειδή συναντώ πολλές και μεγάλες δυσκολίες
πιλάντρα, επίρρημα
εντελώς ανοιχτά, ορθάνοιχτα
πιλατεύου, ρήμα
ταλαιπωρώ, παιδεύω, βασανίζω
πιλι/εκάου, ρήμα
με τσεκούρι ή με άλλο κοφτερό εργαλείο κόβω μικρά κομματάκια (σκλήθρες) από ένα ξύλο δίνοντας του ορισμένη μορφή ή λειαίνοντάς το
πιλι/εκούδ’ του, ουσιαστικό
- πολύ μικρά κομματάκια ξύλου που κόβονται από τον βασικό κορμό κατά το πελέκημα
- (μεταφορικά) θα ανάψει γρήγορα το γλέντι, θα γίνει μεγάλο γλέντι, στη φράση θα καεί του πιλι/εκούδ’
πινακουτή η, ουσιαστικό
στενή και επιμήκης ξύλινη σκάφη με χωρίσματα, όπου τοποθετούνται σκεπασμένα, για να φουσκώσουν τα ζυμωμένα ψωμιά πριν να μπουν στο φούρνο
πιντάκαλους, -λ(η), -ου, επίθετο
πολύ καλός
πιντάμουρφους, -φ(η), -ου, επίθετο
πολύ όμορφος
πιντόβλα τα, ουσιαστικό
πεντόβολα, παιδικό παιχνίδι
πιότιρους και πλιότιρους -ρ(η), -ου, επίθετο
περισσότερος
πιπιδιάζου, ρήμα
διψάω πολύ, στεγνώνει η γλώσσα μου από τη δίψα
πιπόν(ι) του, ουσιαστικό
πεπόνι
πιρδίκ(ι), επίρρημα
- ο νεοσσός της πέρδικας, μικρή πέρδικα
- πολύ καλά στην υγεία, στη φράση έγινα περδίκ(ι)
Πιρδίκου η, ουσιαστικό
τοπωνύμιο στην περιοχή Λυγαριάς
πιριδρουμιάζου, ρήμα
τρώω πάρα πολύ, αχόρταγα
πιρίδρουμους ου, ουσιαστικό
πολύ φαγητό
πιρικουκλάδα η και του πιρικουκλάδ’ του, ουσιαστικό
- είδος αναρριχητικού φυτού
- (μεταφορικά) στον πληθυντικό πιρικουκλάδις, τα πολλά και περίπλοκα λόγια που χρησιμοποιεί κάποιος, για να αποφύγει να δώσει ευθεία και ξεκάθαρη απάντηση
πιριλαβαίνου, ρήμα
- επικρίνω κάποιον έντονα
- δέρνω κάποιον, π.χ. άμα σι πιριλάβου…
πιρινόσπουρους ου, ουσιαστικό
- μύκητας που παρασιτεί σε διάφορα φυτά και τα προσβάλλει
- υπάρχει μεγάλη έλλειψη σε κάτι, στη φράση έπισι πιρινόσπουρους
πιριστέρ’ του, ουσιαστικό
το περιστέρι
πιριστέρα η, ουσιαστικό
- το θηλυκό περιστέρι
- (χαϊδευτικά) ερωτική προσφώνηση γυναίκας, στη φράση περιστέρα μ’
πιριστιράκ(ι) του, ουσιαστικό
- το μικρό περιστέρι
- (χαϊδευτικά) ερωτική προσφώνηση γυναίκας, στη φράση πιριστιράκι μ’
πιριτρίμματα τα, ουσιαστικό
τρίμματα ψωμιού, ψίχες
πιρνάου, πιρνιέμι, ρήμα
- (για τόπο) διέρχομαι, προσπερνώ, π.χ. πέρασα απ’ του χουριό
- (για χρόνο) παρέρχομαι, π.χ. τα χρόνια πέρασαν
- έχω πέραση, έχω απήχηση, γίνομαι αποδεκτός, π.χ. δε (μ)πιρνάει ου λόγους τ’
- θεωρώ, θεωρούμαι, σκέφτομαι, π.χ. μ’ πιρνάει απ’ του μυαλό ή πιρνιέτι για σπουδαίους
πιρούν(ι) του, ουσιαστικό
το πιρούνι
Ετυμολογία
Προέρχεται από το αρχαίο περόνη (λεπτό και αιχμηρό μεταλλικό αντικείμενο σε σχήμα καρφίτσας)
> περόνιον (υποκοριστικό) > πιρούνι.
πιρουνιάζου, ρήμα
- τρυπώ
- κάνει τσουχτερό κρύο, στη φράση του κρύου πιρουνιάζει
πίρους ου, ουσιαστικό
ξύλινο πώμα βαρελιού.
πιρπατάου, ρήμα
- βαδίζω, πεζοπορώ
- (για υπόθεση) προχωράω, εξελίσσομαι κανονικά, π.χ. του πράμα πιρπατάει
πιρπατ’σιά η, ουσιαστικό
περπατησιά
πιρσι/ευάμινους, -ν(η), -ου, επίθετο
που περισσεύει
πισιό του, ουσιαστικό
το πέσιμο
πισκέσ(ι) του, ουσιαστικό
δώρο
πίσου μπρουστά, επιρρηματική έκφραση
κάπου εκεί, περίπου
πισουκάπλα, επίρρημα
καθισμένος στα καπούλια του αλόγου
πιστάγκουνα, επίρρημα
με τους αγκώνες προς τα πίσω, π.χ. τουν έδισαν πιστάγκουνα
πίστρουμα του, ουσιαστικό
στρίφωμα
πιστρόφια τα, ουσιαστικό
τραπέζι και γλέντι στο σπίτι της νύφης δεκαπέντε μέρες μετά τον γάμο
πιστρώνου, ρήμα
διπλώνω, γυρίζω
πίτα η, ουσιαστικό
- φαγητού ταψιού που ψήνεται στο φούρνο
- (μεταφορικά) α. αγαθό προς διανομή, π.χ. άφ’σι μιγάλ(η) κληρουνουμιά, κι κάθι κληρουνόμους θα πάρ’ μιγάλου κουμμάτ’ απ’ τ’ (μ)πίτα β. για όποιον επιδιώκει να πετύχει το μέγιστο όφελος χωρίς κόστος για τον εαυτό του, στη φράση και τη (μ)πίτα ακέρια κι του σκύλου χουρτάτου γ. για τεμπέληδες ή ανίκανους, που τα θέλουν όλα έτοιμα, στη φράση πέσι πίτα να σι φάου δ. για υπερβολική κατανάλωση αλκοολούχων ποτών, στη φράση γίνουμι πίτα
πιταλώνου, ρήμα
πεταλώνω, συνώνυμο: καλ(ι)βώνου
πιτάου, ρήμα
- κινούμαι στον αέρα με φτερά ή επιβαίνοντας σε πτητικό μηχανικό μέσο
- (μεταφορικά) α. δεν έχω συναίσθηση της πραγματικότητας, στη φράση πιτάου στα σύννι/εφα β. χάθηκε η ευκαιρία, στη φράση πέταξι του πλι
πιτάου, πιτάουμι και πιτιέμι, ρήμα
- ρίχνω, εκσφενδονίζω, π.χ. πιτάου του λ(ι)θάρ’
- ρίχνω κάτι ως άχρηστο, π.χ. πέταξα τα παλιόρ(ου)χα
- σηκώνομαι ξαφνικά από μια θέση, π.χ. πιτάχκα απ’ του κριβάτ’
- (μεταφορικά) α.διώχνω κάποιον ως ανεπιθύμητο, π.χ. του (μ)πέταξα απ’ του σπίτ’ β. ξοδεύω χρήματα αλόγιστα και άσκοπα, π.χ. πιτάει τα λι/εφτά τ’ ή πιταμένα λι/εφτά γ. μεταφέρω κάποιον ή πηγαίνω εγώ κάπου κοντά και γρήγορα, π.χ. θα σι πιτάξου ιγώ στου σπίτι σ’ ή πιτάχκα νια στιγμή στου μαγαζί δ. (για φυτό) βγάζω βλαστούς, π.χ. τα κλαριά πέταξαν ε. λέω κάτι σύντομα και συνήθως με υπονοούμενα, στη φράση πιτάου νια κβέντα στ. παρεμβαίνω σε συζήτηση ξαφνικά ή άκαιρα, από βιασύνη, επιπολαιότητα, στη φράση πιτάουμι σαν πουρδή ζ. αποφεύγω να κάνω κάτι μεταθέτοντάς το σε κάποιον άλλο, στη φράση πιτάου του μπαλάκ(ι)
πιτήδειους, -ια, -ιου
- επιτήδειος, επιδέξιος, ικανός
- αυτός που πετυχαίνει τους στόχους του με πλάγια μέσα
π(ι)τηδεύουμι, ρήμα
καταπιάνομαι με επιτυχία, τα καταφέρνω σε κάτι
πιτμέζ(ι) του, ουσιαστικό
- ο βρασμένος μούστος
- ο πολύ γλυκός, π.χ. ου καφές είνι/ε πιτμέζ(ι)!
πιτούμινα τα ουσιαστικό
πτηνά, πουλιά
πιτούμινους, -ν(η), -ου, επίθετο
(μεταφορικά) πολύ γρήγορος
πίτρα τα, ουσιαστικό
- τα πίτουρα
- (μεταφορικά) α. όποιος μπλέκει σε βρόμικες, σε ύποπτες δουλειές, ζημιώνεται, βλάπτεται, στη φράση όποιους ανακατεύιτι μι τα πίτρα (ν)του τρων οι κότις β. για πρόσωπο που πληρώνει ακριβά ευτελή πράγματα και δίνει σε φτηνή τιμή πράγματα που έχουν αξία, που δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα και σημασία σε επουσιώδη θέματα, και αντίθετα λιγότερη στα ουσιώδη, στη φράση ακριβός στα πίτρα και φτηνός στ’ αλεύρ’
πιτρέλιου και πιτρόλαδου του, ουσιαστικό
το πετρέλαιο
πιτρίτ’ς ου, ουσιαστικό
είδος γερακιού
πιτρουβουλάου, ρήμα
πετάω πέτρες, λιθοβολώ
πιτρουπέρδικα η, ουσιαστικό
πέρδικα που ζε σε βραχώδη μέρη
πιτρουπόλι/εμους ου, ουσιαστικό
συμπλοκή με πετροβολήματα ανάμεσα σε δύο αντίπαλες ομάδες παιδιών που έχει συνήθως τον χαρακτήρα παιχνιδιού
πιτρουτό του, ουσιαστικό
βραχώδες μέρος
πιτρώνου, ρήμα
γίνομαι σκληρός σαν πέτρα
πιτσί του, ουσιαστικό
το πετσί, το δέρμα, πληθυντικός πιτσιά
πιτσ(ι)άζου, ρήμα
σχηματίζω πέτσα
πιτσουκόβου, πιτσουκόβουμι, ρήμα
- σφάζω
- από αδεξιότητα δημιουργώ τραύματα, αόριστος πιτσουκόφκα
πιτσούν(ι) του, ουσιαστικό
- μικρό περιστέρι, νεοσσός
- (μεταφορικά και περιπαχτικά) οι ερωτευμένοι, στον πληθυντικό τα πιτσουνάκια
πιτσώνου, ρήμα
- καλύπτω με πετσί
- χτυπώ κάποιον στο πρόσωπο
- γέμισα την κοιλιά μου με πολύ φαγητό, στη φράση τ’ (μ)πέτσουσα
- συνευρίσκομαι ερωτικά με κάποια, στη φράση τ’ (μ)πιτσώνου
πιτχαίνου, ρήμα
- επιτυγχάνω, φέρνω το αποτέλεσμα που θέλω
- βρίσκω στόχο
- συναντώ κάποιον ή κάτι κατά τύχη
πιχνίδ’ του, ουσιαστικό
το παιχνίδι∙ συνηθισμένα παιδικά παιχνίδια ήταν:
1. αλάτι ψιλό αλάτι χοντρό… 2. η γρούνα 3. οι γυάλι/ες 4. ένα λεπτό κρεμμύδι γκέο βαγκέο… 5. ου καλόηρους 6. του κρυφτό 7. η κύλα 8. του κ(υ)νηγητό του 9. τα λάστιχα (οι σφεντόνες) 10. η μακριά γαϊδούρα 11. τα μήλα τα 12. του μπιζ 13. τα πιντόβλα 14. πιρνάει πιρνάει η μέλ(ι)σσα 15. πιτάει πιτάει ου γάιδαρους 16. ου πιτρουπόλι/εμους 17. ου σαϊτουπόλι/εμους 18. η σβούρα και του σβουράκ(ι) 19. τα σκαμνάκια 20. τα σκατόλια 21. τα σκλαβάκια 22. του σκ(οι)νάκι(ι) 23. του σπασμένου τηλέφουνου 24. τα τινικιδάκια 25. η τισσιρότα 26. του τριγουνάκ(ι) 27. η τριότα 28. η τσιλίκα 29. η τυφλόμγα
π’κάμσου του, ουσιαστικό
πουκάμισο
πλάδα η, ουσιαστικό
πουλάδα, κότα μικρής ηλικίας
πλάθου, ρήμα
με τον πλάστη ανοίγω τη ζύμη σε φύλλα
πλάι, επίρρημα
δίπλα, μαζί
πλάια τα, ουσιαστικό
- πλαγιές
- (μεταφορικά) τρελάθηκε, χάζεψε, στη φράση πήρε τα πλάια
πλαϊάζου, ρήμα
κοιμάμαι, αόριστος πλάιασα, συνώνυμο: γι/έρνου
πλαϊανός, -ή, -ό, επίθετο
διπλανός
πλαϊαστός, -ή, -ό, επίθετο
πλάγιος, κεκλιμένος
πλαϊρός, -ή, -ό, επίθετο
επικλινές έδαφος
πλάκα η, ουσιαστικό
- επίπεδη πέτρα
- επίπεδη τσιμεντένια οροφή κτηρίου
- καθετί που έχει σχήμα πλάκας, π.χ. νια πλάκα σαπούν(ι)
- δίσκος γραμοφώνου ή πικάπ
- ευχάριστη, διασκεδαστική κατάσταση, που δημιουργείται με αστεία, πειράγματα, καλαμπούρια
πλάκ(ι) του, ουσιαστικό
το μικρό πουλί
πλακιρός, -ή, -ό, επίθετο
ο επίπεδος και λείος, όπως η πέτρινη πλάκα
πλάκουμα του, ουσιαστικό
- αίσθημα βάρους στο στήθος, δυσφορία
- συνουσία
πλακώνου, πλακώνουμι, ρήμα
- καλύπτω, πιέζω, συνθλίβω
- φτάνω, εμφανίζομαι κάπου ορμητικά και ξαφνικά, ενσκήπτω, π.χ. πλάκουσι βαρυχ(ει)μουνιά
- κάνω κάτι γρήγορα και συνήθως πρόχειρα, π.χ. είχα πουλλές δλειες, αλλά τς πλάκουσα στα γλήγουρα κι ξιμπέρδιψα
- κάνω κάτι κατά κόρον, π.χ. πλακώθκαμι στα τσίπρα
- δέρνω, χτυπώ, πιάνομαι στα χέρια, π.χ. του (μ)πλάκουσα στου ξύλου ή πλακώθκαμι
- έρχομαι σε σε σεξουαλική επαφή, π.χ. τ’ (μ)πλακών(ει)
πλάλα η και πλαλ(η)τούρα η, ουσιαστικό
τρεχάλα
πλαλάου, ρήμα
τρέχω
πλάλ(η)μα του και πλαλ(η)τό, ουσιαστικό
τρέξιμο
πλανεύου, ρήμα
παρασύρω, ξελογιάζω με υποσχέσεις και κολακείες, εξαπατώ
πλάνους ου, ουσιαστικό
αυτός που ξεγελάει, εξαπατά, παρασύρει με λόγια, υποσχέσεις, κολακείες
πλαντάζου, ρήμα
νιώθω μεγάλη στενοχώρια, σκάω, π.χ. πλάνταξι στου κλάμα
πλάου, πλιέμι, ρήμα
- πουλάω, αόριστος πλήθκα
- για πανέξυπνο ή πολύ πονηρό άτομο, που πείθει ή που εξαπατά εύκολα τους άλλους, στη φράση σι πλάει κι σ’ αγουράζ(ει)
πλάρ’ του, ουσιαστικό
πουλάρι, νεογέννητο άλογο
πλαρκό του, ουσιαστικό
το μικρό του αλόγου ή του μουλαριού
πλάσ(η) η, ουσιαστικό
η Δημιουργία, το σύμπαν
πλασιά η, ουσιαστικό
φτειαξιά, συνώνυμο: φκειασιά
πλάσμα του, ουσιαστικό
κάθε έμψυχο δημιούργημα της φύσης, του Θεού, π.χ. ούλα τα πλάσματα τ’ Θιού
πλασματικά τα, ουσιαστικό
κλάσμα του ποσού της εκτιμώμενης συνολικής αξίας της παραγωγής καπνών που δινόταν ως δάνειο για την καλλιέργειά τους
πλάτ’ η, ουσιαστικό
- ωμοπλάτη
- σπάλα σφαχτού
πλατάνα η, ουσιαστικό
- μέρος, τοποθεσία με πολλά πλατάνια
- Πλατάνα, τοπωνύμιο στην περιοχή Λυγαριάς
πλατέα η, ουσιαστικό
η πλατεία, σζ’ (μ)πλατέα, στην πλατεία
πλάτουμα του και πλατουσ(ι)ά η, ουσιαστικό
πλατύς και ανοιχτός χώρος
πλατσκουκέφαλους ου, ουσιαστικό
αυτός που έχει πλακουτσωτό κεφάλι
πλατσκουμύτ’ς ου, ουσιαστικό
αυτός που έχει πλακουτσωτή μύτη
πλατσ’κουτός, -ή, -ό, επίθετο
- πλακουτσωτός, που έχει σχήμα πεπλατυσμένο
- που δεν είναι αφράτος
πλατσκώνου, ρήμα
πιέζω κάτι ώστε να γίνει πλατύ και ίσιο
πλειότιρου, επίρρημα
περισσότερο
πλέμπα η, ουσιαστικό
τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα
πλέου, ρήμα
πλέκω
πλι του, ουσιαστικό
- πουλί, πτηνό
- ως προσφώνηση οικειότητας και τρυφερότητας, στη φράση πλι μ’
- (μεταφορικά) α. χάθηκε η ευκαιρία στη φράση, του πλι πέταξι β. είμαι πολύ έξυπνος, ικανός, στη φράση πιάνου πλια στουν αέρα
πλιάτσκου του, ουσιαστικό
αρπαγή, λεηλασία
πλιατσκουλόι του, ουσιαστικό
το πλιάτσικο, η αρπαγή, η λεηλασία
πλι/εμόν(ι) του, ουσιαστικό
το πνευμόνι
πλ(ι)ένου, πλ(ι)ένουμι ρήμα
πλένω, αόριστος πλύθκα,
πλι/εξάνα η, ουσιαστικό
- πλεξούδα, είδος χτενίσματος
- αρμαθιά από πλεγμένα σκόρδα ή κρεμμύδια
πλι/ευριτώνου, πλι/ευριτώνουμι, ρήμα
- (μεταβατικό) γίνομαι αιτία να κρυολογήσει κάποιος, π.χ. μι πλι/ευρίτουσις
- (αμετάβατο ή παθητικό) κρυολογώ, πουντιάζω εγώ, π.χ. έκατσα στου κρύου κι πλι/ευρίτουσα ή πλι/ευριτώθκα
πλίθα η, ουσιαστικό
δομικό υλικό από λάσπη, πηλό ή τσιμέντο σε σχήμα ορθογώνιου παραλληλεπίπεδου
πλιο, επίρρημα
πια, πλέον, πλιότερος, περισσότερος
πλουμ’σμένους, -ν(η), -ου, επίθετο
στολισμένος
πλουταίνου, ρήμα
γίνομαι πλούσιος
πλούτια τα, ουσιαστικό
τα πλούτη
πλόχιρου του, ουσιαστικό
όσο χωράει στη χούφτα ενός χεριού
πλύμα του, ουσιατικό
- πλύσιμο
- επίρρημα, μούσκεμα, π.χ. έγινα πλύμα στουν ίδρουτα
πνάου, ρήμα
πεινάω
πνίου, ρήμα
πνίγω, αόριστος πίν(ι)ξα
ποιανού, ερωτηματική αντωνυμία
τίνος
ποίσ(ι)ους και ποίξ(ι)ους ου, ουσιαστικό
μειωτικός χαρακτηρισμός για πρόσωπο, στην υβριστική φράση ου (μ)ποίσ(ι)ους και ου δείξ(ι)ους
πόλκα η, ουσιαστικό
ζακέτα
πόνους ου, ουσιαστικό
- πόνος, π.χ. έχου ένα (μ)πόνου στ’ (γ)κλια
- δυστυχία, ταλαιπωρία, βάσανο, π.χ. λέου του (μ)πόνου μ’
πόντκας ου, ουσιαστικό
ποντικός
πόντλας και πόντλους ου, ουσιαστικό
- αυλόπορτα, εξώπορτα, πληθυντικός πόντλα
- ξεπόρτισε, έφυγε και χάθηκε, εξαφανίστηκε, στη φράση πήρι τα πόντλα
πόριμα του, ουσιαστικό
διαβίωση
πόρους ου, ουσιαστικό
πορεία, κατεύθυνση, π.χ. τι πόρου θα πάρ’
πόστα η, ουσιαστικό
- αργό τρένο διανομής ταχυδρομείου που σταματά σε όλους τους σταθμούς
- επίκριση, μάλωμα, κατσάδα, στη φράση τουν βάνου πόστα
πόστου του, ουσιαστικό
- καίρια θέση
- αξίωμα
πότι, επίρρημα
πότε
πότ’σμα, ουσιαστικό
το πότισμα, π.χ.
πουγκί του, ουσιαστικό
σακουλάκι από ύφασμα ή δέρμα μέσα στο οποίο έβαζαν χρήματα
πουγκώνω, ρήμα
κόβω την ανάσα, προκαλώ ασφυξία
πουδάρ’ του, ουσιαστικό
- πόδι
- (μεταφορικά) α. φεύγω γρήγορα, στη φράση του βάνου στα πουδάρια, β. δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ενός ατυχήματος, ενός κινδύνου παρά τις όποιες προφυλάξεις, στη φράση ου διάουλους έχ(ει) πουλλά πουδάρια γ. απαιτώ κάτι έντονα, προσπαθώ να επιβάλω τη θέλησή μου, στη φράση πατάου πουδάρ’ δ. για να δηλωθεί φόβος ή δυσάρεστη έκπληξη, στη φράση κόπκαν τα πουδάρια μ’ ε. εμποδίζω, δυσκολεύω τις κινήσεις κάποιου με την παρουσία μου ή με ενέργειές μου, στη φράση μπιρδεύουμι στα πουδάρια τ’ στ. ικετεύω κάποιον, στη φράση πέφτου στα πουδάρια τ’ ζ. βιαστικά, πρόχειρα, στη φράση στου πουδάρ’ η. κινούμαι, περπατώ, στη φράση παίρνου τα πουδάρια μ’ θ. όρθιος, στη φράση στου πουδάρ’ ι. αναστατώνω, στη φράση σκώνου στου πουδάρ’
πουδαράτους, -τ(η), -ου, επίθετο
με τα πόδια, πεζός, περπατώντας
πουδαρκό του, ουσιαστικό
η καλή τύχη που θεωρείται ότι θα φέρει η υποδοχή κάποιου που μπαίνει πρώτος στο σπίτι
πουδαρόδρουμους ου, ουσιαστικό
πεζοπορία
πουδένου, πουδένουμι, ρήμα
- φοράω παπούτσια
- αγοράζω για κάποιον παπούτσια, του τα εξασφαλίζου, π.χ. τουν ντύνου κι τουν πουδένου
πουδιά η, ουσιαστικό
ποδιά
πουδισ(ι)ά η, ουσιαστικό
ένα ζευγάρι παπούτσια
πουδουβουλή η, ουσιαστικό
ποδοβολητό, δυνατός θόρυβος από γρήγορο βηματισμό ή τρέξιμο ενός ή συνήθως περισσότερων ανθρώπων ή ζώων
πουδουπατάου, ρήμα
- πατάω βίαια κάποιον με τα πόδια μου
- (μεταφορικά) καταπατώ, παραβιάζω ανοιχτά και προκλητικά, κατεξευτελίζω
πουδουσίδ’ του, ουσιαστικό
δώρο που στέλνουμε σε κάποιον με δικό μας άνθρωπο
πουδουτσακιέμι, ρήμα
τρέχω γρήγορα
πούθι, επίρρημα
από πού, από ποιο μέρος, π.χ. πούθι έρχισι;
πουλ(ει)φάδ’ του, ουσιαστικό
- απολειφάδι, υπόλειμμα, απομεινάρι
- (μεταφορικά και μειωτικά) για άνθρωπο ιδιαίτερα μικρόσωμο, αδύνατο, καχεκτικό
πουλ(η)σιά η, ουσιαστικό
πώληση, πούλημα
πουλυξιτάζου, ρήμα
εξετάζω λεπτομερώς
πουμπεύου, ρήμα
διαπομπεύω
πουμπή η, ουσιαστικό
διαπόμπευση
πουμπώνου, πουμπώνουμι
πουγκώνου, παθαίνω ασφυξία
πουνάου, ρήμα
- πονάω
- αισθάνομαι ψυχικό πόνο, στενοχώρια, λύπη, συμπόνια, νοσταλγία
πουνίδ’ του, ουσιαστικό
πόνος
πουνι/ετκός, -ιά, -ό, επίθετο
ο πονετικός, αυτό που νιώθει συμπόνια για τον άλλο
πούντα η, ουσιαστικό
κρυολόγημα
πουντάρου, ρήμα
- στοιχηματίζω
- βασίζομαι, υπολογίζω σε κάτι
πουντιάζου, ρήμα
1. (μεταβατικό) κρυώνω, π.χ. μι πούντιασις
2. (αμετάβατο) κρυώνω, κρυολογώ, άφ’σα του παράθυρου ανοιχτό κι πούντιασα
πούντους, πούντη, πούντου, ερωτηματική αντωνυμία
πού είναι, πού βρίσκεται κάποιος
πουρδή, η
- πορδή, κλανιά
- (μεταφορικά) μικρό, ασήμαντο, αμελητέο μέγεθος
πουρδίλας ου, ουσιαστικό
- αυτός που πέρδεται, που αφήνει πορδές, συνώνυμο: κλανιάρς
- φοβητσιάρης
πουρδουκλάνου, ρήμα
(μεταφορικά) αδιαφορώ
πουρεύουμι, ρήμα
- περπατώ, προχωρώ, αόριστος πουρεύκα
- περνώ, περνώ τη ζωή, διαβιώ, π.χ. τα λι/εφτά μας φτάνουν για να πορέψουμι του μήνα ή πώς πουρεύουντι;
πουρνάρ’ του, ουσιαστικό
- πουρνάρι
- (μεταφορικά) αφήνω κάτι πολύ σημαντικό για κάτι δευτερεύον, στη φράση αφήνου του γάμου κι πάου για πουρνάρια
πουρναρόξλου του, ουσιαστικό
ξύλο από πουρνάρι
Πουρναρόραχ(η) η, ουσιαστικό
τοπωνύμιο στην περιοχή Λυγαριάς
πουρνό του, ουσιαστικό
πρωινό, πρωί, πουρνό πουρνό πολύ πρωί
πούσ(ι) του, ουσιαστικό
ομίχλη
πουτάμ’ του, ουσιαστικό
- το ποτάμι
- (μεταφορικά) α. απέτυχε, καταστράφηκε, στη φράση του (μ)πήρι το πουτάμ’ β. πρέπει να είναι κάποιος επιφυλακτικός απέναντι σε ανθρώπους με φαινομενικά ήρεμη συμπεριφορά, στη φράση τα σιγανά πουτάμια να φουβάσι
πουταμιά η, ουσιαστικό
περιοχή γύρω από ποτάμι
πούτανους ου, ουσιαστικό
πουτάνα
πουτέ, επίρρημα
ποτέ
πουτίζου, ποτίζουμι, ρήμα
- δίνω, ρίχνω νερό, αρδεύω
- δίνω πόσιμο υγρό σε κάποιον, π.χ. μι πότ’σι κρασί
- υγραίνομαι, νοτίζω, π.χ. ου τοίχους πότ’σι
- (μεταφορικά) πίκρανα, στενοχώρησα κάποιον πολύ, στη φράση μι πότ’σι φαρμάκ(ι)
πουτιστκό, ουσιαστικό
ποτιστικό, χωράφι που ποτίζεται
πουτίστρα η και πουτ’στής ου, ουσιαστικό
το μέρος, η εγκατάσταση ή το σκεύος από όπου πίνουν νερό τα ζώα
πουτσούλας ου, ουσιαστικό
άξιος άνθρωπος
πουτ’στήρ’ του, ουσιαστικό
δοχείο που χρησιμοποιείται με πότισμα
πράζου, ρήμα
- πειράζου, ενοχλώ, π.χ. πράζ’ α ντράου; (πειράζει αν τηράω;)
- αγγίζω, μη (ν)του πράζ(ει)ς
πράιτου του, ουσιαστικό
το πρόβατο
πράμα του, ουσιαστικό
- πράγμα, αντικείμενο
- εμπόρευμα, πραμάτεια
- γεννητικά όργανα, π.χ. φάν(η)κι του πράμα τς
- υπόθεση, ζήτημα, π.χ. αστείου πράμα, (ειρωνικά) για κάτι ασήμαντο, στη φράση σπουδαίου πράμα!
- για κάτι σπουδαίο, σημαντικό, στη φράση άλλου πράμα!
- για να δηλωθεί θετική ή αρνητική έκπληξη, θαυμασμός, απορία, στη φράση τι πράμα είναι αυτό!
- κατάσταση, π.χ. τα πράματα δε (μ)παν καλά
- ασχολίες, εργασίες, ενέργειες, π.χ. έχου πουλλά πράματα να κάνου
- συμπεριφορά, π.χ. τι πράματα είνι/ε αυτά;
πράματα τα, ουσιαστικό
τα ζώα, τα ζωντανά, τα γιδοπρόβατα
πρατάρ’ς ου, ουσιαστικό
ο βοσκός προβάτων
πραμάτεια η, ουσιαστικό
εμπόρευμα
πραματιευτής ου, ουσιαστικό
πλανόδιος έμπορος, συνώνυμο: γυρουλόγους
πράσου του, ουσιαστικό
- είδος φαγώσιμου λαχανικού
- συλλαμβάνω κάποιον επ΄ αυτοφώρω, τον αιφνιδιάζω τη στιγμή που κάνει κάτι παράνομο, παράτυπο, στη φράση τουν έπιασα στα πράσα
πρατάκια τα, ουσιαστικό
προβατάκια, λίγα πρόβατα
πρατάρς ου, ουσιαστικό
αυτός που έχει, που φυλάει πρόβατα, πληθυντικός πρατάρδις
πρατίλα και προυβατίλα η, ουσιαστικό
μυρωδιά από πρόβατα
πρατίνα η, ουσιαστικό
η προβατίνα
πρατσαλάου και πριτσανάου, ρήμα
ο μικρής έντασης κρότος, ο ήχος, που κάνουν τα τσάκνα, τα λειανόκλαδα, όταν καίγονται
πράττου, ρήμα
κάνω, ενεργώ
πρέζα η, ουσιαστικό
μικρή ποσότητα, π.χ. μια πρέζα ζάχαρ’
πρέκι του, ουσιαστικό
- οριζόντιο δοκάρι στο επάνω μέρος θύρας ή παραθύρου για την υποστήριξη της υπερκείμενης τοιχοποιίας
- (ως βρισιά) καταστρέφω τα στηρίγματά σου, σε διαλύω, στη φράση γαμού τα πρέκια σ’
πρέκνα η, ουσιαστικό
κηλίδα στην επιδερμίδα του προσώπου, πανάδα, φακίδα
πρέπουν, ρήμα
ταιριάζουν, αρμόζουν, αξίζουν, συνήθως απρόσωπο πρέπ(ει)
πρέφα η, ουσιαστικό
- είδος χαρτοπαιγνίου, που παίζεται με τρεις ή και με τέσσερις παίκτες
- (μεταφορικά) τον κατάλαβα, αντιλήφθηκα τις προθέσεις του, στη φράση του (μ)πήρα πρέφα
πρήζου, πρήζουμι, ρήμα
- προκαλώ οίδημα, φούσκωμα, αόριστος πρήσκα
- (μεταφορικά) ταλαιπωρώ, παιδεύω, σκάω, στη φράση μ’ έπρηξις
πρικνιάρς ου, ουσιαστικό
αυτός που έχει φακίδες
πριμέτ’ς ου, ουσιαστικό
χαζός
πριμούρα η, ουσιαστικό
η βιασύνη, το ενδιαφέρον
πριόβουλους ου, ουσιαστικό
ατσάλινο αντικείμενο, εξάρτημα του τσακμακιού, με το οποίο χτυπούσαν τις τσακμακόπετρες για να βγάλουν σπίθες
Ετυμολογία
Προέρχεται από το αρχαίο πυροβόλος: που ρίχνει φωτιά.
πριπούμινους, -ν(η), -ου, επίθετο
πρέπων
πριτσ(ι)αλάου και πριτσ(ι)αλίζου, πριτσ(ι)αλιέμαι και πριτσ(ι)αλιώμι, ρήμα
λέγεται για τα γίδια όταν εκδηλώνουν το γενετήσιο ένστικτο, το ένστικτο αναπαραγωγής π.χ. τα γίδια πριτσαλίσκαν
πριφαδόρους ου, ουσιαστικό
παίχτης πρέφας
πριχού, επίρρημα
προτού
πρόιδρους ου, ουσιαστικό
ο πρόεδρος του χωριού
πρόσουπου του, ουσιαστικό
το πρόσωπο, π.χ. πλυν’ του πρόσουπου σ’
πρόσφουρου του, ουσιαστικό
μικρό ψωμί σε σχήμα λειτουργιάς
πρότα τα, ουσιαστικό
τα πρόβατα
προυάλλι/ες οι, ουσιαστικό
οι προηγούμενες μέρες
προυβέλνου, ρήμα
προβάλλω, εμφανίζομαι
προυβέντα η, ουσιαστικό
στρογγυλό ψωμί του γάμου με διάφορα κεντήματα στη ζύμη και ανάγλυφη πλεξούδα στην επιφάνειά του
προυβιά η, ουσιαστικό
δέρμα προβάτου με το τρίχωμά του
προυγκάου, ρήμα
διώχνω κάποιον ή κάτι εκφοβίζοντάς τον με φωνές και με θόρυβο
προυγόν(ι) του, ουσιαστικό
το παιδί, άντρα ή γυναίκας, από προηγούμενο γάμο
προυγούλ(ι) του, ουσιαστικό
οι δίπλες που σχηματίζει το δέρμα κάτω από το σαγόνι σε έναν παχύ λαιμό λόγω του λίπους που υπάρχει από κάτω
προυζύμ’ του, ουσιαστικό
- το προζύμι, μαγιά για την παρασκευή ψωμιού
- (μεταφορικά) το πρώτο, το αρχικό στοιχείο που αποτελεί τη βάση για κάτι
- στον πληθυντικό προζύμια, το ζύμωμα της κουλούρας (αναπιάνουν τα προυζύμια) του γαμπρού στο σπίτι του, λίγες μέρες πριν από το γάμο
προυί του, ουσιαστικό
το πρωί
προυιμίζου, ρήμα
εμφανίζομαι, γίνομαι πρώιμα
προυκάνου, ρήμα
προλαβαίνω, προφταίνω
προυκόβου, ρήμα
αποκτώ καλή οικονομική κατάσταση, ζω άνετα, ευημερώ
προυκοίλ(ι) του, ουσιαστικό
μεγάλη, εξογκωμένη κοιλιά
προυκουπή η, ουσιαστικό
καλή οικονομική κατάσταση, ευημερία, ως αποτέλεσμα προσπάθειας, μόχθου, εργατικότητας
προυσάγγουνου του, ουσιαστικό
το δισέγγονο
προυσαλείβουμι, ρήμα
αλείβομαι, πασαλείφομαι
προυσάναμμα του, ουσιαστικό
λεπτά, ξερά και εύφλεκτα κλαδιά για το εύκολο άναμμα της φωτιάς
προυσήλιου του, ουσιαστικό
μέρος που το βλέπει για το μεγαλύτερο διάστημα της μέρας ο ήλιος, αντώνυμο: ζιρβό
προυσθλιάζου, ρήμα
βάζω το νεογέννητο στη θηλή να θηλάσει, συνωνυμο: βζουπιάνου
προυσίφιρα, ρήμα
σε πέρασα λόγω ομοιότητας για κάποιον άλλο
προυσκαλάου, ρήμα
προσκαλώ
προυσκέφαλου του, ουσιαστικό
το μαξιλάρι
προυσκουλλιώμι και προυσκουλλιέμι, ρήμα
πηγαίνω απρόσκλητος κοντά σε συντροφιά και προσπαθώ με τρόπο φορτικό να δημιουργήσω φιλικές σχέσεις με τους άλλους
προυσκύνα η, ουσιαστικό
- αυτό που προσκυνάει κάποιος, τα ιερά και τα όσιά του
- (βλαστήμια), στη φράση (γαμού) τη (μ)προυσκύνα σ’
προυσκ(υ)νάου, ρήμα
- εκδηλώνω γονατιστός την πίστη μου σε κάτι ιερό
- δηλώνω την υποταγή μου, γονατίζοντας ή σκύβοντας το κεφάλι μπροστά σε έναν αφέντη
- (μεταφορικά) νυστάζω πολύ, μου πέφτει το κεφάλι από τη νύστα
προυσφάι του, ουσιαστικό
αυτό που τρώει κάποιος με ψωμί ως συμπλήρωμά του ψωμιού
προυσώρας, επίρρημα
προσωρινά, για την ώρα
προυτού, επίρρημα
προτού, πριν
προυφταίνου, ρήμα
προλαβαίνω, π.χ. τρέχου κι δε (μ)προυφταίνου
προυχάλα η, ουσιαστικό
ψιχάλισμα, π.χ. ίφιρι νια προυχάλα
προυχαλίζου, ρήμα
καταβρέχω κάποιον φυσώντας με δύναμη νερό που κρατάω στο στόμα μου
πρόχ(ει), απρόσωπο ρήμα
βολεύει, εξυπηρετεί, π.χ. αύριου δε μ’ (μ)πρόχ(ει)
πρώνου, πρώνουμι, ρήμα
- γίνομαι πολύ ζεστός και εκπέμπω θερμότητα, π.χ. πρών(ει) ου τόπους
- πυρώνομαι, ζεσταίνομαι στη φωτιά
πρωτουξάδιρφα τα, ουσιαστικό
τα πρώτα ξαδέρφια
π’σουκάπλα, επίρρημα
καβάλα στα καπούλια του αλόγου ή του γαϊδάρου
π’στρώνου, π’στρώνουμι, ρήμα
- τακτοποιώ τα σκεπάσματα ανθρώπου που κοιμάται, για να μη γλιστρήσουν και του φύγουν
- στρογγυλοκάθομαι κάπου
π’σώκουλα, επίρρημα
πίσω πίσω
π’τιά η, ουσιαστικό
η πυτιά, το στομάχι των κατσικιών από το οποίο παίρνουν το πηκτικό ένζυμο, για να πήξουν το γάλα για παραγωγή τυριού
π’τσαράς ου,
λεβέντης, άξιος άνθρωπος
π’τσαρίνα η, ουσιαστικό
αντρογυναίκα, γυναίκα άξια και ικανή σαν άντρας
πύρα η, ουσιαστικό
θερμότητα που εκπέμπεται από τη φωτιά
πυρουστιά η, ουσιαστικό
σιδερένιος τρίποδας που τον τοποθετούν πάνω από τη φωτιά, για να ακουμπούν πάνω σε αυτόν το μαγειρικό σκεύος
Ρ
ραβδίζου, ρήμα
χτυπώ με μακρύ ραβδί τα κλαδιά ενός δέντρου για να πέσουν κάτω οι καρποί του
ράγα η, ουσιαστικό
- η ρώγα
- θηλή από μαστό
ράγες οι, ουσιαστικό
οι γραμμές του τρένου
ραγουλουγάου, ρήμα
διαλέγω τις κόκκινες ρώγες σταφυλιών
ράδιου του, ουσιαστικό
ραδιόφωνο
ραΐζου, ρήμα
ραγίζω
ραίνου, ρήμα
- κακοποιώ σεξουαλικά, βιάζω
- κακομεταχειρίζομαι, κακοποιώ, στη φράση να κάν(ει) και να ράν(ει)
ρακί του, ουσιαστικό
τσίπουρο
ρακουπότρου του, ουσιαστικό
ποτήρι για ρακί
ραμί του και ραμή η, ουσιαστικό
είδος χαρτοπαιγνίου
ράμμα του, ουσιαστικό
- κλωστή, νήμα ραφής
- (μεταφορικά, ως απειλή) έχω υπόψη μου πολλά επιβαρυντικά στοιχεία σε βάρος κάποιου και του επιφυλάσσω δυσάρεστη ανταπόδοση, στη φράση έχου ράμματα για τ’ γούνα τ’
ραχάτ’ του, ουσιαστικό
ανάπαυση, άνεση, νωχέλεια, χουζούρι
ραχατεύου, ρήμα
τεμπελιάζω, βρίσκομαι σε κατάσταση απραξίας και ανάπαυσης και το απολαμβάνω
ράχ(η) η, ουσιαστικό
- πλάτη
- κορυφή λόφου ή βουνού, κορυφογραμμή
ραχιά η, ουσιαστικό
ράχη αλόγου
ραχλιάζου, ρήμα
μουχλιάζω, π.χ. του ψουμί ράχλιασι
ραχούλα η, ουσιαστικό
μικρή, χαμηλή ράχη
ρε, και ουρέ, επιφώνημα κλητικό
ανάλογα με τα συμφραζόμενα μπορεί να εκφράζει προσφώνηση, αγανάκτηση ή έκπληξη, π.χ. τι λες ουρέ!
ρέβου, ρήμα
- γίνομαι ερείπιο, καταρρέω
- α. (μεταβατικό) καταπονώ, εξαντλώ, π.χ. τουν έρριψι η αρρώστια β. (αμετάβατο) εξαντλούμαι σωματικά, αδυνατίζω, λιώνω, π.χ. έχ(ει) ρέψ(ει) απ’ τ’ (μ)πείνα
ρέγουλα η, ουσιαστικό
ο κανονικός ρυθμός, το μέτρο
ρείκ(ι) του, ουσιαστικό
αυτοφυής θάμνος
ρέκλα η, ουσιαστικό
ατονία, οκνηρία
ρέκους ου, ουσιαστικό
σκούξιμο, σπαρακτικό κλάμα
ρέμα του, ουσιαστικό
- κοίτη χειμάρρου
- (μεταφορικά) α. καταστράφηκε, στη φράση του (μ)πήρι του ρέμα β. άχρηστος, για πέταμα, στη φράση είνι/ε για του ρέμα
ρέμπιλους ου, ουσιαστικό
τεμπέλης, αχαΐρευτος
ρέψ(ι)μου του, ουσιαστικό
- εξασθένηση, αδυνάτισμα
- η ηχηρή εκπνοή στομαχικών αερίων από το στόμα
ρζάφτ’ του, ουσιαστικό
η ρίζα του αφτιού, το μέρος του κεφαλιού κάτω από το αφτί
ρζο του, ουσιαστικό
οι πρόποδες, χωράφι που βρίσκεται στους πρόποδες λόφου, πληθυντικός ρζα
ρζώνου, ρήμα
- ριζώνω, βγάζω ρίζες
- (μεταφορικά) αποκτώ στενούς και σταθερούς δεσμούς με ορισμένο περιβάλλον ή τόπο
- πηγαίνω ακρη ακρη, συνήθως για να αποφύγω κάτι, π.χ. ρίζουσα στου (ν)τοίχου κι δε μ’ είδι
ρήγας ου, ουσιαστικό
βασιλιάς
ριβέμ’ του, ουσιαστικό
πλαγιαστό, πλαγιά
ριβέν(ι) του, ουσιαστικό
χωράφι σε πλαγιά λόφου με αδύνατο χώμα
ριβός, -ή, -ό, επίθετο
πλάγιος, λοξός, κυρτός, επίρρημα ριβά
ριγάλου του, ουσιαστικό
χρηματικό ποσό που δίνει κάποιος σε άλλον από ευχαρίστηση για εξυπηρέτηση που του πρόσφερε, φιλοδώρημα
ριγουλάρου, ρήμα
ρυθμίζω
ρίζα η, ουσιαστικό
- η ρίζα φυτού ή δέντρου, πληθυντικός ρίζις
- (συνεκδοχικά) το ίδιο το φυτό ή δέντρο, π.χ. δέκα ρίζις ιλιές, δέκα ελαιόδενδρα
- (στον πληθυντικό, συνήθως) η καταγωγή, η γενιά κάποιου
ριζίλ(η)ς ου,ουσιαστικό
αυτός που έχει γίνει ή γίνεται ρεζίλι
ριζίλ(ι) του, ουσιαστικό
για πρόσωπο που, με πράξη ή πάθημά του, ντροπιάζεται ή γελοιοποιείται, εξευτελίζεται, π.χ. σα δε ντρέπιτι του ριζίλ(ι)
ριζίλι/εμα του, ουσιαστικό
γελοιοποίηση, εξευτελισμός
ριζιμιός, -ιά, -ιό, επίθετο
που είναι βαθιά ριζωμένος στη γη, π.χ. ριζιμιά λ(ι)θάρια
ριζκό του, ουσιαστικό
το ριζικό, η μοίρα, το πεπρωμένο
ριζλεύου, ριζλεύουμι
γελοιοποιώ, εξευτελίζω, ντροπιάζω κάποιον μπροστά σε άλλους
ριζλίκ(ι) του, ουσιαστικό
ντρόπιασμα, εξευτελισμός, γελοιοποίηση
ρικάζου, ρήμα
ρεκάζω, φωνάζω δυνατά εξαιτίας πόνου ή φόβου, σκούζω, κλαίω σπαρακτικά
ρικλιάζου, ρήμα
ζαρώνω, μαραίνομαι, πανιάζω
ρικουμανάου, ρήμα
ρεκάζω, σκούζω
ριμάλ(ι) του, ουσιαστικό
αχρείος, τιποτένιος άνθρωπος
ριματιά η, ουσιαστικό
ρεματιά, στενό, μακρύ και βαθύ άνοιγμα σε ορεινό έδαφος
ριμιτακά τα, ουσιαστικό
οι ρευματισμοί
ριμόν(ι) του, ουσιαστικό
μεγάλο κόσκινο με λαμαρίνα τρυπητή για το κοσκίνισμα των δημητριακών
ριμούλα η, ουσιαστικό
απάτη κατά τη διαχείριση μιας οικονομικής υπόθεσης
ριμπέτας ου, ουσιαστικό
τεμπέλης, αχαΐρευτος
ριμπιλεύου και ριμπιλιάζου, ρήμα
κάνω ζωή τεμπέλικη, ακατάστατη και χωρίς προκοπή
ριμπιλιό του, ουσιαστικό
τεμπελιά, π.χ. το ’ρξι στου ριμπιλιό
ριμπισκές ου, ουσιαστικό
τεμπέλης, αργόσχολος, ανεπρόκοπος, χαραμοφάης
ριντάου, ρήμα
ραντίζω
ριντές ου, ουσιαστικό
ο τενεκές με του οποίου το νερό που περιέχει ραντίζουν τα φυτά
ριντίκουλου του, ουσιαστικό
ανάξιος, ευτελής, γελοίος
ρισκάρου, ρήμα
αποτολμώ, ριψοκινδυνεύω
ριτάλ(ι) του, ουσιαστικό
- το τελευταίο υπόλοιπο από ολόκληρο τόπι υφάσματος
- (μεταφορικά και μειωτικά) για πρόσωπο εντελώς ανάξιο λόγου και ασήμαντο ή καχεκτικό και αδύναμο
ριτσέλ(ι) του, ουσιαστικό
γλύκισμα από μούστο
ριφινές ου, ουσιαστικό
η από κοινού πληρωμή δαπάνης
ρίχνου, ρίχνουμι, ρήμα
- πετώ, πέφτω, ορμώ, κατεβάζω, γκρεμίζω
- πυροβολώ, π.χ. έρξαν στου ψαχνό
- για φυτά, πετάω βλαστάρι
- (μεταφορικά) α. έφυγε και δεν ξαναγύρισε, στη φράση έρξι μαύρ’ πέτρα β. διασκεδάζω, στη φράση του ρίχνου όξου γ. προσποιούμαι τον αδιάφορο ή τον αμέτοχο, κάνω πως δε με ενδιαφέρει κάτι, στη φράση του ρίχνου στ’ (μ)παλαβή δ. λέω πράγματα, φαινομενικά άσχετα και χωρίς σημασία, για να αναγκάσω κάποιον να αποκαλύψει την αλήθεια, στη φράση ρίχνου άδεια, για να πιάσου γιμάτα ε. με εξαπάτησε, στη φράση μ’ έρξι στ. έπεισα κάποια να συνδεθεί ερωτικά μαζί μου, στη φράση τν έρξα, ζ. βάζω, τοποθετώ, στη φράση ρίχνου λι/εφτά η. κοιτώ για λίγο, πρόχειρα και βιαστικά, στη φράση ρίχνου νια ματιά θ. απέβαλε ή έκανε έκτρωση στη φράση το ’ρξι θ. χρεοκοπώ,πτωχεύω, στη φράση ρίχνου κανόνι ι. ψηλώνω, στη φράση ρίχνου μπόι
ρμάδ’ και ρμαδιό του, ουσιαστικό
έρημο, εγκαταλειμμένο, χάλασμα, συνώνυμο: έρμου
ρμαδιακό του, ουσιαστικό
έρημο
ρμάζου, ρήμα
- (μεταβατικό) καταστρέφω, π.χ. μι ρήμαξις
- (αμετάβατο) μένω έρημος, καταστρέφομαι, π.χ. ρήμαξαν οι στάνες
ρμάνι του, ουσιαστικό
ρουμάνι, λόγγος, δάσος με πυκνή άγρια βλάστηση
ρόβ’ του, ουσιαστικό
το ρόβι, φυτό ανθεκτικό στην ξηρασία και στο κρύο, κατάλληλο για ζωοτροφή
Ετυμολογία
Προέρχεται από την αρχαία λέξη όροβος, το ρόβι
ρόγα η, ουσιαστικό
η αμοιβή, ο μισθός του βοσκού
ρόζους ου, ουσιαστικό
- σκλήρυνση που εμφανίζεται στο δέρμα της παλάμης και των δακτύλων
- σκλήρυνση σε ορισμένο σημείο ξύλου
ρόιδο(υ) του, ουσιαστικό
- ρόδι, πληθυντικός ρόιδια
- (μεταφορικά) αποτυγχάνω σε κάτι λόγω αδέξιου χειρισμού, στη φράση τα ’κανι/ες ρόιδο(υ)
ροϊδουκόκκινους, -η, -ου, επίθετο
που έχει ελαφρώς κόκκινο χρώμα
ρόκα η, ουσιαστικό
- λεπτό, σχετικά μακρύ, κυλινδρικό ξύλο πάνω στην οποία στερεώνουν το μαλλί, για να το γνέσουν με το χέρι
- (μεταφορικά) για σπασμένο πόδι που είναι σε νάρθηκα, στη φράση ρόκα του πουδάρ’
ρουβουλάου, ρήμα
τρέχω στον κατήφορο, κατηφορίζω
ρούγα η, ουσιαστικό
ο δρόμος, η γειτονιά
ρουδάν(ι) του, ουσιαστικό
- μικρός τροχός που περιστρέφεται με μεγάλη ταχύτητα και κινεί το αδράχτι πάνω στο οποίο τυλίγεται το νήμα
- (μεταφορικά) λέγεται για φλύαρο, που μιλάει γρήγορα και ασταμάτητα, στη φράση η γλώσσα τ’ πάει ρουδάν(ι)
ρουί του, ουσιαστικό
επιτραπέζιο δοχείο λαδιού ειδικού σχήματος
ρουιάζου, ρήμα
πληρώνω ρόγα, μισθό σε τσοπάνη
ρουιδάμ’ του, ουσιαστικό
τα τρυφερά βλαστάρια που βγάζει το πουρνάρι την άνοιξη και είναι εκλεκτή τροφή για τα γίδια
Ετυμολογία
από το ροδαμός ….. ……..
ρουιδίζου, ρήμα
αποκτώ σιγά σιγά κόκκινο χρώμα
ρουιδούλα η, ουσιαστικό
ροδομάγουλη
ρουκανάου και ρουκανίζου, ρήμα
τρώω κάτι σκληρό με θόρυβο και λίγο λίγο
ρουμαίικου, του
το ελληνικό κράτος
Ρουμαίοι οι, ουσιαστικό
Ρωμιοί, π.χ. πουτές μου δεν εμάλουσα μι τούρκους μι Ρωμαίους
ρούπ’ του, ουσιαστικό
- υποδιαίρεση του (παλαιού) εμπορικού πήχη, ίση με οχτώ εκατοστά του μέτρου
- δε μετακινούμαι από θέση ή τόπο ή δεν αλλάζω γνώμη, στη φράση δε κάνου ρούπ’ πίσου ή δε (ν)του κνάου ρούπ’
ρούπουμα του, ουσιαστικό
χορτασμός, κορεσμός
ρούσους, -α -ου, επίθετο
ξανθός, ξανθοκόκκινος
ρουφιανεύου, ρήμα
- συκοφαντώ
- καταδίδω
ρουφιανιά η, ουσιαστικό
- συκοφαντία, διαβολή
- κατάδοση, σπιουνιά
ρουφιάνους ου, ρουφιάνα η, ουσιαστικό
ρουχάζου, ρήμα
ροχαλίζω
ρουχάλα η και ρόχαλου του, ουσιαστικό
ροχάλα, φλέμα
ρουχνάου και ρουχνίζου, ρήμα
ρουθουνίζω, αναπνέω με δυσκολία από τη μύτη, λόγω συναχιού, ροχαλίζω
ρούχου του, ουσιαστικό
- ένδυμα
- κλινοσκέπασμα
- (μεταφορικά) α. εκνευρίζομαι, γκρινιάζω χωρίς λόγο, στη φράση τρώουμι μι τα ρούχα μ’ β. εκδηλώνω με έντονο τρόπο οργή, θυμό, στη φράση βγαίνου απ’ τα ρούχα μ’ γ. όποιος παίρνει προφυλάξεις, δεν τα χάνει όλα, στη φράση όποιους φλάει τα ρούχα τ’ έχ(ει) τα μπσα δ. για γυναίκα που είναι σε περίοδο έμμηνης ροής ή, ειρωνικά, για πρόσωπο που θυμώνει, δυσφορεί, που έχει παραξενιές, στη φράση έχ(ει) τα ρούχα τς
ρπώνου, ρήμα
ρουπώνω, χορταίνω
ρυμούρκα η, ουσιαστικό
ρυμούλκα, μεγάλη καρότσα που ρυμουλκείται από τρακτέρ
ρχιέμι και ρχιώμι, ρήμα
έρχομαι, φτάνω, π.χ. πότι ρχιέτι του πιδί;
ρώγα η, ουσιαστικό
- ο καρπός του σταφυλιού, π.χ. μάζευι κι ας είν’ κι ρώγις
- η θηλή του μαστού
Σ
σαγάνι του, ουσιαστικό
τηγάνι με δύο αντικριστές λαβές
σα ’δώ, σα ’δώθι, επιρρηματικές εκφράσεις
προς τα εδώ, π.χ. έλα σα ’δω
σα κάτ’, επίρρημα
προς τα κάτω
σα ’κεί και σα ’κείθι επιρρηματική έκφραση
προς τα εκεί, π.χ. σα ’κεί πήγι
σα μέσα, επίρρημα
προς τα μέσα
σα όξου, επίρρημα
προς τα έξω
σα πάν’, επίρρημα
προς τα πάνω
σα πέρα, επίρρημα
- προς τα πέρα, π.χ. πήγι σαπέρα
- φύγε, χάσου, στη φράση άι σα πέρα, ρε!
σα πίσου, επίρρημα
προς τα πίσω
σα πού, επίρρημα
προς τα πού, π.χ. σα πού τό ’βαλι/ες; ή σα πού να κάνου;
Σάββα του, ουσιαστικό
το Σάββατο, π.χ. του Μέγα Σάββα
σαβούρα η, ουσιαστικό
πράγματα άχρηστα, χωρίς αξία
σαγάν(ι) του, ουσιαστικό
μαγειρικό σκεύος
σάικους, -κ(η), -ου, επίθετο
αρτιμελής
σαΐν(ι) του, ουσιαστικό
- το γεράκι
- (μεταφορικά) άνθρωπος πανέξυπνος, εύστροφος και ικανότατος σ΄ αυτό που κάνει
σαΐτα η, ουσιαστικό
- το βέλος και συνεκδοχικά το βέλος και το τόξο με την τεντωμένη χορδή που ήταν δεμένη στα άκρα του
- βέλος, το εξάρτημα του αργαλειού, με το οποίο περνούν το υφάδι μέσα από τις κλωστές του στημονιού
σαϊτεύου, ρήμα
τοξεύω
σαϊτιά η, ουσιαστικό
βολή με σαΐτα
σαϊτουπόλι/εμους ου, ουσιαστικό
πόλεμος με όπλα σαΐτες που έφτειαχναν τα ίδια τα παιδιά που συμμετείχαν σε αυτόν τον πόλεμο
σαϊτούρα η, ουσιαστικό
είδος φιδιού
σακαή η και σακαΐ του, ουσιαστικό
αρρώστια που προσβάλλει τα άλογα
σακαής ου, ουσιαστικό
άρρωστος
σακάλι/εβρου του, ουσιαστικό
σακί για αλεύρι
σακαράκα η, ουσιαστικό
παλιό αυτοκίνητο
σακατεύου, σακατεύουμι, ρήμα
- προξενώ σε κάποιον μόνιμη αναπηρία
- χτυπώ, τραυματίζω κάποιον
σακατλίκ(ι) του, ουσιαστικό
- αναπηρία
- πάθος, κακή συνήθεια
σακάτ’ς ου, ουσιαστικό
ανάπηρος
σακαφλιόρα η, ουσιαστικό
άσχημη ξερακιανή γυναίκα
σακί του, ουσιαστικό
- το σακί, το τσουβάλι
- (μεταφορικά) α. θέτω στην ίδια μοίρα ανόμοια πράγματα, αντιμετωπίζω εξίσου αρνητικά πρόσωπα ή πράγματα με διαφορετική ποιότητα και με διαφορετικές ιδιότητες, στη φράση βάνου στου ίδιου σακί β. αγοράζω κάτι χωρίς να το δω προηγουμένως ή χωρίς να εξετάσω την ποιότητά του, στη φράση αγουράζου γρούν(ι) στου σακί γ. για κάποιον που τον έδειραν πολύ, ανελέητα, στη φράση έβαλι/ε στου σακί κι στου σακούλ(ι)
σακιάζου, ρήμα
βάζω κάτι μέσα σε σακί
σακούλα η, ουσιαστικό
πορτοφόλι
σακούλ(ι) του, ουσιαστικό
μικρό σακί
σακουράφα η, ουσιαστικό
μεγάλη βελόνα για το ράψιμο σακιών, χοντρών ρούχων και της λινάτσας με την οποία οι καπνοπαραγωγοί τύλιγαν τα δέματα καπνού
σάλα η, ουσιαστικό
σαλόνι, αίθουσα, δωμάτιο υποδοχής
σαλαγάου, ρήμα
οδηγώ το κοπάδι στη βοσκή, στο μαντρί ή αλλού με δυνατές φωνές, με σφυρίγματα και με άλλους τρόπους
σάλαγους ου, ουσιαστικό
βουή, θόρυβος
σαλάημα και σαλάισμα του, ουσιαστικό
το να οδηγείται το κοπάδι από τον βοσκό προς ορισμένη κατεύθυνση
σαλαητά τα, ουσιαστικό
οι κραυγές και σφυρίγματα με τα οποία οι τσοπάνηδες σαλαγούν το κοπάδι
σαλαμούρα η, ουσιαστικό
η άρμη, κατασκευασμένη ειδικά για τη συντήρηση ορισμένων φαγώσιμων
σαλαπουριάζου, ρήμα
αλλοιώνομαι, σαπίζω
σαλεύου, ρήμα
- κινούμαι αργά
- (μεταφορικά) χάνω τα λογικά μου, τρελαίνομαι, μετοχή σαλι/εμένους, τρελός
σάλιαγκας ου, ουσιαστικό
σαλίγκαρος
σαλιάρα η, ουσιαστικό
κομμάτι γυναικείας φορεσιάς γύρω από το λαιμό
σάλουμα του, ουσιαστικό
- η ενέργεια του σαλώνω (όπως μπαλώνου>μπάλουμα), το σκέπασμα καλύβας ή μαντριού με διάφορα φυτικά υλικά
- (κατ’ επέκταση) το φυτικό υλικό που προοριζόταν για σάλουμα, π.χ. Σπύρου, ταχιά θα πάμι στου Σπιρχειό να κόψουμι σάλουμα
σαλταμπήδας ου, ουσιαστικό
ανήθικος, απατεώνας
σαλτάρου, ρήμα
- πηδώ
- χάνω τα λογικά μου, τρελαίνομαι
σαλώνου, ρήμα
σκεπάζω τον ξύλινο σκελετό καλύβας ή μαντριού με σάλουμα
σαμάρ’ του, ουσιαστικό
- σαμάρι, κατασκευή που εφαρμόζει στη ράχη αλόγων, μουλαριών ή γαϊδοριών κυρίως για να στερεώνεται το φορτίο που μεταφέρουν ή για να κάθεται ο αναβάτης
- (μεταφορικά) για περιπτώσεις που, κυρίως από αδυναμία να αποδοθεί τιμωρία ή να ζητηθούν ευθύνες από τον υπεύθυνο, τιμωρείται ο ανεύθυνος ή λιγότερο ισχυρός, στη φράση φταίει ου γάιδαρους κι δέρνουν (ή βαράν) του σαμάρ’
Ετυμολογία
Προέρχεται από το σαγμάριον (υποκοριστικό) < το αρχαίο σάγμα
σαμαρουτριχιά η, ουσιαστικό
το χοντρό σκοινί που δένεται μόνιμα στο σαμάρι για να δένεται με αυτό το φορτίο
σαμαρώνου, ρήμα
βάζω σαμάρι στη ράχη ζώου
σάματ’, επίρρημα
- μήπως, σάμπως
- σαν
σαματάς ου, και σ(ι)αμαντάς, ουσιαστικό
φασαρία, καβγάς
σάμπους, επίρρημα
- μήπως
- σαν
σανίδα η, ουσιαστικό
- επίπεδο και πλατύ με πολύ μικρό πάχος κομμάτι ξύλου
- (μεταφορικά) ξυλοδαρμός, στη φράση βριγμέν(η) σανίδα π’ τ’ χρειάζιτι
σανός ου και σανό του, ουσιαστικό
αποξηραμένο χόρτο για ζωοτροφή
σαούρα, επιφώνημα
σιωπή
σαουριάζου, ρήμα
- σιωπώ, ησυχάζω
- μαζεύομαι, ζαρώνω
σαπακιάζου, ρήμα
σαπίζω κάποιον στο ξύλο, τον δέρνω άγρια
σαπανήσ(ι)ους, ουσιαστικό
ο κάτοικος ορεινών περιοχών
σαπέρας ου, ουσιαστικό
άνθρωπος αδιάφορος, ανέμελος
σαπίμ’ του, ουσιαστικό
το σάπιο
σαπίτ’ς ου, ουσιαστικό
είδος δηλητηριώδους φιδιού
σαπρακιάζου και
βρίσκομαι σε αρχικό στάδιο σήψης, σαπίζω
Ετυμολογία
Προέρχεται από το αρχαίο σαπρός, σάπιος (σήπομαι, σαπίζω).
σάρα η, ουσιαστικό
- απότομη πλαγιά με επιφάνεια από χώματα και αποσαθρωμένα πετρώματα
- (μεταφορικά) πλήθος ανυπόληπτων ανθρώπων, στη φράση η σάρα και η μάρα
σαράκ(ι) του, ουσιαστικό
- σκουλήκι που τρώει το ξύλο
- (μεταφορικά) καημός που δεν εκδηλώνεται, στενοχώρια που φθείρει
σαρακουστεύου, ρήμα
νηστεύω τη Σαρακοστή
σαρανταπλη(γ)ιασμένους, -ν(η), -ου, επίθετο
με πληγές σε όλο του το σώμα
σαρκώνου, ρήμα
για κάτι που με αγγίζει ως τη σάρκα, που με διαπερνά, που με επηρεάζει πολύ, π.χ. του κρύου μι σάρκουσι
σαρμανίτσα η, ουσιαστικό
η κούνια για μωρά, π.χ. θέλεις στη (γ)κούνια βάλι/ε μι, θέλεις στη σαρμανίτσα
σάρουμα του, ουσιαστικό
- η σκούπα
- το σκούπισμα
σαρώνου, σαρώνουμι, ρήμα
- σκουπίζω
- (μεταφορικά) παρασύρω, καταστρέφω, εξαφανίζω
σατανάς ου και σεϊτάν(η)ς ου, ουσιαστικό
ο διάβολος
σαφρακιάζω, σαφρακιάζουμι, ρήμα
ζαρώνω, σταφιδιάζω, είμαι κιτρινιάρης και καχεκτικός, μετοχή σαφρακιασμένους, -ν(η), -ου, ζαρωμένος, καχεκτικός, κακόμοιρος
σαχλαμάρα η, ουσιαστικό
ανοησία, μωρολογία, π.χ. μη λες σαχλαμάρις, συνώνυμο: χαζ(ου)μάρα
σαχλαμάρας ου, ουσιαστικό
αυτός που λέει σαχλαμάρες, ανόητος, που δεν τον παίρνει κανείς στα σοβαρά
σάψαλου του, ουσιαστικό
- σάπιο, σαθρό
- (μεταφορικά) άνθρωπος αδύναμος, γερασμένος, ασθενικός, συνώνυμο: κούσ(ι)αλου
σβάου, ρήμα
σβήνω, προστακτική ζούφα, π.χ. ζούφα τ’ φουτιά, αόριστος ζούφ’σα
σβάρνα η, ουσιαστικό
- γεωργικό εργαλείο φτειαγμένο με πλεγμένα κλαδιά λυγαριάς που χρησιμοποιούνταν για το σπάσιμο των σβόλων και για το ίσιωμα του χωραφιού μετά το όργωμα
- σύρω στο χώμα, π.χ. μη σβαρνάς τα πουδάρια σ’
- (μεταφορικά) α. παρασύρω και ρίχνω κάτω στο διάβα μου, στη φράση τα πήρι ούλα σβάρνα β. αναζητώ επίμονα πηγαίνοντας παντού, π.χ. πήρι τα μαγαζ(ι)ά σβάρνα
σβαρνάου και σβαρνίζου, ρήμα
διαλύω με τη σβάρνα τους σβόλους του χώματος που δημιουργήθηκαν μετά το όργωμα
σβαρνιάρς ου, ουσιαστικό
απεριποίητος, ανοικοκύρευτος
σβαρνιέμι, ρήμα
σύρομαι στο έδαφος
σβέλτους, -τ(η), -ου, επίθετο
ευκίνητος, γρήγορος
σβέρκους ου, ουσιαστικό
- ο αυχένας, ο τράχηλος
- (μεταφορικά) α. επιβάλλω σε κάποιον τη θέλησή μου καταπιέζοντάς τον, στη φράση κάθουμι στου σβέρκου τ’ β. να κάνεις τα πάντα για να βρεις λύση, να τα καταφέρεις, στη φράση να κόψεις του σβέρκου σ’ γ. αδιαφορώ για ό,τι θα κάνει κάποιος, γιατί έχει αγνοήσει τις συμβουλές μου ή γιατί είμαι αποφασισμένος να μην υποχωρήσω στις απαιτήσεις του, στη φράση δε (μ)πα να κόψ(ει) του σβέρκου τ’ δ. για κάποιον που απέτυχε σε μια αγορά από δική του υπαιτιότητα (αφέλεια ή απειρία), στη φράση ψών(ι)σι απού σβέρκου
σβημάρα και σβησμάρα η, ουσιαστικό
τάση για λιποθυμία
σβίγκους ου, ουσιαστικό
(μεταφορικά) κοντός άνθρωπος
σβιρκιά η, ουσιαστικό
χτύπημα με την παλάμη στο σβέρκο
σβιρκώνου, ρήμα
- χτυπώ κάποιον με την παλάμη στο σβέρκο
- αρπάζω κάποιον απότομα από τον σβέρκο
σβόιρας ου, ουσιαστικό
- κοντός και ευκίνητος
- εύστροφος, έξυπνος
σβόλους, ουσιαστικό
μικρή μάζα ξεραμένης λάσπης από χώμα
σβούρα η, ουσιαστικό
- παιδικό παιχνίδι
- (μεταφορικά) άνθρωπος αεικίνητος
σβουρλιάου, σβουρλάου και σβουρλίζου, ρήμα
πετάω κάτι, εκσφενδονίζω, συνώνυμο: σφιντζουρλάου
σγαντζόμαλλα τα, ουσιαστικό
τρίχες, μαλλιά που στέκονται όρθια, πεταχτά
σγαντζός, -ή, -ό, επίθετο
που έχει μυτερές προεξοχές σαν αγκάθια, αγκαθωτός
σγαντζουπούρνια τα, ουσιαστικό
χαμηλοί και αγκαθωτοί θάμνοι πουρναριών
σγαντζώνου, ρήμα
για μαλλιά που στέκονται όρθια, πεταχτά
σγαρλάου, ρήμα
- σκαλίζω
- φέρνω στην επιχάνεια, ανακατεύω
σγουλιάζου, ρήμα
μαζεύομαι, χώνομαι σε γωνιά ή αγκαλιά και ηρεμώ, του πιδί σγούλιασι στ’ν αγκαλιά τς μάνας τ’
σγουρός, -ή, -ό, επίθετο
κατσαρός
σέα τα, ουσιαστικό
πράγματα νοικοκυριού, οικοσκευή
σέβασ(η) η, ουσιαστικό
σεβασμός
σεΐζ(η)ς ου, ουσιαστικό
ιπποκόμος, υπηρέτης αξιωματούχου
σειρά η, ουσιαστικό
- γραμμή, τάξη, διαδοχή
- γενιά, σόι
- για κάποιον οικονομικά ευκατάστατο, στη φράση έχ(ει) τ’ σειρά τ’
σεϊτάν(η)ς ου, ουσιαστικό
σατανάς, διάβολος
σειώμι και σειέμαι, ρήμα
κουνιέμαι, μετακινούμαι, αλλάζω θέση, προστακτική σείσ’
σέκους ου, ουσιαστικό
ακίνητος, πεθαμένος
σέπουμι, ρήμα
σαπίζω
σέρνου, ρήμα
- σύρω, τραβώ
- επιδιορθώνω, π.χ. έσυραν τα κιραμίδια στου σπίτ’
- μοιάζω, π.χ. του πιδί σέρν(ει) τ’ παππού τ’
- διαρκεί, π.χ. πόσις σέρν(ει) ου μήνας
σέρσιλου του, ουσιαστικό
μεγάλο πλήθος
σέρτκους, -κ(η), -ου, επίθετο
για καπνά και με επέκταση για χαρμάνια ή τσιγάρα, ο βαρύς, ο δυνατός
σέσουλα η, ουσιαστικό
- φτυαράκι
- (μεταφορικά) σε μεγάλη ποσότητα, π.χ. λι/εφτά μι τη σέσουλα
σ(η)μάδ’ του, ουσιαστικό
- σημείο, σήμα, ένδειξη, π.χ. έβαλα σ(η)μάδ’
- στόχος για βολή
- ουλή
- ίχνος, χνάρι, αποτύπωμα
- τεκμήρια, αποδείξεις
- ένδειξη για το μέλλον, οιωνός
σ(η)μάδα η, ουσιαστικό
μικρή πλακερή, επίπεδη και λεία, πέτρα που χρησιμοποιούσαν τα παιδιά σε παιχνίδια τους
σ(η)μαδεύου, ρήμα
- τοποθετώ διακριτικό σημάδι για αναγνώριση ή υπενθύμιση, επισημαίνω
- βάζω στόχο, σκοπεύω
- καθιστώ κάποιον ανάπηρο, προκαλώ σε κάποιον σωματικό ελάττωμα
- προκαλώ μόνιμα ψυχικά τραύματα σε κάποιον
σ(η)μαδιακός, -ιά και ή, -ό, επίθετο
αυτός που προμηνύει κάτι
σ(η)μαδιμένους ου, ουσιαστικό
σακάτης
σημείου του, ουσιαστικό
ένδειξη
σ(η)μείουμα του, ουσιαστικό
άνθρωπος σημαδεμένος, πολύ άσχημος, δύσμορφος, με σωματικό ελάττωμα
σημειουμένους, -η, -ου, επίθετο
άνθρωπος που έχει κάποιο σωματικό ελάττωμα
σήτα η, ουσιαστικό
κόσκινου
Ετυμολογία
Προέρχεται από τη λέξη σήστρον < αρχαίο σήθω: κοσκινίζω
σ(ι)άδ’ του, ουσιαστικό
μικρή επίπεδη έκταση γης, συνώνυμο: ίσ(ι)ουμα
σ(ι)άζου, σιάζουμι και σ(ι)άχνου, σ(ι)άχνουμι ρήμα
- ισάζω, τακτοποιώ, π.χ. σ(ι)άζου τα μαλλιά μ’
- φτιάχνω, κάνω, π.χ. σιάξι μ’ ένα καφέ
- βάζω σε τάξη, συγυρίζω
- ευπρεπίζομαι
- διορθώνω, επισκευάζω
- (ως απειλή) θα σε κάνω να φέρεσαι καλύτερα, θα σε συνετίσω
- συμφιλιώθηκαν, στη φράση τα σιάξανι/ε
σ(ι)αράφ’ς ου, ουσιαστικό
αυτός που αγοράζει και πουλά νομίσματα, αργυραμοιβός
σιάσ(η) η, ουσιαστικό
τακτοποίηση, διευθέτηση
σιβαστικός, -ιά, -ό, επίθετο
που σέβεται τους άλλους, ιδίως τους μεγαλύτερους
σιβνταλής ου, ουσιαστικό
αυτός που έχει σεβντά
σιβντάς ου, ουσιαστικό
- καημός, πόθος ερωτικός
- ζήλος, μεράκι
σιγαλιά η, ουσιαστικό
απόλυτη ησυχία, ιδίως κατά τη διάρκεια της νύχτας
σιγαλός, -ή, -ό, επίθετο
σιγανός, π.χ. σιγαλός ψιχαλισμός
σιγανός, -ή, -ό, επίθετο
που ακούγεται σε πολύ χαμηλούς και ήρεμους τόνους
(μειωτικός χαρακτηρισμός) για άνθρωπο υποκριτή που κρύβει τον πραγματικό του χαρακτήρα, τις επιδιώξεις και τη δράση του, στη φράση σιγανό πουτάμ’
σιγανουπαπαδιά η, ουσιαστικό
χαρακτηρισμός ανθρώπου πονηρού, που υποκρίνεται τον ήσυχο, το φρόνιμο, τον απονήρευτο
σιγκούνα η και σιγκούν(ι) του, ουσιαστικό
είδος χοντρού μάλλινου πανωφοριού που το φορούσαν οι γυναίκες
σιγουντάρου, ρήμα
βοηθώ, υποστηρίζω
σιγουρεύου, σιγουρεύουμι, ρήμα
- κάνω κάτι ασφαλές
- βεβαιώνομαι
σιδιρουστιά η, ουσιαστικό
σιδερένιος τρίποδας που τον τοποθετούν πάνω από τη φωτιά, για να ακουμπούν πάνω σε αυτόν το μαγειρικό σκεύος
σιδιρόψαρου του, ουσιαστικό
άσπρο άλογο με κουκκίδες μαύρου τριχώματος
σιιι, επιφώνημα
λέγεται για να σταματήσει το άλογο ή το γαϊδούρι
σικλέτ’ του, ουσιαστικό
πόνος ψυχικός, στενοχώρια
σικλετίζου, σικλετίζουμαι, ρήμα
στενοχωρώ
σιλώνω, ρήμα
βάνω τη σέλα στο άλογο
σιντούκ(ι) του, ουσιατικό
σεντούκι, το μπαούλο
σινί του, ουσιαστικό
ταψί μεγάλο και ρηχό με λεπτό κόθρο (στεφάνη, χείλος) γυρισμένο προς τα έξω
σ(ι)ουγκράου και σ(ι)ουγκρίζου, ρήμα
- σκουντάω, ειδοποιώ κάποιον αγγίζοντάς τον
- ενθαρρύνω, παροτρύνω κάποιον να κάνει κάτι
σιουράου, ρήμα
σφυρίζω
σιουρίχτρα η, ουσιαστικό
σφυρίχτρα
σ(ι)ούτους, -α, -ου, επίθετο
γίδι ή πρόβατο που δεν έχει κέρατα
σ(ι)ουφέρς ου, ουσιαστικό
οδηγός
σιργιανάου, ρήμα
περπατώ εδώ κι εκεί άσκοπα, κάνω περίπατο
σιργιάν(ι) του, ουσιαστικό
βόλτα, περίπατος
σιρκός, -ό, επίθετο
αρσενικός, αρσενικό, π.χ. σιρκό κατσίκ(ι)
σιρκουθήλ(υ)κου του, ουσιαστικό
αρσενικοθήλυκο
σιρμαϊά η, ουσιαστικό
απόθεμα χρημάτων, οικονομίες
σιρμπέτ’ του, ουσιαστικό
γλυκό ποτό
σιρνικουβότανου του, ουσιαστικό
βοτάνι που θεωρείται ότι ευνοεί τη σύλληψη και τη γέννηση αρσενικών παιδιών
σιφτές ου, ουσιαστικό
η πρώτη τυχερή αγοραπωλησία της ημέρας, η πρώτη είσπραξη, π.χ. μου κανι/ες σιφτέ
σιχτίρ, επιφώνημα
(ως βρισιά) φύγε, τσακίσου, στη φράση άι σιχτίρ!
σκαλ(ι)στήρ’ του, ουσιαστικό
εργαλείο που χρησιμοποιείται για το σκάλισμα φυτών
σκαλίζου, ρήμα
σκαλίζω
σκάλουμα του, ουσιαστικό
εμπόδιο, πρόβλημα
σκάλους ου, ουσιαστικό
το σκάλισμα, η περίοδος σκαλίσματος των χωραφιών
σκαλώνου, ρήμα
- ανεβαίνω, σκαρφαλώνω
- (μεταφορικά) α. αγκιστρώνομαι πιάνομαι σε αιχμηρό αντικείμενο ή ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα εμπόδια έτσι ώστε να εμποδίζεται η ελευθερία των κινήσεών μου β. (για υποθέσεις, επιδιώξεις, ενέργειες) προσκρούω σε εμπόδιο, σκοντάφτω, σταματώ, διακόπτομαι, αναστέλλομαι
σκαμνί του, ουσιαστικό
- χαμηλό ξύλινο κάθισμα, χωρίς στήριγμα για την πλάτη
- θα στείλω κάποιον στο δικαστήριο, στη φράση θα τουν κάτσου στου σκαμνί
σκαμνιά η, ουσιαστικό
η μουριά
σκαμπάζου, ρήμα
έχω κάποιες γνώσεις, καταλαβαίνω, π.χ. απού αριθμητική δε σκαμπάζου
σκαμπίλ(ι) του, ουσιαστικό
χαστούκι, μπάτσος
σκάνια η και σκάνιασμα του, ουσιαστικό
στενοχώρια
σκανιάζου, ρήμα
στενοχωριέμαι, σκάω
σκαντζάρου, ρήμα
αντικαθιστώ κάποιον
σκαντζουχέρ’ του, ουσιαστικό
σκαντζόχοιρος
σκάου, ρήμα
- στενοχωριέμαι, π.χ. μη σκας, ούλα θα παν’ καλά
- σκασμένου του, λέγεται για ό,τι μας έχει σκάσει, μας έχει στενοχωρήσει
- φεύγω μακριά, διαφεύγω, δραπετεύω, π.χ. το ’σκασι
- βγαίνω, ξεπροβάλλω, εμφανίζομαι, π.χ. μόλις σκάσ(ει) ου ήλιους
- σταματάω να μιλάω, σωπαίνω, προστακτική σκάσι
- πληρώνω αναγκαστικά, π.χ. θα τα σκάσ(ει), θέλ(ει), δε θέλ(ει)
σκαπιτάου, ρήμα
απομακρύνομαι και δεν είμαι πια ορατός, αόριστος σκαπέτ’σα
σκαπουλάρου, ρήμα
- διαφεύγω από κίνδυνο, σώζομαι, γλυτώνω
- δραπετεύω
σκαρί του, ουσιαστικό
- η κατασκευή
- (μεταφορικά) η σωματική διάπλαση, ο σωματότυπος, συνώνυμο: φκειασ(ι)ά
σκαρίζου, ρήμα
- βγάζω το κοπάδι για βοσκή
- (μεταφορικά) βγαίνω έξω από κάποιο περιορισμένο χώρο, απαλλάσσομαι από περιορισμούς και απαγορεύσεις, χειραφετούμαι, ξεβγαίνω
Ετυμολογία
Προέρχεται από το α + σκαρίζω < αρχαίο σκαίρω: χοροπηδώ, σκιρτώ, χορεύω.
σκάρους ου, ουσιαστικό
η εξοδος του κοπαδιού για βοσκή
σκαρπιάς ου, ουσιαστικό
ο σκορπιός
σκαρπίνια τα, ουσιαστικό
είδος δερμάτινων παπουτσιών
σκάρτους, -τ(η), -ου, επίθετο
- που δεν έχει αξία, ελαττωματικός, άχρηστος π.χ. σκάρτου πράμα
- (μεταφορικά) αυτός που έχει κακό χαρακτήρα, ο ανήθικος, ο ανέντιμος
- για προσδιορισμό ποσότητας ή μεγέθους, λιγότερο από κάτι ολόκληρωμένο, π.χ. σκάρτ(η) μια ώρα
- στη χαρτοπαιξία, τραπουλόχαρτο που είναι περιττό για το παιχνίδι και γι’ αυτό αφαρείται, τα σκάρτα
σκαρφαλώνου, ρήμα
πιάνομαι με τα χέρια και ανεβαίνω ψηλά σε τοίχους, δέντρα κ.λπ.
σκαρφίζουμι, ρήμα
σκέφτομαι, επινοώ, μηχανεύομαι, αόριστος σκαρφίσκα
σκαρώνου, ρήμα
- σχεδιάζω και εκτελώ κάτι γρήγορα και πρόχειρα
- σχεδιάζω κρυφά κάτι σε βάρος κάποιου
σκασίλα η, ουσιαστικό
- στενοχώρια
- (ειρωνικά) για να δηλωθεί αδιαφορία, στις φράσεις σκασίλα μ’ ή κι είχα μια σκασίλα!
σκασμός ου, ουσιαστικό
- σιωπή
- μη μιλάς, βούλωσ’ το, στη φράση βγάλ’ του σκασμό
σκατουλουίδ’ του, ουσιαστικό
μικρό, άχρηστο πράγμα
σκατόψχους ου, ουσιαστικό
σκληρός και άκαρδος, που θέλει το κακό των άλλων
σκαφίδ’ του, ουσιαστικό
σκάφη για ζύμωμα
σκαφίδα η, ουσιαστικό
σκάφη για πλύσιμο ή για ζύμωμα
σκέβουμι, ρήμα
σκέφτομαι
σκέλια τα, ουσιαστικό
- τα πόδια του ανθρώπου ή τα πίσω, κυρίως, πόδια τετράποδου ζώου
- (μεταφορικά) αποσύρομαι ταπεινωμένος ύστερα από κάποια αποτυχία μου, στη φράση βάνου τ’ νουρά στα σκέλια
σκέπ’ η, ουσιαστικό
λεπτή μεμβράνη που καλύπτει τα εντόσθια των ζώων
σκέτους, -τ(η), -ου, επίθετο
- αμιγής, χωρίς άλλες ξένες ουσίες, π.χ. του (γ)καφέ του (μ)πίνου σκέτου
- χωρίς συνοδευτικά, μας ίφιρι του ούζου σκέτου
- ξεκάθαρα, στη φράση νέτα σκέτα
σκιάδ’ του, ουσιαστικό
- καπέλο
- σκιάχτρο
σκιαζιάρς ου, ουσιαστικό
φοβητσιάρης, δειλός
σκιάζου, σκιάζουμι, ρήμα
φοβάμαι, αόριστος σκιάχκα
σκιάχτρου του, ουσιαστικό
- πρόχειρο ανθρωπόμορφο κατασκεύασμα που στήνεται σε χωράφια, αγρούς ή κήπους για να φοβίζει τα πουλιά και να τα απομακρύνει από τους καρπούς και τα φρούτα
- άνθρωπος τόσο αδύνατος που καταντάει δύσμορφος
σκιβρώνου, ρήμα
- για ξύλο, κυρτώνω, στραβώνω, λόγω υγρασίας ή υπερβολικής θερμοκρασίας
- (μεταφορικά) για κάποιον που έχει κυρτώσει, που έχει καμπουριάσει
σκιδιάζου (σκι-δι-ά-ζου), ρήμα
σχεδιάζω
σκίζα η, ουσιαστικό
μικρό και αιχμηρό κομμάτι σχισμένου ξύλου, γενικότερα, κομμάτια ξύλου που προήλθαν από σχίσιμο από μεγαλύτερο ξύλο ή κορμό δέντρου
σκιμπές ου, ουσιαστικό
μεγάλη προτεταμένη κοιλιά και κατ’ επέκταση ο κοιλαράς
σκίνου του, ουσιαστικό
ο σκίνος
σκιρβιλές ου, ουσιαστικό
τεμπέλης, ανεπρόκοπος
σκιτζής ου, ουσιαστικό
που δεν έχει καλή γνώση του αντικειμένου με το οποίο ασχολείται, αδέξιος
σκιώμι και σκιέμι, ρήμα
- σκίζομαι
- (μεταφορικά) α. λυπάμαι, στενοχωριέμαι πάρα πολύ, στη φράση σκιέτι η καρδιά μ’ β. κατέβαλα κάθε δυνατή προσπάθεια για να εξυπηρετήσω κάποιον, στη φράση σκίσκα γι’ αυτόν
σκλαρίκ(ι) του, ουσιαστικό
το σκουλαρίκι
σκλέντζα η, ουσιαστικό
σκίζα, μικρό και αιχμηρό κομμάτι σκισμένου ξύλου
σκλήθρα η, ουσιαστικό
μικρό κομμάτι ξύλου, αγκίδα
Ετυμολογία
Προέρχεται από το αρχαίο κλήθρον…………..
σκληκαντέρα η, ουσιαστικό
η σκουληκαντέρα
σκλήκ(ι) του, ουσιαστικό
το σκουλήκι…
σκληκιάζου, ρήμα
σκουληκιάζω, βγάζω σκουλήκια
σκληκιάρα η, ουσιαστικό
βρομιάρα
σκληκιάρκου του, ουσιαστικό
αυτό που έχει σκουλήκια, π.χ. τα σύκα είνι/ε σκληκιάρκα
σκλι του, ουσιαστικό
- το σκυλί
- (μεταφορικά) α. πέθανε ή δολοφονήθηκε άδικα και χωρίς να να τιμωρηθεί ο ένοχος στη φράση πήγι σα (ν)του σκλι στ’ αμπέλ(ι) β. με συναίσθηση της ενοχής του, στη φράση σα δαρμένου σκλι γ. ο κακός άνθρωπος δεν πεθαίνει εύκολα ή δεν παθαίνει τίποτα, στη φράση κακό σκλι ψόφου δεν έχ(ει) δ. είναι άνθρωπος ακούραστος ή άνθρωπος με μεγάλη ψυχική και σωματική αντοχή, στη φράση είνι/ε σκλι στη δλεια τ’
σκλιάζου, ρήμα
σκυλιάζω, θυμώνω πάρα πολύ, εξοργίζομαι
σκλίδα η, ουσιαστικό
σκελίδα, π.χ. νια σκλίδα σκόρδου
σκλίσιους, -α, -ου, επίθετο
σκυλίσιος, που ανήκει ή που αναφέρεται στο σκύλο
σκνι του, ουσιαστικό
- σκοινί
- (μεταφορικά) ο δεσμός που ενώνει κάποιους, π.χ. του σκνι κόπκι
σκνίπα η, ουσιαστικό
- είδος μικρού εντόμου
- μέθυσα πολύ, στη φράση έγινα σκνίπα
σκ(οι)νάκ(ι) του, ουσιαστικό
παιδικό παιχνίδι
σκόντου του (μόνο στον ενικό), ουσιαστικό
μείωση της τιμής, έκπτωση
σκόρδου του, ουσιαστικό
το σκόρδο
σκόρπιους, -α, -ου, επίθετο
διασκορπισμένος
σκούζου, ρήμα
φωνάζω δυνατά, ουρλιάζω, κλαίω
σκουλάου, ρήμα
σχολάω, τελειώνω
σκουλειό του, ουσιαστικό
το σχολείο
σκουλιανά τα, ουσιαστικό
κακά σχόλια, αυστηρές επιπλήξεις, στη φράση άκουσι τα σκουλιανά τ’
σκουμάρα η, ουσιαστικό
στύση, πληθυντικός σκουμάρις
σκουντάβου και σκουντάφτου, ρήμα
- προσκρούω σε εμπόδιο κατά το βάδισμα
- συναντώ κάποιον
- συναντώ εμπόδια
σκουντάου, ρήμα
- σπρώχνω ελαφρά
- ωθώ, παροτρύνω κάποιον να κάνει κάτι
σκουντουφλάου, ρήμα
σκοντάφτω παραπαίοντας λόγω ζαλάδας, μέθης ή νύστας
σκουρδουκαΐλα η, ουσιαστικό
ως έκφραση περιφρονητικής αδιαφορίας, συνώνυμο: σκασίλα μ’
σκούρους, -α, -ου, επίθετο
- μαυριδερός
- (μεταφορικά) συναντώ μεγάλες δυσχέρειες, αντιμετωπίζω μεγάλα εμπόδια και κινδύνους, στη φράση τα βρίσκου σκούρα ή στη φράση σκούρα τα πράματα
σκουρπάου, ρήμα
(μεταβατικό) ρίχνω εδώ κι εκεί, διασπείρω
(αμετάβατο) διαλύομαι, διασκορπίζομαι
(μεταφορικά) α. διαχέω, εκπέμπω, αναδίδω β. σπαταλώ
σκουρπουχώρ’ του, ουσιαστικό
(μεταφορικά) α. έλλειψη τάξης και οργάνωσης β. διασκορπισμός, διάλυση
σκουτάδ’ του, ουσιαστικό
σκοτάδι
σκουταριά η, ουσιαστικό
η συκωταριά
σκουτ(ει)νιά η, ουσιασιαστικό
έλλειψη φωτός, σκοτάδι
σκουτιδιάζου και σκουτειδιάζου, ρήμα
- γίνομαι σκοτεινός, (απρόσωπο) σκουτιδιάζει, σκοτεινάζει, νυχτώνει
- (μεταφορικά) για την έκφραση του προσώπου που δείχνει έγνοια, στενοχώρια, σκοτούρα, π.χ. σκουτίδιασι του πρόσουπου τ’
σκουτίζου, σκουτίζουμι, ρήμα
ζαλίζω κάποιον με προβλήματα και έγνοιες
σκουτίζομαι, με απασχολεί κάτι έντονα, στενοχωριέμαι, αόριστος σκουτίσκα
σκουτνιάζει, ρήμα απρόσωπο
- μειώνεται το φως, επέρχεται σκοτάδι, νυχτώνει
- (μεταφορικά) για την έκφραση του προσώπου που δείχνει έγνοια, στενοχώρια, σκοτούρα
Σκουτουμένου του, ουσιαστικό
(ακριβέστερα) στ’ σκουτουμέν’, στου σκοτωμένου, στο μέρος, όπου κάποιος σκοτώθηκε· τοπωνύμιο στην περιοχή Λυγαριάς
σκουτούρα η, ουσιαστικό
- φροντίδα, στενοχώρια, έγνοια, μπελάς
- έλλειψη πνευματικής διαύγειας, θολούρα, ζαλάδα
σκουτουριάζου, ρήμα
προκαλώ σκοτούρες
σκουτώνου, σκουτώνουμι, ρήμα
- αφαιρώ τη ζωή, φονεύω
- (μεταφορικά) α. χτυπώ πολύ, τσακίζω, πληγώνω, π.χ. έπισα κι σκουτώθκα β. δουλεύω πολύ, κουράζω, π.χ. σκουτώνι/ετι στη δλεια γ. για κακή χρήση, εκτέλεση, πώληση, π.χ. του σκότουσις του τραγούδ’ ή του σκότουσι του χουράφ’ όσου όσου δ. για υπερβολικό ζήλο, π.χ. σκουτώθκι να μι ξυπηριτήσ(ει)
Ετυμολογία
Προέρχεται από το αρχαίο σκοτώ: συσκοτίζω, τυφλώνω και επομένως, μεταφορικά, ρίχνω κάποιον στο σκοτάδι του θανάτου.
σκουφάους ου, ουσιαστικό
πουλί που τρώει σύκα
σκούφια η, ουσιαστικό
- υφασμάτινο κάλυμμα του κεφαλιού σε στρογγυλό σχήμα, συνώνυμο: καλπάκ(ι)
- (μεταφορικά) α. ποια είναι η καταγωγή, η γενιά κάποιου, στη φράση πούθι κρατάει (ή βαστάει) η σκούφια τ’; β. είμαι πολύ πρόθυμος για κάτι, μου αρέσει πολύ να κάνω κάτι, στη φράση πιτάου τ’ σκούφια μ'
σκράπας ου, ουσιαστικό
άνθρωπος που δεν καταλαβαίνει, δε μαθαίνει εύκολα
σκρουμπιάζου, ρήμα
γίνομαι σκρούμπος
σκρούμπους ου, ουσιαστικό
παραψημένος, καμένος, καρβουνισμένος
σκρόφα η, ουσιαστικό
- γουρούνα
- (μεταφορικά) κακή, ανήθικη γυναίκα
σκτι του, ουσιαστικό
το ρούχο, πληθυντικός σκτια
Ετυμολογία
Προέρχεται από το αρχαίο σκύτος > σκυτίον (υποκοριστικό) > σκουτί.
σκύβαλα τα, ουσιαστικό
ό,τι μένει ύστερα από το κοσκίνισμα του σταριού και των δημητριακών
σκύλα η, ουσιαστικό
(μεταφορικά) γυναίκα σκληρή και κακιά
σκ(υ)λεύουμι, ρήμα
ερωτοτροπώ ξεδιάντροπα, επιδίδομαι ξεδιάντροπα και συχνά σε σεξουαλικές πράξεις σαν σκύλος
σκώνου, σκώνουμι, ρήμα
- ανυψώνω κάτι, το μετακινώ κάτι σε υψηλότερη θέση ή το κρατάω ψηλά π.χ. σκώνου του δέμα
- καλώ ή αναγκάζω κάποιον καθιστό να αφήσει τη θέση του και να σταθεί όρθιος, π.χ. σκώθκι ου νιος για να κάτσ’ ου γέρους
- ανορθώνω, κρατώ κάτι όρθιο με μεγαλοπρέπεια, π.χ. σήκουσ’ του κουρμί σ’
- αφυπνίζω κάποιον, π.χ. μι σήκουσι προυΐ
- (σχετικά με χρήματα) κάνω ανάληψη, σήκουσα ούλα τα λι/εφτά απ’ τη (ν)τράπιζα
- (σχετικά με νεκρό) κηδεύω, μεταφέρω το φέρετρο, π.χ. τι ώρα θα τουν σκώσουν;
- (για τόπο ή για κλίμα) ωφελώ από την άποψη τής υγείας, π.χ. δε μι σήκουσι του κλίμα
- (σχετικά με κτίσμα) χτίζω, ανυψώνω, ανεγείρω, π.χ. σήκουσι κι άλλου πάτουμα
- αποθεραπεύομαι, π.χ. θα κάν(ει) μέρις να σκουθεί
- (για άνεμο) αρχίζω να πνέω, να φυσώ ξαφνικά, π.χ. σκώθκι βουριάς
- (μεταφορικά) α. αντιδρά, δεν πειθαρχεί, στη φράση σήκουσι κιφάλ(ι) ή σήκουσι μπαϊράκ(ι) β. εργάζεται αδιάκοπα, στη φράση δε σκώνει κιφάλ(ι) γ. απειλώ να χτυπήσω ή χτυπώ κάποιον, χειροδικώ, στη φράση σκώνου χέρ’ δ. αναστατώνω τους γύρω μου με τις φωνές ή τις διαμαρτυρίες μου, στη φράση σκώνου του (γ)κόσμου στου πουδάρ’ ε. δεν ανέχομαι, π.χ. δε σκώνου αστεία στ. απελπίζομαι, παραιτούμαι από κάποια προσπάθεια ή παραδίνομαι, στη φράση σκώνου ψλα τα χέρια ζ. τον κάνει ό,τι θέλει, τον έχει υποχείριό της, στη φράση τουν έχ(ει) σήκου σήκου, κάτσι κάτσι η. ανατρίχιασα, στη φράση σκώθκι η πέτσα μ’ ή σκώθκαν οι τρίχις μ’ θ. έχω στύση του πέους, στη φράση μ’ σκώνι/ετι
σκώτ’ του, ουσιαστικό
- το συκώτι
- (μεταφορικά) για κάποιον που μου δημιουργεί μεγάλο και συνεχή εκνευρισμό και δυσαρέσκεια, στη φράση μου ’πρηξι του σκώτ’
σλάχ(ι) του, ουσιαστικό
σελάχι, δερμάτινη ζώνη που τη χρησιμοποιούσαν ως οπλοθήκη
σλούπ’ του, ουσιαστικό
σουλούπι, το σχήμα του προσώπου και του σώματος
σ’μά, επίρρημα
σιμά, κοντά
σμάρ’ του, ουσιαστικό
σμήνος
Ετυμολογία
Προέρχεται από το αρχαίο εσμός > εσμάριον > σμάρι, σμήνος ……..
σμίγου και σμίχνου, ρήμα
- (μεταβατικό) φέρνω κοντά, ενώνω, π.χ. σμίχνου τα φρύδια
- (αμετάβατο) α. συναντιέμαι, π.χ. έσμιξαν χτες, συνώνυμο: ανταμώνου
- ενώνομαι με ερωτική σχέση, π.χ. έσμιξι τ’ αντρόυνου
σμίξη η, ουσιαστικό
συνάντηση, αντάμωση
σ’μμαζεύου, ρήμα
- συμμαζεύω, τακτοποιώ, βάζω κάτι στη θέση του, αόριστος σύμμασα, σ’μμάζιψι τα πράγματά σ’
- περιορίζω τις κινήσεις και τη δραστηριότητα κάποιου, που θεωρώ ότι έχει ξεφύγει από τα όρια της τάξης και της ευπρέπειας, π.χ, σ’μμάζιψ’ τα πιδιά σ’ ή σ’μμαζώξ’ (συμμαζέψου)
- φυλάω, π.χ. τα σύμμασις τα λι/εφτά;
σμπαράλια τα, ουσιαστικό
1. κομμάτια, συντρίμμια
2. γίνομαι ερείπιο, διαλύομαι από κούραση, αρρώστια, στενοχώρια κτλ., στη φράση, γίνουμι σμπαράλια
σμπαραλιάζου, ρήμα
- κάνω κάτι κομμάτια, συντρίμια, διαλύω
- εξασθενώ, διαλύομαι από κούραση
σμπάρους ου, ουσιαστικό
- πυροβολισμός
- (μεταφορικά) όταν με μία προσπάθεια μπορεί να έχει κάποιος διπλό όφελος στη φράση μ’ ένα σμπάρου δυο τρυγόνια
σμπρώχνου, σμπρώχνουμι, ρήμα
- πιέζω, ωθώ κάποιον ή κάτι, για να το μεκακινήσω, προστακτική ζούμπρα
- εξωθώ κάποιον σε μια ενέργεια
σ’μώνου, ρήμα
πλησιάζω, κοντεύω, φθάνω, συνώνυμο: ζγώνου
σνάζ(ι) του, ουσιαστικό
σενάζ, ζώνη από οπλισμένο σκυρόδεμα που τοποθετείται χυτά - με τους κατάλληλους ξυλότυπους – επί των πλινθοδομών επιτυγχάνοντας την καλύτερη σταθεροποίησή τους
σνάφ’ του, ουσιαστικό
το σινάφι, άτομα που ανήκουν στην ίδια κοινωνική τάξη ή ομάδα
σνήθειου του, ουσιαστικό
συνήθεια
σνι του, ουσιαστικό
σινί, μεγάλο ταψί
σνιαρίζουμι, ρήμα
ετοιμάζομαι, ευπρεπίζομαι
σόι του, ουσιαστικό
- γένος, π.χ. βαστάει απού μιγάλου σόι
- συγγένεια, π.χ. είμαστε σόι
- ποιότητα, λογής, π.χ. τι σόι άνθρωπους είνι/ε;
- για κάποιον που δε δίνει την εντύπωση ότι είναι καλός άνθρωπος, ή για πράγμα χωρίς αξία στις φράσεις δε μ’ φαίνι/ετι σόι άνθρωπους ή δεν είνι/ε σόι πράμα αυτό
- για να δηλωθεί η διαδοχή ή η συνέχιση μιας κατάστασης, στη φράση σόι πάει του βασίλειου
- για έκφραση δυσαρέκειας και αγανάκτησης για άστοχες ενέργειες ή κακή συμπεριφορά, στη φράση τι σόι πράματα είναι αυτά;
σουβάς ου, ουσιαστικό
επίχρισμα
σούδα η, ουσιαστικό
μεγάλο αυλάκι, μεγάλο χαντάκι
σουδειά η, ουσιαστικό
η ετήσια παραγωγή σε ένα γεωργικό προϊόν
σουδειάζου, ρήμα
συγκεντρώνω, σωρεύω, αποθηκεύω
σούζα η, ουσιαστικό
- η στάση τετράποδου ζώου που στηρίζεται μόνο στα δύο πίσω πόδια του
- (ως επίρρημα) με τη στάση μου εκδηλώνω διάθεση απόλυτης υποταγής, στη φράση στέκουμι σούζα
σουιάζου και σουιεύου, ρήμα
είμαι ή γίνομαι συγγενής εξ αγχιστείας με κάποιον
σουιάς ου, ουσιαστικό
ο σουγιάς, πτυσσόμενο μαχαιράκι τσέπης
σουκάκ(ι) του, ουσιαστικό
στενό και απόκεντρο δρομάκι πόλης ή χωριού
σουλατσάρου, ρήμα
περπατώ άσκοπα
σουλάτσου του, ουσιαστικό
περίπατος, βόλτα
σουλούπ’ του, ουσιαστικό
μορφή, σχήμα
σούμα η, ουσιαστικό
άθροισμα λογαριασμού, σύνολο
σούμπιτους, -τ(η), -ου, επίθετο
όλος μαζί και ξαφνικά
σουπάκι του, ουσιαστικό
το ξύλο που τρώει κάποιος, συνώνυμο: μπιρντάκ(ι)
σουπιέρα η, ουσιαστικό
μεγάλο και βαθύ πιάτο
σούρα η, ουσιαστικό
- πτυχή
- υπερβολική μέθη, συνώνυμα: σκνίπα, τύφλα
σουριάζουμι, ρήμα
σωριάζομαι, πέφτω, αόριστος σουριάσκα
σουρ(ου)λόπ’ του, ουσιαστικό άκλιτο
αδιαφορώ, δε δίνω σημασία, στη φράση το ’ρξα στου σουρ(ου)λόπ
σούρουπου του, ουσιαστικό
μετά τη δύση του ηλίου, όταν αρχίζει να νυχτώνει, συνώνυμο: σύθαμπου
σουρουπώνω, ρήμα
με παίρνει το βράδυ, π.χ. μέχρι να τιλειώσου τη δλεια, σουρούπουσα
(απρόσωπο) σουρουπώνει, νυχτώνει, βραδιάζει
σούρτα φέρτα τα, άκλιτο ουσιαστικό
συχνές, καθημερινές επισκέψεις, κοινωνικές σχέσεις, κόψι τα πουλλά σούρτα φέρτα μι τ’ γειτόν(ι)σσα
σουρτούκου η, ουσιαστικό
γυναίκα ακαμάτρα που συνηθίζει να γυρίζει εδώ κι εκεί
σουρώνου, ρήμα
- μαζεύω ένα κομμάτι ύφασμα έτσι ώστε να κάνει πτυχές, σούρες
- περνάω υγρό από σουρωτήρι για να διαχωριστεί από ουσίες ή υλικά που είναι σε στερεά μορφή
- μεθώ πολύ, μετοχή παρακειμένου σουρουμένους
σουσόν(ι) του, ουσιαστικό
είδος κοντής κάλτσας
σουσουλήθρα η, ουσιαστικό
είδος πουλιού
σουσουράδα η, ουσιαστικό
- ωδικό μεταναστευτικό πτηνό με μακριά ίσια ουρά την οποία κουνά πάνω κάτω
- (μεταφορικά) για φιλάρεσκη και ναζιάρα γυναίκα
σούσουρου του, ουσιαστικό
ψίθυρος, θόρυβος, φασαρία, κουτσομπολιό
σούφλα η και σουφλί του, ουσιαστικό
η σούβλα
σουφλάου και σουφλίζου, ρήμα
- σουβλίζω, περνάω τη σούβλα μέσα από κάποιο σώμα
- νιώθω οξύ και διαπεραστικό πόνο
σουφλιά η, ουσιαστικό
- σουβλιά, χτύπημα με αιχμηρό, σουβλερό αντικείμενο
- οξύς και διαπεραστικός πόνος
σουφλι/ερός, -ή, -ό
που καταλήγει σε οξύ άκρο, που είναι σαν σουβλί, μυτερός
σούφρα η, ουσιαστικό
- πτυχή
- ο σφιγκτήρας του πρωκτού
- εύνοια τύχης
σουφράς ου, ουσιαστικό
μικρό, στρογγυλό, ξύλινο και πολύ χαμηλό τραπεζάκι
σουφρώνου, ρήμα
- κλέβω
- κάνω πτυχές
σπάγγους ου, ουσιαστικό
- χοντρό νήμα για διάφορες χρήσεις
- (ως σκωπτικός χαρακτηρισμός) τσιγκούνης
σπαθάτους, -η, -ου, επίθετο
που έχει λεπτό, ψηλό και ίσιο σώμα
σπάλα η, ουσιαστικό
- το κόκκαλο της ωμοπλάτης σφαχτού
- κομμάτι κρέας από την ωμοπλάτη σφαχτού
σπανός ου, ουσιαστικό
- άντρας που από τη φύση του δεν έχει καθόλου γένια και μουστάκι
- σπανό του, τόπος που δεν έχει καθόλου βλάστηση
σπάου, ρήμα
- αποκόπτω κλαδιά ή φύλλα φυτού από τον κορμό, π.χ. σπάου καπνό
- χωρίζω σε κομμάτια, π.χ. έσπασα του πουτήρ’
- λυγίζω, υποκύπτω κάτω από πίεση, π.χ. δεν άντιξι, έσπασι κι τα μαρτύρσι ούλα
- σταματώ, διακόπτω, ακυρώνω, π.χ. σπάου του προυσύμφουνου
- μειώθηκε, ελαττώθηκε, π.χ. του κρύου έσπασι
- (μεταφορικά) α. διασκεδάζω, στη φράση σπάου πλάκα β. αποτυγχάνω, στη φράση σπάου τα μούτρα μ’ γ. για να βρω τη λύση σε ένα δύσκολο πρόβλημα ή για να θυμηθώ κάτι, στη φράση σπάου του κιφάλι μ’ δ. μου προκαλεί μεγάλον εκνευρισμό, στη φράση μ’ σπάει τα νεύρα ε. κάνω κάποιον να χάσει την αυτοπεποίθησή του, στη φράση τ’ σπάου του τσαμπουκά στ. την ψυχρότητα τη διαδέχεται ένα κλίμα οικειότητας, στη φράση σπάει ου πάγους ζ. φύγε, σπάσι
σπαράζου, ρήμα
νιώθω σπαραγμό, θλίψη, π.χ. σπάραξι η καρδιά μ’
σπαρτό του, ουσιαστικό
καλλιεργημένο και σπαρμένο χωράφι
σπάρτου του, ουσιαστικό
θάμνος με μακριούς λεπτούς κλώνους και ευωδιαστά κίτρινα άνθη
σπέρνου, ρήμα
- ρίχνω σπόρους στο χωράφι
- αποκτώ πολλά παιδιά ανεύθυνα και χωρίς προγραμματισμό
- (μεταφορικά) προκαλώ και διαδίδω σε μεγάλη έκταση κάτι, συνήθως κακό
σπιουνιά η, ουσιαστικό
ρουφιανιά
σπιούνους ου, ουσιαστικό
ρουφιάνος, καταδότης
σπιρδούκλ(ι) του, ουσιαστικό
ασφόδελος, ασφοδείλι, είδος φυτού
σπιρτάδα η, ουσιαστικό
- η έντονα καυστική οσμή ή γεύση των οινοπνευματωδών ποτών
- (μεταφορικά) σπινθηροβόλα ευφυΐα
σπίρτου του, ουσιαστικό
- το σπίρτο, εύφλεκτο υλικό σε ξυλαράκι που με τριβή σε ειδική επιφάνεια αναφλέγεται
- το οινόπνευμα που περιέχεται σε δυνατό οινοπνευματώδες ποτό
- (μεταφορικά) πολύ έξυπνος άνθρωπος
σπίτ’ του, ουσιαστικό
- σπίτι, οικία
- οικογένεια, π.χ. είνι/ε απού καλό σπίτ’
- (μεταφορικά) α. παντρεύομαι και δημιουργώ οικογένεια στη φράση ανοίγου σπίτ’ β. μου προκάλεσε μεγάλη συμφορά, στη φράση μο ’κλεισι του σπίτ’
σπληνάντιρου του, ουσιαστικό
έδεσμα που παρασκευάζεται από το παχύ έντερο του αρνιού γεμισμένο με κομμάτια σπλήνας, καρδιάς και λίπους συνοδευόμενα με μπαχαρικά και ψήνεται συνήθως στη σούβλα
σπουδάζου, ρήμα
προσπαθώ να πείσω ή να μεταπείσω κάποιον
σπουρά η, ουσιαστικό
- η ενέργεια του σπέρνω
- η περίοδος κατά την οποία γίνεται η σπορά
σπούρν(η) η ή σπούρν(ι) του, ουσιαστικό άκλιτο
- ζεστή στάχτη που διατηρεί ακόμη μικρά κομμάτια από αναμμένα κάρβουνα
- Έθιμο της Πρωτοχρονιάς, ευχές για αφθονία, καθώς ο ευχόμενος ανακάτευε με ένα κλαδί τη στάχτη στο τζάκι
σπρι του, ουσιαστικό
- ο σπόρος
- μικρό εξόγκωμα του δέρματος φλεγμονώδες και συχνά πυώδες, π.χ. έβγαλα ένα σπρι στου πρόσουπου
Ετυμολογία
Προέρχεται από το αρχαίο πυρός, δωρικός τύπος σπυρός (κόκκος σιταριού) > υποκοριστικό σπυρίον > σπυρί > σπρι.
σταθμός ου, ουσιαστικό
ο σιδηροδρομικός σταθμός
στάλα η, ουσιαστικό
- η σταγόνα, η σταλαματιά
- μικρή ποσότητα, μια σταλιά, π.χ. νια στάλα λάδ’
- φάρμακο που λαμβάνεται σε σταγόνες, στάγδην, π.χ. παίρνου στάλι/ες για του μάτ’
σταλάματα τα, ουσιαστικό
ζημιές στη στέγη, απ’ όπου στάζει νερό της βροχής
σταλαματιά η, ουσιαστικό
η σταγόνα της βροχής
σταλιά η, ουσιαστικό
- λίγο, στην επιρρηματική έκφραση μια σταλιά, π.χ. δώσι μ’ νια σταλιά νι/ερό
- λέγεται για άνθρωπο μικροκαμωμένο, π.χ. νια σταλιά άνθρουπους
σταλίζου, ρήμα
οδηγώ το κοπάδι στο στάλο
στάλους ου, ουσιαστικό
- η καλοκαιριάτικη μεσημεριανή ανάπαυση αιγοπροβάτων κάτω από τον ίσκιο των δέντρων
- ο χώρος όπου σταλίζουν τα γιδιπρόβατα
στάμνα η, ουσιαστικό
πήλινο δοχείο για νερό με στενό και κοντό λαιμό, μία ή δύο λαβές και φουσκωτή κοιλιά
σταμνί του, ουσιαστικό
μικρή στάμνα
σταμπάρου, ρήμα
σφραγίζω, σημειώνω, ξεχωρίζω
στάν(η) η, ουσιαστικό
περιφραγμένος χώρος που χρησιμοποιείται για τη φύλαξη αιγοπροβάτων
στανιάρου, ρήμα
- συσφίγγω, στεγανοποιώ, σταματώ τη διαρροή
- παίρνω δυνάμεις, τονώνομαι, δυναμώνω, αόριστος στάνιαρα
στανιό του, ουσιαστικό
- ζόρι, βία, π.χ. τ’ του πήρα μι του στανιό!
- (ως βρισιά), στη φράση γαμού του στανιό σ’!
στάρ’ του, ουσιαστικό
το σιτάρι
σταρήθρα η, ουσιαστικό
είδος κορυδαλλού
στατέρ’ του, ουσιαστικό
στατήρας, είδος ζυγαριάς, καντάρι
σταυράδιρφους ου, ουσιαστικό
αδελφοποιτός
σταυραϊτός, ου, ουσιαστικό
- είδος αετού
- (μεταφορικά) γενναίο παλληκάρι και αδούλωτος πολεμιστής
σταυρός ου, ουσιαστικό
- το σύμβολο του χριστιανισμού
- προσεύχομαι, στη φράση κάνου του σταυρό μ’
- η σταύρωση
- το σχήμα του σταυρού
- σημείο του μετώπου ανάμεσα στα φρύδια και στη ρίζα της μύτης
- είδος δεσίματος
σταυρουτός ου, ουσιαστικό
είδος χορού
σταυρώνου, ρήμα
- θανατώνω με σταυρικό θάνατο
- διασταυρώνομαι
- (μεταφορικά) α. ταλαιπωρώ, βασανίζω β. μένω άπρακτος, αδρανής, στη φράση κάθουμι μι σταυρουμένα χέρια γ. δεν εισέπραξα τίποτα, στη φράση δε σταύρουσα ι/ευρώ δ. δε μου τυχαίνουν καλά χαρτιά στο χαρτοπαίγνιο, στη φράση δε σταυρώνου φύλλου ε. κουβεντιάζω, συνομιλώ, στη φράση σταυρώνου κβέντις
στάχτ’ η, ουσιαστικό
- στάχτη
- (μεταφορικά) α. καταστρέφομαι ολοσχερώς, στη φράση γίνουμι στάχτ’ β. προσπαθώ να παραπλανήσω, να ξεγελάσω κάποιον, στη φράση ρίχνου στάχτ’ στα μάτια
σταχτόκλουρα η, ουσιαστικό
κουλούρα ψημένη στη στάχτη
σταχτουλόους ου, ουσιαστικό
δοχείο στο οποίο συγκεντρώνεται η στάχτη
σταχτώνου, ρήμα
ρίχνω στάχτη σε κάτι
στέγνια η, ουσιαστικό
έλλειψη νερού, υγρασίας, ανομβρία
στείβου και στύβου, ρήμα
- πιέζω, συνθλίβω κάτι για να βγει ο χυμός του ή το υγρό που περιέχει
- στερεύω, ξεραίνομαι, π.χ. απ’ την αναβρουχιά έστειψι κι η Μότσιου
- (για πληγή) ξεραίνεται, κλείνει, π.χ. θα βάλου λίγ(η) σουλφαμιδόσκουν(η) στ’ (μ)πληγή, για να στείψει
- (μεταφορικά) α. απομύζησαν οικονομικά, στη φράση τουν έστειψαν β. κάνω μεγάλη πνευματική προσπάθεια, στη φράση στείβου του μνυαλό μ’ γ. είμαι πολύ δυνατός, στη φράση στείβου τ’ (μ)πέτρα
στέκουμι, ρήμα
σταματώ, περιμένω, προστακτική στέκα, στικάτι
στένουσ(η) η, ουσιατικό
δυσφορία στο στήθος, άσθμα
στέρφα η, ουσιαστικό
η στείρα θηλυκιά, στον πληθυντικό τα στέρφα, τα ζώα του κοπαδιού που δεν γέννησαν
στηθουκουπιέμι, ρήμα
εκφράζω ένα βαθύτατο συναίσθημα θλίψης και απόγνωσης, χτυπώντας το στήθος με τα χέρια μου
στητός, -ή, -ό, επίθετο
καμαρωτός
στιά η, ουσιαστικό
τζάκι, “γωνιά”
Ετυμολογία
Παράγεται από το αρχαίο εστία: τζάκι, βωμός.
στιγνός, -ή, -ό, επίθετο
στεγνός, αντώνυμο: μουσκιμένους
στινάζου, ρήμα
αναστενάζω
στιναχουρεύου και στινουχουρεύου, στιναχουριέμι και στινουχουριέμαι, ρήμα
στενοχωρώ, στενοχωριέμαι
στιναχώρια η, ουσιαστικό
στενοχώρια
στινεύουμι, ρήμα
- πιέζομαι, στεναχωριέμαι
- δυσκολεύομαι οικονομικά
στινουσ(ι)ά η, ουσιαστικό
στενός, περιορισμένος χώρος
στιργιώνου, ρήμα
κάνω κάτι σταθερό
(μεταφορικά) στεργιώνει: γίνεται κάτι ισχυρό και ακλόνητο σε διάρκεια χρόνου
στιρεύουμι, ρήμα
στερούμαι
στιρεύω, ρήμα
παύω να βγάζω ή να έχω νερό
στιρνά τα, ουσιαστικό
γηρατειά
στιρνός, -ή, -ό, επίθετο
τελευταίος
στιρνουπούλ(ι), ουσιαστικό
το τελευταίο, το μικρότερο παιδί της οικογένειας, συνώνυμο: στιρνουπαίδ’
στιρφεύου, ρήμα
- αόριστος στέρφιψαν, για θηλαστικά ζώα, έπαψαν να έχουν πια γάλα
- (για νερά) στερεύω, π.χ. στέρφιψαν τα ρέματα
στιρφουγάλαρου, επίθετο
σπίτι με υπόγειο και λίγο υπερυψωμένο (τέσσερα-πέντε σκαλάκια) ισόγειο
στιφάν(ι) του, ουσιαστικό
- στεφάνι, ξύλινη ή μεταλλική κατασκευή σε σχήμα κύκλου με πολλές και ποικίλες χρήσεις
- το γαμήλιο στέφανο και συνεκδοχικά ο γάμος, το στεφάνωμα
- ο σύζυγος ή η σύζυγος
- (μεταφορικά) παντρεύομαι, στη φράση βάνου στιφάνι
- ξύλινο ή μεταλλικό κατασκεύασμα σε σχήμα κύκλου που το κυλούσαν τα παιδιά, καθώς το έσπρωχναν με μια βέργα, για να παίξουν
στιφανουμένους, -ν(η), -ου, επίθετο
παντρεμένος, π.χ. το ’εις στιφανουμένου του κουρίτσ(ι);
στιφάτου του, ουσιαστικό
το στιφάδο
στλιάρ’ του, ουσιαστικό
το στειλιάρι, κυλινδρικό κομμάτι ξύλου που χρησιμοποιείται ως λαβή μεταλλικών εργαλείων
(μεταφορικά) α. άνθρωπος άξεστος και ανόητος, κούτσουρο β. άνθρωπος ψηλός και γερός γ. του χρειάζεται γερό ξυλοκόπημα, πρέπει να τον δείρουν πολύ, στη φράση θέλ(ει) στλιαρ
Ετυμολογία
Προέρχεται από το αρχαίο στειλειόν, στειλιάρι ………
στλώνου, ρήμα
- στυλώνω, στερεώνω
- μένω αμετακίνητος και δεν κινούμαι, στη φράση τα στυλώνου, τα στύλουσι (εννοείται τα πόδια), π.χ. του γμάρ΄ τα στύλουσι
- (μεταφορικά) επιμένω, π.χ. τα στύλουσι κα δε δέχιτι κβέντα
στμπάου και στ(ου)μπίζου, στουμπίζουμι, ρήμα
χτυπώ, κοπανάω, συνθλίβω, αόριστος στούμπ’σα, στουμπίσκα, έπεσα και χτύπησα
στοιβανιά η, ουσιαστικό
στοίβα, σωρός από όμοια ή ομοειδή πράγματα
στοιχειό του, ουσιαστικό
- υπερφυσικό ον, συνήθως κακοποιό, δαιμόνιο, αερικό
- πληθυντικός στοιχειά τα, δυνάμεις της φύσης
στόμα του, ουσιαστικό
- στόμα
- στόμιο
- τρόπος ομιλίας, π.χ. έχ(ει) άσκημου στόμα
- (μεταφορικά) α. μιλώ ή αρχίζω να μιλώ, στη φράση ανοίγου του στόμα μ’ β. μη μιλάς, στη φράση κλείσ’ του στόμα σ’ γ. είναι πολύ λιγόλογος, στη φράση στόμα έχ(ει) και μιλιά δεν έχ(ει) δ. είπες αυτό που ήμουν έτοιμος να πω κι εγώ, στη φράση απ’ του στόμα μ’ του πήρις ε. άτομο, πρόσωπο, π.χ. έχου να ταΐσου πέντι στόματα στ. τον ανάγκασα να σωπάσει, τον αποστόμωσα, στη φράση του ’κλεισα του στόμα ζ. μένω κατάπληκτος, στη φράση μένου μ’ ανοιχτό το στόμα η. για κάποιον που είναι πολύ κουρασμένος ή που αγωνιά πολύ για κάτι, στη φράση μι τη (μ)ψυχή στου στόμα θ. πρόλαβα την τελευταία στιγμή να αποκτήσω, να απολαύσω κάτι που είχε επιθυμήσει κάποιος άλλος, στη φράση τ’ πήρα τ’ μπουκιά απ’ του στόμα ι. κατηγορώ, σχολιάζω κάποιον κακόβουλα, στη φράση πιάνου στου στό μα μ’ ια. ως ευχή για την πραγματοποίηση μιας επιθυμίας, στη φράση, απ’ του στόμα σ’ κι στ’ Θιού τ’ αφτί ιβ. που ξεστομίζει αισχρά, χυδαία ή συκοφαντικά λόγια, στη φράση είνι/ε βρουμόστουμα
στου πι κι φι, επιρρηματική έκφραση
πολύ γρήγορα
στου τσακ, επιρρηματική έκφραση
λόγο προτού είναι αργά, έγκαιρα, π.χ. στου τσακ πρόφτασα του λι/εουφουρείου!
στούκ(ι) του, ουσιαστικό
το εικοσιένα, χαρτοπαίγνιο με χρήματα
στουλίζου, στουλίζουμι, ρήμα
- ομορφαίνω, διακοσμώ
- (μεταφορικά) του τα είπα έξω από τα δόντια, τον επιτίμησα, του μίλησα με σκληρά λόγια, στη φράση τουν στόλ(ι)σα
στούμπους ου, ουσιαστικό
- ξύλινος κόπανος ή μεγάλη πέτρα, κατάλληλα για στούμπισμα
- σκληρό πράγμα
- κοντόχοντρος άνθρωπος
στουμπώνου, ρήμα
- για κάτι που βουλώνει, που φράζει
- τρώω πολύ μεγάλη ποσότητα φαγητού και έχω έντονο το αίσθημα του κορεσμού
στουμώνου, ρήμα
- φράζω, δεν αφήνω να περάσει κάτι
- λέγεται για κοπτικό εργαλείο που γίνεται λιγότερο κοφτερό
- αποστομώνω κάποιον, τον αναγκάζω να σωπάσει
στουπώνου, ρήμα
παραγεμίζω, πατικώνω κάτι για να χωρέσει κάπου
στουρνάρ’ του, ουσιαστικό
- τσακμακόπετρα και γενικά πέτρα
- (μεταφορικά) κουτός, άξεστος, αμόρφωτος
στούρνους ου, ουσιαστικό
- μεγάλη πέτρα
- (μεταφορικά) για άνθρωπο κουτό και αμόρφωτο
στραβόξλου του, ουσιαστικό
(μεταφορικά) δύστροπος, ιδιότροπος άνθρωπος
στραβός, -ή, -ό, επίθετο
- που δεν είναι ίσιος, λοξός
- μη ορθός, λαθεμένος
- τυφλός
- (μεταφορικά) α. (επιτιμητικά) πρόσεχε περισσότερο, μην είσαι τόσο απρόσεκτος, στη φράση άν(οι)ξι τα στραβά σ’ β. προσποιούμαι ότι δεν βλέπω ή ότι δεν καταλαβαίνω, στη φράση κάνου τα στραβά μάτια γ. απρόσεκτα, αμελέτητα, χωρίς προετοιμασία, στα κουτουρού, στη φράση στα στραβά δ. δύστροπος άνθρωπος, στη φράση στραβό κιφάλ(ι)
στραβουγιράζου, ρήμα
γερνώ πρόωρα και άσχημα
στραβουμάρα η, ουσιαστικό
- η τύφλα
- για κίνηση που είναι αποτέλεσμα απροσεξίας, π.χ. στραβουμάρα έχ(ει)ς;
- κοκοτυχία, π.χ. μο ’τχαν πουλλές στραβουμάρις
στραβουμουτσουνιάζου, ρήμα
δείχνω με μορφασμό τη δυσαρέσκειά μου
στραβουτζανιάζου, ρήμα
στραβολαιμιάζω
στραβώνου, στραβώνουμι, ρήμα
- τυφλώνω
- θαμπώνω, τυφλώνω, π.χ. μι στράβουσι ου ήλιους
- κουράζω πολύ τα μάτια μου
- δίνω σε κάποιον ελλιπείς ή εσφαλμένες γνώσεις ή πληροφορίες, με αποτέλεσμα να τον αφήσω αμόρφωτο ή απληροφόρητο
- κάνω κάτι στραβό, το κάνω να χάσει την ευθύτητά του
- (μεταφορικά) για υποθέσεις, παίρνω δυσάρεστη τροπή, π.χ. η δλεια στράβουσι
στραγγίζου, ρήμα
- (μεταβατικό) α. βγάζω το υγρό που περιέχεται σε κάτι β. σουρώνω
- (αμετάβατο) χάνω το υγρό που περιέχεται μέσα μου, στεγνώνω
- (μεταφορικά) α. πίνω ή χύνω τελείως, ως την τελευταία σταγόνα, το υγρό από δοχείο
στραμπλάου και στραμπλίζου, ρήμα
- στραμπουλώ, παθαίνω διάστρεμμα
- (μεταφορικά) αφαιρώ κάτι χωρίς να γίνομαι αντιληπτός, κλέβω
στραπάλαμα του, ουσιαστικό
ο παραμορφωμένος
στραπάτσου του, ουσιαστικό
μεγάλη ζημιά, αποτυχία
στράτα η, ουσιαστικό
- ο δρόμος, π.χ. πήρα τη στράτα του στρατί…
- πορεία, διαδρομή, ταξίδι, π.χ. καλή στράτα
- μέτρηση ποσότητας φορτίου ανάλογα με τις διαδρομές που χρειάζονται για τη μεταφορά του με ορισμένο μεταφορικό μέσο, συνήθως ζώο, π.χ. θα χρειαστούν τρεις στράτις ξύλα
στρατσόχαρτου του, ουσιαστικό
χοντρό χαρτί για περιτύλιγμα
στράφ’, επίρρημα
λέγεται για κάποιον ή κάτι που πηγαίνει χαμένος, δεν αξιοποιείται ή καταστρέφεται, στη φράση πήγι στράφ’
στρέβλα η, ουσιαστικό
σειρά, τάξη, πειθαρχία, π.χ. δε μπαίν(ει) σι στρέβλα
Ετυμολογία
Προέρχεται από το αρχαίο στρέβλη η: όργανο συστροφής και όργανο βασανισμού.
στρέμμα του, ουσιαστικό
μονάδα για τη μέτρηση εκτάσεων γης, που ισοδυναμεί με χίλια τετραγωνικά μέτρα
στρίβου, ρήμα
- συστρέφω, περιστρέφω κάτι, π.χ. στρίβου ένα τσ(ι)γάρου
- κάνω στροφή
- μετοχή στριμμένος, ιδιότροπος, παράξενος, δύστροπος, κακεντρεχής
- προστακτική στρίβε, φύγε, χάσου
- (μεταφορικά) α. έχασε τα λογικά του, παραφρόνησε, στη φράση του στριψι β. αναιρώ όσα προηγουμένως είπα ή αναιρώ υπόσχεση που έδωσα, υπαναχωρώ, στη φράση τα στρίβου γ. φεύγω γρήγορα ή κρυφά, στρίβου δ. στριμμένος, κακός, κακεντρεχής, δύστροπος, στη φράση στριμμένου άντιρου ε. ευνουχίζω ζώο στ. (για ανθό ή χορτάρι) ξηραίνεται
στρίγλα η, ουσιαστικό
κακή και ανάποδη γυναίκα
στριντζώνουμι, ρήμα
σφίγγομαι, ζορίζομαι, τεντώνομαι
στρίπουδα τα, ουσιαστικό
ξύλινα τρίποδα ή τετράποδα στηρίγματα πάνω στα οποία τοποθετούνται εγκάρσια σανίδες, προκειμένου να κατασκευαστεί έτσι ένα πρόχειρο κρεβάτι
Το κρεβάτι που κατασκευάζεται με αυτόν τον τρόπο
στριφουγυρνάου και στριφουγυρίζου, ρήμα
- κάνω περιστροφικές, κυκλικές κινήσεις
- στρέφομαι εδώ και εκεί με ανησυχία
στριφτόπτα η, ουσιαστικό
είδος πίτας
στριχιάζου, ρήμα
φυλάγομαι από βροχή ή κρύο αέρα κάτω από κάποια αστρέχα ή κοντά σε κάποιο τοίχο, στεγάζομαι
στρουγγ(υ)λός, -ή, -ό, επίθετο
στρογγυλός, στρογγυλή, στρογγυλό
στρουγγλιάζουμι, ρήμα
στρογγυλοκάθομαι κάπου, έστω και ανεπιθύμητος
στρούγκα η, ουσιαστικό
πρόχειρο μαντρί με κλαδιά ή πέτρες για το άρμεγμα των ζώων
στρουματσάδα η, ουσιαστικό
ξάπλωμα, πλάγιασμα, κατάκλιση σε κουβέρτες στρωμένες στο πάτωμα
στρουμπούλου η, ουσιαστικό
στρουμπουλή, παχουλή γυναίκα
στρουσίδ(ι) του, ουσιαστικό
αυτό που στρώνεται σε δάπεδο ή σε κρεβάτι
στρυμόκουλος, -λ(η), -ου, επίθετο
δύσκολος
στρυμούρα η, ουσιαστικό
στρύμωγμα, συνωστισμός
στρυμώχνου και στριμώχνου, ρήμα
πιέζω, περιορίζω
Ετυμολογία
Προέρχεται, πιθανόν, από το αρχαίο στρύμοξ: ξύλο που χρησιμοποιείται στα πατητήρια για τη σύνθλιψη των σταφυλιών.
στρώνου, στρώνουμι, ρήμα
- απλώνω κάτι ώστε να καλύψει μια επιφάνεια
- (απρόσωπο) το ’στρουσι, εννοείται το χιόνι
- τοποθετώ ή τακτοποιώ τα σκεπάσματα του κρεβατιού
- σκεπάζω το πάτωμα με στρωσίδια
- βελτιώνω, συμμορφώνω, διορθώνω κάποιον, π.χ. θα σι στρώσου
- (για ένδυμα) εφαρμόζω καλά πάνω σε κάτι
- (μεταφορικά) α. αρχίζω να εισέρχομαι σε ομαλή, σε καλή λειτουργία, π.χ. η δλεια έστρουσι ή ου κιρός έστρουσι β. ξαπλώνω, π.χ. στρώθκι καταή γ. επιδίδομαι με ζήλο σε κάτι, π.χ. στρώθκι στη δλεια δ. τον υποχρέωσε, τον ανάγκασε να δουλέψει, στη φράση τουν έστρουσι στη δλεια ε. ετοιμάζω το τραπέζι για φαγητό, στη φράση στρώνου τραπέζ(ι) στ. επαγγελματική απασχόληση που αποδίδει καλά, στη φράση στρουμέν(η) δλεια
στρώσ(η) η, ουσιαστικό
κάλυψη μιας επιφάνειας με ένα υλικό, επίστρωση
στυρφακιώτκους και στιρφακιώτκους, -κ(η), -ου, επίθετο
που ανήκει ή αναφέρεται στη Στύρφακα
σύβασ(η) η, ουσιαστικό
αρραβώνας
συβαστικιά η, ουσιαστικό
αρραβωνιαστικιά
συγγένειου του, ουσιαστικό
συγγένεια
συγγένεψ(η) η, ουσιαστικό
συγγένεια
συγγινής ου συγγέν(ι)σσα η, ουσιαστικό
ο συγγενής, πληθυντικός συγγι/ενήδες
συγγινολόι του, ουσιαστικό
όλοι οι συγγενείς
συγκαθάου και συγκαθιέμι, ρήμα
κινούμαι συνεχώς
σύγκαλα τα, ουσιαστικό
- τα λογικά
- λογικεύομαι, στη φράση έλα στα σύγκαλά σ’
συγκιριάζου, ρήμα
- συνδέω αντικείμενα μεταξύ τους, συνταιριάζω, βάζω σε σειρά
- πλάθω φανταστικές ιστορίες
Ετυμολογία
Προέρχεται από το συγκιρνώ < συγκεράω < συν+κεράννυμι: αναμιγνύω, ανακατεύω.
συγυρίζου, συγυρίζουμι, ρήμα
- διευθετώ, βάζω σε τάξη, ευτρεπίζω, π.χ. συγυρίζου του σπίτ’
- επιπλήττω, κατσαδιάζω, τιμωρώ, π.χ. θα σι συγυρίσου!
συγχουρ(ι)μός ου, ουσιαστικό
συγχώρηση
σύθαμπου του, ουσιαστικό
μόλις αρχίζει να νυχτώνει, σούρουπο
σ(υ)λλουή η, ουσιαστικό
σκέψη
σ(υ)λλουιώμι και σ(υ)λλουιέμι, ρήμα
συλλογιέμαι, σκέφτομαι
σ(υ)μπαθάου, ρήμα
συμπαθώ, συγχωρώ, στη φράση σ(υ)μπάθα μι
σ(υ)μπαθιμός ου, ουσιαστικό
συγχώρηση
σ(υ)μπάθιου του, ουσιαστικό
συγχώρηση, συγγνώμη, όταν ο ομιλητής λέει ή υπονοεί κάτι που θεωρεί ότι μπορεί να είναι ενοχλητικό ή προκλητικό για τους άλλους, στη φράση μι του σ(υ)μπάθιου
σ(υ)μπάου, ρήμα
ανακινώ τα ξύλα, για να δυναμώσει η φωτιά, συδαυλίζω
σ(υ)μπιθιριά η και σ(υ)μπιθιριό του, ουσιαστικό
- η εξ αγχιστείας συγγένεια
- τα συμπεθέρια
συμπράγκαλα τα, ουσιαστικό
σύνολο πολλών μικρών πραγμάτων, μικροαποσκευές, εργαλεία κ.ά.
συμφιρουλάτ’ς ου, ουσιαστικό
ο συμφεροντολόγος
σύμφουνου του, ουσιαστικό
συμφωνία
σ(υ)νάζου, συνάζουμι, ρήμα
- μαζεύω, συναθροίζω
- τακτοποιώ
συναλλάζου, ρήμα
εναλλάσσω, χρησιμοποιώ εκ περιτροπής
συναπάντμα του, ουσιαστικό
η συνάντηση
συν(η)θάου, ρήμα
έχω τη συνήθεια, συνηθίζω
συνήθειου του, ουσιαστικό
συνήθεια
συνι/εφέρνου, ρήμα
- βοηθώ κάποιον να ανακτήσει τις αισθήσεις του
- φέρνω κάποιον στα λογικά του, π.χ. κοίτα να τουν συνι/εφέρ’ς
συννι/εφιά η, ουσιαστικό
- νέφωση
- (μεταφορικά) μελαγχολική διάθεση, ακεφιά
συννι/εφιάζου, ρήμα
- καλύπτομαι από σύννεφα
- (μεταφορικά) λυπάμαι, στενοχωριέμαι
συννι/εφόκαμα του, ουσιαστικό
αποπνικτική ζέστη με συννεφιά και με άπνοια
σύννι/εφου του, ουσιαστικό
- σύννεφο, νέφος
- για κάτι, συνήθως αρνητικό, που υπάρχει ή γίνεται καθ’ υπερβολήν, π.χ. του ψέμα πάει σύννι/εφου
συνν(υ)φάδα η, ουσιαστικό
καθεμιά από τις γυναίκες που οι σύζυγοί τους είναι αδέρφια
συνουδειά η, ουσιαστικό
συντροφιά, παρέα
σύνουρου του, ουσιαστικό
το όριο, όριο, διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε δύο τόπους, το τέρμα μιας έκτασης
συντράμου, ρήμα
βοηθώ
σύντραυλου του, ουσιαστικό
χοντρό ξύλο που το χρησιμοποιούσαν ως μέσο αναζωπύρωσης, συδαύλισης της φωτιάς ή ως μέσο για να σηκώσουν τη γάστρα περνώντας το από τον κρίκο που υπήρχε στον θόλο της, συνώνυμο: ξυθάλι
συντρουμή η, ουσιαστικό
βοήθεια
συντχαίνου, ρήμα
συναντώ
σύξλους, -η, -ου, επίθετο
κατάπληκτος, άφωνος, εμβρόντητος
σύρι, ρήμα
προστακτική του ρήματος σύρω, τραβάω, πηγαίνω, π.χ. σύρι να παρ΄ς ψουμί, συνώνυμο: τράβα
σύρραχου του, ουσιαστικό
κορυφογραμμή
συφουριασμένους, -η, -ου, επίθετο
δυστυχισμένος
σφάγιου του, ουσιαστικό
σφάγιο, ζώο που πρόκειται να το σφάξουν ή που το έχουν σφάξει, για να καταναλωθεί ως τροφή
σφάζου, σφάζουμι, ρήμα
- θανατώνω κάποιον κόβοντάς του τον λαιμό
- (γενικά) φονεύω, σκοτώνω με μαχαίρι, ξίφος ή άλλο αιχμηρό αντικείμενο
- (μεταφορικά) πληγώνω βαθιά, βασανίζω, ταλαιπωρώ
- θίγω κάποιον με ήπιες αλλά εύστοχες εκφράσεις, στη φράση σφάζου μι του βαμπάκ(ι)
σφάκα η, ουσιαστικό
η πικροδάφνη
σφαλιάρα η, ουσιαστικό
χαστούκι,μπάτσος
σφαλίζου και σφαλνάου, ρήμα
- κλείνω
- πεθαίνω, στη φράση σφαλίζου τα μάτια
σφαχτό του, ουσιαστικό
σφαγμένο και γδαρμένο ζώο
σφάχτ’ς ου, ουσιαστικό
έντονος πόνος στα πλευρά, στη μέση ή στην πλάτη
σφηκουφουλιά η, ουσιαστικό
- φωλιά που κατασκευάζουν σφήκες
- (μεταφορικά) τόπος όπου συγκεντρώνονται ή ζουν μόνιμα άτομα που θεωρούνται επικίνδυνα
σφ(η)λιώνου, ρήμα
σφηνώνω, στερεώνω, π.χ. σφ(η)λιώνου του στλειάρ’
σφήνα η, ουσιαστικό
- ξύλινο ή μεταλλικό πρισματικό εργαλείο με οξεία ακμή, που χρησιμεύει για τη διάσχιση στερεών σωμάτων
- κομμάτι σε σχήμα σφήνας, π.χ. νια σφήνα τυρί
- (μεταφορικά) α. καθετί που παρεμβάλλεται, π.χ. μπαίνου σφήνα β. προσπαθώ να δημιουργήσω διχόνοια ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα πρόσωπα συκοφαντώντας το ένα στο άλλο, στη φράση βάνου σφήνι/ες
σφίγγου και σφίχνου, σφίγγουμι, ρήμα
- τραβώ δυνατά σκοινί, για να στερεωθεί καλύτερα αυτό που δένεται
- (μεταφορικά) περιορίζω, συμμαζεύω κάποιον, στη φράση σφίγγου τα λουριά
- σφίγγομαι, βάζω τα δυνατά μου
- καταβάλλω δύναμη πριν από την αφόδευση και ειδικά σε περίπτωση δυσκοιλιότητας
- (μεταφορικά) α. είμαι τσιγγούνης, στη φράση είμι σφιχτός ή τα σφίγγου β. λυπάμαι, πονώ, υποφέρω, στη φράση σφίγγιτι η καρδιά μ’ γ. ανεβαίνει η θερμοκρασία, στη φράση οι ζέστις σφίγγουν
σφιντζουρλάου, ρήμα
πετώ με δύναμη, εκσφενδονίζω
σφίξ(η) η, ουσιαστικό
(μεταφορικά) πίεση, ζόρι, π.χ. η σφίξ(η) βγάν(ει) του λάδ’
σφουγγάου, σφουγγιώμι και σφουγγίζου, σφουγγίζουμι ρήμα
καθαρίζω, σκουπίζω, σκουπίζομαι
σφουντύλ(ι) του, ουσιαστικό
- μικρό στρογγυλό όργανο, όπου στερεώνεται και περιστρέφεται το αδράχτι για το ξύσιμο των μαλλιών
- (μεταφορικά) ζαλίζομαι ύστερα από δυνατό χτύπημα, στη φράση μου ’ρθι ου ουρανός σφουντύλ(ι)
Ετυμολογία
Προέρχεται από το αρχαίο σφονδύλιον.
σχ(ι)αίνουμι, ρήμα
- σιχαίνομαι, αηδιάζω
- μετοχή, σχαμένους, -η, -ου, αυτός που προκαλεί σιχασιά, αηδία, ο βρόμικος και ανέντιμος χαρακτήρας
σχαριάζουμι, ρήμα
υποδέχομαι κάποιον με χαρά
σχαρικαραίοι οι, ουσιαστικό
που φέρνουν τα συχαρίκια
σχαρίκια τα, ουσιαστικό
η πρώτη αγγελία μιας καλής είδησης
σχασ(ι)ά η, ουσιαστικό
η σιχασιά, η σιχαμάρα, το αίσθημα αηδίας
σχουλάου, ρήμα
τελειώνω
σχουλείου του, ουσιαστικό
το σχολείο
σχουλιαρόπιδου του, ουσιαστικό
το παιδί που πηγαίνει στο σχολείο, που έχει την ηλικία του παιδιού που πηγαίνει στο σχολείο, ο μαθητής
σχουράου και σχουρνάου, ρήμα
συγχωρώ, δίνω άφεση αμαρτιών
σχουριμένους, -η, -ου, επίθετο
ο πεθαμένος
σχώριου του, ουσιαστικό
η άφεση αμαρτιών
σώνου, σώνουμι
- σώζω, γλυτώνω, π.χ. σώθκι απού θάμα
- τελειώνω, εξαντλώ, π.χ. δε (ν)τα σών(ει) ή του λάδ’ στου καντήλ(ι) σώθκι
- σώνει, αρκεί, συνώνυμο: φτάν(ει)
- φτάνω με το χέρι μου κάτι που βρίσκεται σε κάποιο ύψος ή βάθος, π.χ. είνι/ε ψλά κι δε (ν)του σώνου
- προφταίνω κάποιον που απομακρύνεται, π.χ. τρέχ(ει)ς πουλύ γλήγουρα και δε σι σώνου
- (όρκος) να μην προλάβω, στη φράση να μη σώσου
- (κατάρα) να χαθεί, να πεθάνει, στη φράση να μη σώσ(ει)
- η κατάσταση έφτασε σε κρίσιμο σημείο και τα περιθώρια για αναβολές και υπεκφυγές εξαντλήθηκαν, στη φράση, π.χ. τα ψέματα σώθκαν
- για κάτι που επιδιώκουμε με κάθε τρόπο, με πολύ μεγάλη επιμονή, στη φράση σών(ει) και καλά, συνώνυμο: ντε και καλά
- όταν κάνουμε κάτι για το οποίο μετανιώνουμε πικρά, στη φράση να μην έσουνα
Τ
τ’ Αϊ-Γιαννιού, ως επιρρηματική έκφραση χρόνου
τη γιορτή του Αϊ-Γιάννη
τ’ Αϊ-Γιωργιού, ως επιρρηματική έκφραση χρόνου
τη γιορτή του Αγίου Γεωργίου
τ’ Αϊ-Σπυριδών’, ως επιρρηματική έκφραση χρόνου
τη γιορτή του Αγίου Σπυρίδωνος
τ’ Αντριού, ως επιρρηματική έκφραση χρόνου
τη γιορτή του Αγίου Ανδρέα
τα και τζα, επιφώνημα
λέξη που χρησιμοποιείται σε νηπιακά παιχνίδια ή χαϊδολογήματα
τάβλα η, ουσιαστικό
- μικρό χαμηλό τραπέζι φαγητού
- ως επίρρημα, έπεσε κάτω φαρδύς πλατύς, στη φράση έπισι τάβλα
- μεθώ πάρα πολύ, στη φράση τάβλα στου μιθύσ(ι)
ταβλιάζουμι και ταβλαρώνουμι ρήμα
- πέφτω στο κρεβάτι, ξαπλώνω
- κοιμάμαι πολύ βαριά
- είμαι άρρωστος και μένω ξαπλωμένος στο κρεβάτι, κλινήρης
ταγάρ’ του, ουσιαστικό
μικρός σάκος από χοντρό χειροποίητο μάλλινο ύφασμα που κρεμιέται από τον ώμο, συνώνυμο: ντουρβάς
ταγκιάζου, ρήμα
για φαγητό που έχει αλλοιωθεί και έχει αποκτήσει δυσάρεστη γεύση και μυρωδιά
τάδις ου, αντωνυμία αόριστη
κάποιος που δεν κατονομάζεται
τάζου, ρήμα
υπόσχομαι
ταή η και ταΐν(ι) του, ουσιαστικό
- τάισμα, τροφή
- η υποχρέωση που αναλαμβάνει ο εργοδότης να ταΐζει τους εργάτες τις μέρες που δουλεύουν γι’ αυτόν
τακίμ’ του, ουσιαστικό
- σύνολο πραγμάτων που χρησιμοποιούνται για τον ίδιο σκοπό
- ταίρι
τάκους ου, ουσιαστικό
κομμάτι ξύλου για στήριγμα ή ακινητοποίηση τροχού
ταλαιπώρια η, ουσιαστικό
ταλαιπωρία
τάλιαρου του, ουσιαστικό
πεντάδραχμο κέρμα
ταμάμ, επίρρημα
στα μέτρα κάποιου, ακριβώς
ταμπακιέρα η, ουσιαστικό
- μικρή θήκη για καπνό ή τσιγάρα
- (μεταφορικά) η ουσία μιας υπόθεσης
ταμπλαρώνουμι, ρήμα
ξαπλώνω στο κρεβάτι, συνώνυμο: ταβλιάζουμι
ταμπλάς ου, ουσιαστικό
- αποπληξία
- (μεταφορικά) ξαφνική δυσάρεστη έκπληξη, π.χ. μόλις έμαθα ότι πέθανι/ε, μου ’ρθι ταμπλάς
- διακοσμητικό σανίδωμα
ταμπούρ’ του, ουσιαστικό
φυσικό ή τεχνητό οχύρωμα
ταντέλα η, ουσιαστικό
δαντέλα
τανυέμι ρήμα
τεντώνομαι, σφίγγομαι, ζορίζομαι
τάν(υ)μα του, ουσιαστικό
τέντωμα, σφίξιμο
τάπα η, ουσιαστικό
- βούλωμα
- (μεταφορικά) πολύ κοντός άνθρωπος
ταπεινουσύν(η), ουσιαστικό
ταπεινότητα
ταπί, επίρρημα
χωρίς λεπτά, άφραγκος, απένταρος
ταπίστ(ου)μα, επίρρημα
μπρούμυτα
ταπουτώρα, επίρρημα
πρίν από λίγη ώρα
ταρναρίζου, ρήμα
χορεύω μικρό παιδί στα γόνατά μου
τάσ(ι) του, ουσιαστικό
κύπελλο με πλατύ στόμιο
τάτας ου, ουσιαστικό
πατέρας
ταύτου, αντωνυμία οριστική
- αυτό
- γι’ αυτό τον λόγο, στη φράση επί ταύτου
ταφτάς ου, ουσιαστικό
μεταξωτό ύφασμα
τάχα μ’ και τάχατις επίρρημα
δήθεν
ταχεία η, ουσιαστικό
αμαξοστοιχία που κάνει λίγους σταθμούς και φτάνει στον προορισμό της πιο γρήγορα από τις κοινές
ταχιά, επίρρημα
αύριο
ταχτουποιγάου, ρήμα
τακτοποιώ
ταχύ του, ουσιαστικό
το πρωί
τγανίτα η, ουσιαστικό
η τηγανίτα, γλυκό ή αλμυρό πρόχειρο φαγώσιμο από χυλό, που το ρίχνουν κουταλιά κουταλιά σε καυτό λάδι και το τηγανίζουν
τέζα, επίρρημα
- πολύ τεντωμένος, τσιτωμένος
- γεμάτος ως πάνω
- ξαπλωμένος σε απόλυτη ακινησία
- πεθαμένος
τέκνου του, ουσιαστικό
παιδί
τέντα, επίρρημα
- ξάπλα τελείως, συνώνυμο: τάβλα
- ορθάνοιχτα, διάπλατα
τέ(ν)τζερ(η)ς ου, ουσιαστικό
κατσαρόλα
τέσσιρου του, ουσιαστικό
το τέσσερα
τετραπέρατους, -τ(η), -ου, επίθετο
πάρα πολύ έξυπνος, πανέξυπνος
τζακόξλου του, ουσιαστικό
η ξύλινη επένδυση στο περβάζι του τζακιού
τζακόπανου του, ουσιαστικό
πανί που στρώνεται για διακόσμηση στο τζακόξυλο
τζαμάρα η, ουσιαστικό
ξύλινο πνευστό μουσικό όργανο, παρόμοιο με φλογέρα
τζάμπα, επίρρημα
- χωρίς χρήματα, χωρίς πληρωμή, δωρεάν
- πολύ φθηνά, πάμφθηνα
- (μεταφορικά) χάθηκε ή πέθανε εντελώς άδικα, στη φράση τζάμπα κι βιρισέ
τζαμπατζής ου, ουσιαστικό
αυτός που συστηματικά προσπαθεί να αποκτήσει κάτι χωρίς να πληρώσει
τζαναμπέτ’ς ου, ουσιαστικό
- ανάποδος, δύστροπος, στριμμένος, συνώνυμο: στραβόξλου
- πονηρός, συνώνυμο: ζαβουλιάρ’ς
τζάντζαλα μάντζαλα, ονοματική έκφραση
άχρηστα πράγματα, σαβούρα
τζιανός ου, ουσιαστικό
λαιμός, π.χ. θα σ’ στρίψου του τζιανό
τζιλέπ’ς ου, ουσιαστικό
φοροεισπράκτορας
τζιμάν(ι) του, ουσιαστικό
ο πολύ ικανός, ο άξιος άνθρωπος
τζίν(ι) του, ουσιαστικό
άνθρωπος πολύ έξυπνος, ικανός, δαιμόνιος
τζιριμές ου, ουσιαστικό
- η ζημιά που παθαίνει, που πληρώνει κάποιος, χωρίς να ευθύνεται ο ίδιος γι’ αυτή
- αυτός που προκαλεί τη ζημιά
- (σκωπτικά) άνθρωπος τεμπέλης, που γίνεται βάρος στους άλλους
τζιριμιτίζου, τζιριμιτίζουμι, ρήμα
ζημιώνω
τζιριντζάντζουλα τα, ουσιαστικό
- ελιγμοί, στριφογυρίσματα
- κόλπα, καμώματα
τζιρτζιλές ου, ουσιαστικό
αναταραχή, φασαρία, συνήθως ευχάριστη
τζίφους ου, ουσιαστικό
χαμένος κόπος, αποτυχία, κανένα αποτέλεσμα
τζίφρα η, ουσιαστικό
η υπογραφή
τζόβινου του, ουσιαστικό
νέος
τζουβαΐρ’ του, ουσιαστικό
- κόσμημα, στολίδι
- (μεταφορικά, ως προσφώνηση τρυφερότητας και αγάπης) χρυσέ μου
τζούρα η, ουσιαστικό
γουλιά, ρουφηξιά
τζούφιους, -α, -ου, επίθετο
- κούφιος, περίβλημα, τσόφλι, που ο καρπός στο εσωτερικό του είναι ζαρωμένος ή δεν έχει καρπό
- (μεταφορικά και μειωτικά) λέγεται για όποιον δεν μπορεί να τεκνοποιήσει, συνώνυμο: στέρφους
τ(η)γάν(ι) του, ουσιαστικό
- το τηγάνι
- (συνεκδοχικά) το τηγάνισμα, π.χ. βάλτα στου τ(η)γάν(ι)
τ(η)γανιά η, ουσιαστικό
- ποσότητα φαγητού, όση χωράει σε ένα τηγάνι
- είδος φαγητού που παρασκευάζεται από χοιρινό κρέας, τηγανισμένο σε μικρά κομμάτια
τ(η)γανίτα η, ουσιαστικό
πρόχειρο φαγητό φτειαγμένο από χυλό και ψημένο στο τηγάνι
τίγκα, επίρρημα
τελείως γεμάτος
τιγκάρου, ρήμα
- (μεταβατικό) γεμίζω κάτι ως πάνω, τελείως
- (αμετάβατο) γεμίζω ασφυκτικά
τιζάρου, ρήμα
- τεντώνω κάτι πολύ, όσο παίρνει, καργάρω
- γεμίζω ως πάνω
- πεθαίνω, αόριστος τέζαρι και τιζάρσι
τιλατίνι του, ουσιαστικό
κατεργασμένο δέρμα βοδιού κατάλληλο για την κατασκευή παπουτσιών
τιλειώματα τα, ουσιαστικό
- σε τελικό στάδιο
- η οριστική συμφωνία για μελλόνυμφους
τιλεύου, τιλεύουμι, ρήμα
- τελειώνω
- παιδεύω, ταλαιπωρώ, εξαντλούμαι από την κούραση, π.χ. ούλη μέρα στου χουράφ’ τιλεύκα
- δέρνω πολύ, στη φράση του (ν)τέλι/εψα στου ξύλο
- υποφέρω, υπομένω κάποιον, στη φράση δε (ν)τιλεύισι
- πεθαίνω
τιλι/εμός ου, ουσιαστικό
- τελειωμός
- ταλαιπωρία, εξουθένωση
τιμινάς ου, ουσιαστικό
τεμενάς, υπόκλιση
τιμπέλ(η)ς ου, ουσιαστικό
- ο τεμπέλης
- ο παίκτης που μοιράζει τα χαρτιά, αλλά δε συμμετέχει σε ένα γύρο παιχνιδιού πρέφας
τιμπιλχανάς ου, ουσιαστικό
μεγάλος τεμπέλης
τιμπλαρώνουμι, ρήμα
ταβλιάζομαι, ξαπλώνω
τινιάζου, ρήμα
- με αφήνουν οι δυνάμεις μου, κουράζομαι, εξαντλούμαι από την κούραση, αποκάνω
- εξασθενώ, αδυνατίζω
τίνους, ερωτηματική αντωνυμία
τίνος, π.χ. τίνους ίσι ισύ;
Ετυμολογία
Είναι τύπος, γενική πτώση, της αρχαίας ερωτηματικής αντωνυμίας τίς, ποιος.
τιντζιρέδια τα ουσιαστικό
κατσαρολικά
τιντώνου, τιντώνουμι, ρήμα
- τείνω, εκτείνω κάτι απλώνω, τσιτώνω, π.χ. τιντώνου του σκνι
- (για το σώμα ή για μέρη του σώματος) α. απλώνω και κρατώ σε οριζόντια συνήθ. θέση, π.χ. τιντώνου τα πουδάρια μ’ β. κρατώ όρθιο, κρατώ ψηλά, π.χ. τιντώνου του κουρμί μ’ γ. (μεταφορικά) κορδώνομαι, καμαρώνω, τιντώνουμι
- (μεταφορικά) α. ακούω με τεταμένη προσοχή, στη φράση τιντώνου τ’ αφτιά μ’ β. μην ωθείς τα πράγματα στα άκρα, στη φράση, μη τιντών(ει)ς του σκνι γ. είναι πολύ οργισμένος ή ευερέθιστος, στη φράση, έχ(ει) τιντουμένα νεύρα δ. πέθανε, στη φράση τα τέντουσι
τίπουτας, αόριστη αντωνυμία ή ουσιαστικό
τίποτε
τιριάζου, ρήμα
- συνδυάζω
- βρίσκομαι σε συμφωνία
- αρμόζει, είναι πρέπον
- (μεταφορικά) α. έχουν τις ίδιες ιδέες, τις ίδιες απόψεις, στη φράση τιριάζνι/ε τα χνότα τς β. κανονίζω, συμμορφώνω, π.χ. θα του (ν)τιριάσου (ή τιριάξου) ιγώ… γ. (ειρωνικά) χάλασες κάτι, στη φράση του ταίριασις
τιρτίπ’ του, ουσιαστικό
τέχνασμα, κόλπο, για να ξεγελαστεί κάποιος
τις οίδε, φράση
ποιος ξέρει
τιτγιώνου, ρήμα
κάνω κάτι τέτοιο
Τιτράδ’ η, κύριο ουσιαστικό
η Τετάρτη
τιτραπέρατους, -τ(η), -ου, επίθετο
πανέξυπνος
τιφαρίκι του, ουσιαστικό
πράγμα εκλεκτό και σπάνιο
τλάου, τλιέμι, ρήμα
- τυλίγω, γυρίζω κάτι πολλές φορές γύρω από έναν πραγματικό ή νοητό άξονα, προστακτική τύλα, π.χ. τλάου του κβάρ’
- περιτυλίγω, π.χ. π.χ. θα του τλίξου σι χαρτί
- σκεπάζω καλά, π.χ. τλίξ’ μι τα τσ(ι)όλια
- πείθω κάποιον με παραπλανητικό τρόπο, τον ξεγελώ και τον εμπλέκω σε ανήθικες και παράνομες δραστηριότητες, π.χ. του (ν)τύλ(ι)ξαν σι βρουμουδλειές
- για γυναίκα που με παραπλανητικά μέσα και τεχνάσματα καταφέρνει κάποιον να την παντρευτεί, στη φράση τουν τύλ(ι)ξι
τλούμ’ του, ουσιαστικό
- μεγάλο ασκί από δέρμα
- βρέχει καταρρακτωδώς, στη φράση βρέχ(ει) μι του τλούμ’
τλουμιάζου, ρήμα
- βάζω κάτι μέσα στο τουλούμι
- δέρνω κάποιον άγρια
- φουσκώνω και γίνομαι σαν τουλούμι, π.χ. τλούμιασι η κλια μ’
τλουμουτύρ’ του, ουσιαστικό
τυρί που φυλαγόταν σε τουλούμι
τλούπα η, ουσιαστικό
ποσότητα μαλλιού, όσο παίρνει η ρόκα
τλουπάν(ι) του, ουσιαστικό
λεπτό βαμβακερό ύφασμα
τλουπώνου, τλουπώνουμι, ρήμα
σκεπάζω, καλύπτω, κουκουλώνω
τλώνου, τλώνουμι, ρήμα
- τυλώνω, τεντώνω
- γεμίζω κάτι ως επάνω, παραγεμίζω
- έφαγα πάρα πολύ, μέχρι σκασμού, στη φράση τη (ν)τύλουσα (εννοείται την κοιλιά)
- τλώνουμι, σφίγγομαι
τμάρ’ του, ουσιαστικό
- το τομάρι, το δέρμα γδαρμένου ζώου
- παλιάνθρωπος
τμόιννη η, ουσιαστικό
ετοιμόγεννη
τμουράου, ρήμα
- τιμωρώ
- παιδεύω, ταλαιπωρώ, τυραννώ, π.χ. μη (ν)τα τμουράς τα πιδιά
τμπανιάζου, ρήμα
τουμπανιάζω, πρήζομαι
τνάζου, τνάζουμι, ρήμα
- τινάζω, σείω, κουνώ έντονα κάτι
- χτυπώ με ραβδί, ραβδίζω τα κλωνάρια δέντρου για να πέσει ο καρπός του
- πετάω, τνάζουμι, πετιέμαι από τη θέση μου, αόριστος τνάχκα
- (μεταφορικά) α. διαλύω, καταστρέφω, στη φράση τα τνάζου ούλα στουν αέρα β. ψόφησε, πέθανε, στη φράση τα τίναξι (τα πέταλα)
τόκα, επιφώνημα
όταν δίνουν το χέρι για χαιρετισμό ή και για κλείσιμο συμφωνίας, στη φράση τόκα του, συνώνυμο: κόλλα του
τόπ’ του, ουσιαστικό
- τόπι, μπάλα
- φούσκωμα, πρήξιμο, στη φράση έγινι/ε τόπ’
τόπα η, ουσιαστικό
το τόπι, η μπάλα
τόπους ου, ουσιαστικό
- τόπος, μέρος, χώρος, περιοχή, χώρα, πληθυντικός τόπ’ και τόπια
- πατρίδα, η ιδιαίτερη και η μεγάλη
- (μεταφορικά) α. όταν κάτι αποδεικνύεται χρήσιμο, φέρνει αποτέλεσμα ή αξιοποιείται, στη φράση πιάν(ει) τόπο β. έψαξα παντού, στη φράση έφαγα ντου ντόπου γ. καταφέρω σε κάποιον θανάσιμο χτύπημα, στη φράση αφήνου στου (ν)τόπου
τ(ου)λούμπα η, ουσιαστικό
χειροκίνητη αντλία νερού, συνώνυμο: τρόμπα
τούμπανου του, ουσιαστικό
- το τύμπανο
- πολύ πρησμένος
τουμπεκί του, ουσιαστικό
- ψιλοκομμένος καπνός
- δε μιλάω, κάνω πως δεν ξέρω, στη φράση κάνου τουμπεκί
τούντζι του, ουσιαστικό
ανόητος, βλάκας
τουπές ου, ουσιαστικό
ύφος υπεροπτικό
τουπώνου, ρήμα
κλείνω, φράζω, βουλώνω
τουρκουπούλα η, ουσιαστικό
η καρδερίνα, πολύχρωμο μικρό πουλί
τουρλακίδα η, ουσιαστικό
ανόητη και επιπόλαιη, ελαφρόμυαλη γυναίκα
τουρλού του, ουσιαστικό
το μπριάμι
τουρλού τουρλού, επιρρηματική έκφραση
ανακατωμένα, λογής λογής
τουρλώνου, ρήμα
φουσκώνω ή προβάλλω μέρος του σώματος ώστε να προεξέχει, π.χ. τούρλουσι τη (γ)κλια τ’ ή του (γ)κώλου τ’
τουρνόκουλα, επίρρημα
ανάποδα
τουρνουκουλιάζουμι και τουρλουκουλιάζουμι
- προβάλλω προκλητικά τα οπίσθια
- πέφτω μπρούμυτα, αόριστος τουρνουκουλιάσκα
τουρτουρίζου, ρήμα
τρέμω από το κρύο
τουσουιάς, τουσηιά, τουσουιά, δεικτική αντωνυμία
τοσοσδά, τοσηδά, τοσοδά, τόσο λίγος
τουτουσιά, τουτουιά, δεικτική αντωνυμία
αυτός εδώ, αυτό εδώ
τούφα η, ουσιαστικό
δέσμη, σύνολο από ίνες μαλλιού, τριχών, νημάτων, χόρτων
τραβάου, τραβιέμι και τραβιώμι, ρήμα
- έλκω, π.χ. τ’ άλουγα τραβάν’ τ’ αλέτρ’
- υποφέρω, υπομένω, βασανίζομαι, ταλαιπωρούμαι π.χ. τράβξα πουλλά ή τραβιώμαι ακόμα μ’ αυτή την ιστουρία
- κατευθύνομαι, πηγαίνω, π.χ. κατά πού τράβξι;
- διαρκώ, π.χ. πουλύ τράβξι αυτό του καλαμπούρ’
τραβέρσα η, ουσιαστικό
δοκάρι, σανίδα
τραβουλουγάου, τραβουλουγιέμι, ρήμα
- τραβάω επίμονα, σέρνω
- έχω ερωτικές σχέσεις με κάποια ή κάποιον
τραγάνα η, ουσιαστικό
έδαφος πετρώδες και άγονο
τραγδάου, ρήμα
- λέω τραγούδι
- (για πουλιά) κελαηδάω
- (μεταφορικά) για να δηλωθεί έλλειψη συμμετοχής, αποχή, στη φράση τραγούδα μαναχός
τραγιάσκα η, ουσιαστικό
είδος οκτάγωνου καπέλου με γείσο, από ύφασμα
τραγούδ’ του, ουσιαστικό
- τραγούδι
- κελάδημα πουλιού
τραΐ του, ουσιαστικό
ο τράγος
τράιους, -α, -ου, επίθετο
- τραγίσιος, που ανήκει στον τράγο, που προέρχεται από αυτόν ή που ταιριάζει σ΄ αυτόν
- τράιου του, είδος υφαντού από γίδινο μαλλί
- (μεταφορικά) κερατάς, παλιάνθρωπος, στη φράση-βρισιά τα κέρατα τ’ τα τράια
τρακ του, ουσιαστικό
αγωνία, φόβος
τράκα η, ουσιαστικό
- τρακάρισμα, σύγκρουση
- απόσπαση πραγμάτων καθημερινής χρήσης και μικρής αξίας, συνήθως από φίλους, χωρίς αντάλλαγμα
- ήχος, κρότος
- προκαλώ εντύπωση, έχω μεγάλες επιτυχίες, στη φράση κάνου τράκις (ή στράκις)
τρακάδα η, ουσιαστικό
σωρός από ξύλα, συνήθως καυσόξυλα, στοιβαγμένα με κάποια τάξη
τρακάρου και τρακέρνου, ρήμα
- συγκρούομαι
- συναντώ κάποιον
τρακατρούκα και στρακαστρούκα η, ουσιαστικό
- μικρό πυροτέχνημα που παράγει έντονους κρότους, κροτίδα
- (μεταφορικά) τρακτέρ με έντονα θορυβώδη εξάτμιση
τράκους ου και τράκου του, ουσιαστικό
ζημιά, πάθημα, π.χ. έπαθα μιγάλου τράκου
τράμπα η, ουσιαστικό
διαπραγμάτευση και ανταλλαγή σε αγοραπωλησία
τρανεύου, ρήμα
μεγαλώνω
τρανός, -ή, -ό, επίθετο
- μεγάλος σε ηλικία, συγκριτικός τρανύτιρους
- σπουδαίος, π.χ. έγινι/ε μιγάλους κι τρανός
τράου, τράουμι, ρήμα
- παρατηρώ, κοιτάζω π.χ. πράζ’ α (ν)τράου; (πειράζει αν κοιτάω;)
- φροντίζω, π.χ. στα γηρατειά τς τς τήραξι του πιδί τς
τραπέζ’ του, ουσιαστικό
- τραπέζι, το έπιπλο
- τα σκεύη φαγητού που τοποθετούνταιμπάνω σε αυτό, π.χ. στρώσι του τραπέζ’
- γεύμα ή δείπνο, π.χ. του κανα του τραπέζ’
τραπιζουκαλάου, ρήμα
προσκαλώ κάποιον για φαγητό
τραπιζουνιά η, ουσιαστικό
είδος κάδης για το πάτημα των σταφυλιών
τραπιζώνου, ρήμα
παραθέτω σε κάποιον γεύμα ή δείπνο
τράτου του, ουσιαστικό
περιθώριο χρονικό ή τοπικό
τρατσέρα η, ουσιαστικό
σιδηροδρομική γραμμή, περιοχή απ’ όπου περνάει η σιδηροδρομική γραμμή
τραχανάς ου, ουσιαστικό
- είδος ζυμαρικού
- (μεταφορικά) άνθρωπος μαλθακός
- (μεταφορικά) κάποια σοβαρή εκκρεμότητα δε μου επιτρέπει να ασχοληθώ με οτιδήποτε άλλο, στη φράση έχου τραχανά απλουμένου
τραχλιά η, ουσιαστικό
- τραχηλιά, περιλαίμιο
- είδος ποδιάς
τρέμλου του, ουσιαστικό
η τρεμούλα
τρέμου, ρήμα
- ταράζομαι από αλλεπάλληλες κινήσεις, σείομαι, π.χ. τρέμ’ η γης
- παθαίνω τρεμούλα από αδυναμία, από κρύο ή από πυρετό
- φοβάμαι πολύ για κάτι
τρέχου, ρήμα
- τρέχω, προστακτική τριχάτι
- (μεταφορικά) συμβαίνει, στη φράση τι τρέχει
- υπάρχει διαρροή, στάζει, π.χ. ου ντινι/εκές τρέχει
- προσπαθώ να διεκπεραιώσει δύσκολες και πολύπλοκες υποθέσεις, στη φράση τρέχου κι δε φτάνου
τριανταένα του και τριανταμία η, ουσιαστικό
είδος χαρτοπαιγνίου, που παίζεται με χρήματα
τριβαλιάζου, τριβαλιάζουμι, ρήμα
σπάω σε πολύ μικρά κομμάτια, θρυμματίζω
τριβιλίζου, ρήμα
- τρυπάω
- (μεταφορικά) γίνομαι πολύ ενοχλητικός, π.χ. μ’ τριβιλίζ(ει) του μυαλό μι τ’ γκρίνια τ’
τριβόλ(ι) του, ουσιαστικό
- άγριο ακανθώδες φυτό
- εκνευρίζομαι πάρα πολύ, εξοργίζομαι με κάποιον ή με κάτι, στη φράση μι πιάνουν τα διαόλια μ’ και τα τριβόλια μ’
τριγανός, -ή, -ό, επίθετο
λεπτό και ξεροψημένο έδεσμα
τριγυρνάου, ρήμα
περιφέρομαι, γυρίζω άσκοπα εδώ κι εκεί, π.χ. πού τριγυρνάς;
τριέρ’ του, ουσιαστικό
μηχάνημα για τον καθαρισμό του σπόρου από άχρηστες ουσίες
τρι/ευλός, -ή, -ό, επίθετο
τραυλός, ψευδός
τριζουβουλάου, ρήμα
τρίζω πολύ και συνεχώς
τριζουκουπάου, ρήμα
τρίζω πολύ
τρικλίζου, ρήμα
βαδίζω χωρίς σταθερό βηματισμό
τρικούβιρτους, -τ(η), -ου, επίθετο
που χαρακτηρίζεται από μεγάλη ένταση και διάρκεια, π.χ. τρικούβιρτου γλέντ’
τριλουκαμπέρου η, ουσιαστικό
γυναίκα άμυαλη και ζωηρή
τριμάμινους, -ν(η), -ου, επίθετο
που τρέμει, τρέμοντας
τρίμμα του, ουσιαστικό
- πολύ μικρό κομμάτι ψωμιού, ψίχουλο, π.χ. μάζιψι τα τρίμματα απ’ του τραπέζ’
- γενικά, πολύ μικρό κομμάτι, ελάχιστη ποσότητα, π.χ. ένα τρίμμα τυρί
τριμουζαγαρίζου, ρήμα
τρέμω σαν το ζαγάρι από το πολύ κρύο
τριμουλιάζου, ρήμα
τρέμω ελαφρά
τριπθαμήτ’ς ου, ουσιαστικό
πολύ κοντός
τρισκατάρατους ου, ουσιαστικό
διάβολος, σατανάς
τριτόημιρα, επίρρημα
κάθε τρεις μέρες
τριτσόν(ι) του, ουσιαστικό
το τριζόνι
τριτσουβόλ(ι)μα του, ουσιαστικό
ο ήχος που κάνουν τα ξύλα που καίγονται
τριτσώνου, ρήμα
μπαλώνω
τρίχα η, ουσιαστικό
- τρίχα
- (μεταφορικά) α. παρά λίγο, στη φράση παρά τρίχα β. άψογα, στη φράση στη (ν)τρίχα γ. δίνει βαρύτητα σε κάτι ασήμαντο, το μεγαλοποιεί, στη φράση κάν(ει) τη (ν)τρίχα τριχιά δ. σαχλαμάρες, στη φράση τρίχις (κατσαρές)
τριχάλα η, ουσιαστικό
- το γρήγορο τρέξιμο
- (επίρρημα) τρέχοντας γρήγορα
τριχιά η, ουσιαστικό
- χοντρό τρίχινο σκοινί
- (μεταφοριά) μεγαλοποιώ κάτι, στη φράση κάνου τη (ν)τρίχα τριχιά
τριψάνα η, ουσιαστικό
φαγητό με μικρά κομμάτια (τρίμματα) ψωμιού μέσα σε γάλα
τρό(γ)αλου του, ουσιαστικό
το υγρό που μένει από το πήξιμο του τυριού
τροξ του, ουσιαστικό
είδος περπατισιάς αλόγου
τρόπους ου, ουσιαστικό
- το πώς ενεργεί κάποιος
- φέρσιμο, συμπεριφορά
- έχει χρήματα, περιουσία, στη φράση έχει του (ν)τρόπου τ’
τρουκάν(ι) του, ουσιαστικό
μεγάλο κουδούνι, κύπρος
τρουμάρα η, ουσιαστικό
- τρόμος, π.χ. πέρασα νια τρουμάρα!
- (επιφώνημα) ειρωνικό σχόλιο για τις πράξεις, τα παθήματα ή τις επιθυμίες κάποιου, π.χ. δε κ(οι)τάει τα χάλια τ’, η παντρειά τ’ λείπ’, τρουμάρα τ’!
- λέγεται για εκφραστεί κακή κατάσταση, στη φράση μια χαρά κι δυο τρουμάρις
τρόυρα, επίρρημα
τριγύρω
τρουυρίζου, ρήμα
- τριγυρίζω, γυροφέρνω
- για αρρώστια που δίνει προειδοποιητικά συμπτώματα χωρίς να έχει ακόμη εκδηλωθεί, με φέρνει γύρω γύρω, π.χ. μι τρουυρίζ’ η γρίπ’
τρουχάου, ρήμα
- οξύνω με τον τροχό ή με άλλο εργαλείο την κόψη ενός μεταλλικού οργάνου, συνώνυμο: ακουνίζου
- (μεταφορικά) α. προετοιμάζομαι εντατικά, για να αντιμετωπίσω επιθετικά κάποιον, στη φράση τρουχάου μαχαίρια β. τρίβω
Ετυμολογία
παράγεται από τη λέξη τροχός, εργαλείο σε σχήμα κύκλου για το τρόχισμα
τρουχούλ(ι) του, ουσιαστικό
παχουλό
τρυγόνα η, ουσιαστικό
- θηλυκό τρυγόνι
- προσφώνηση γυναίκας χαϊδευτικά
τρυγόν(ι) του, ουσιαστικό
το τρυγόνι, αποδημητικό πουλί
Ετυμολογία
Προέρχεται από το τρυγόνιον, υποκοριστικό του αρχαίου τρυγών < τρύζω (παρακείμενος τέτρυγα): βγάζω γογγυσμό, υπόκωφο ήχο, γουργουρητό, σαν αυτόν που κάνουν τα περιστέρια
τρυγουνίζου, ρήμα
- κάνω σαν τρυγόνι, γουργουρίζω, μουρμουρίζω, ψιθυρίζω
- (μεταφορικά) λέω πολλά, χαριεντίζομαι
Τρυητής ου, κύριο ουσιαστικό
ο Σεπτέμβριος
Τρύπιου λ(ι)θάρ’, κύριο όνομα
τοπωνύμιο στην περιοχή Λυγαριάς
τρυπουφράχτ’ς ου, ουσιαστικό
μικρό πουλί που τρυπώνει στους φράχτες
τρυπώνου, ρήμα
- μπαίνω σε τρύπα, κρύβομαι
- ράβω αραιά και πρόχειρα
τρώου, τρώουμι, ρήμα
- τρώγω, μασώ και καταπίνω στερεά ή ημιστερεά τροφή, εσθίω, αόριστος έφαγα, φαγώθκα
- μου αρέσει ένα φαγητό, π.χ. δε (ν)τρώου τυρί
- καταργώ νηστεία, αρταίνομαι, π.χ. έφαγι τη Μιγάλ(η) Παρασκευή
- δαγκώνω, π.χ. μ’ έφαγαν τα κνούπια
- (μεταφορικά) α. φθείρω, καταστρέφω, π.χ. φουράει φαγουμένα παπούτσια β. καταναλώνω πολύ, σπαταλώ, π.χ. τ’ αυτουκίνητου τρώει πουλλή βιντζίν(η) γ. καταχρώμαι, π.χ. έφαγι πουλλά λι/εφτά τς τράπιζας δ. δέχομαι επιπλήξεις, στη φράση τρώου κατσάδα ε. τον σκότωσε, στη φράση τουν έφαγι (λάχανου) στ. ξεπερνώ, νικώ, π.χ. του (ν)τρώου στου τρέξ(ι)μου ζ. παρακαλώ ή παρακινώ φορτικά και ενοχλητικά, στις φράσεις μ’ έφαϊ ή μου ’φαϊ τ’ αφτιά η. περνώ μια περίοδο της ζωής μου, π.χ. έφαγα τα νιάτα μ’ θ. βασανίζω πολύ, π.χ. μ’ έφαϊ μι τη γκρίνια τς ι. λειώνω από λύπη, αρρώστια, στενοχώρια, π.χ. μ’ έφαϊ ου καημός ια. υφίσταμαι κακό, π.χ. έφαγα κρύου ή έφαγα ξύλου ιβ. επιδιώκω κάτι με επιμονή, π.χ. φαγώθκι να παντρι/ευτεί ιγ. διαπληκτίζομαι, τσακώνομαι, π.χ. τρώιτι με του γείτουνα ή τρώουντι σα ντα σκλιά ιδ. είναι υποφερτός, συμπαθής, τρώιτι ιε. έχω φαγούρα, στη φράση μι τρώει ιστ. είναι βλάκας, ηλίθιος, στη φράση τρώει άχυρα ιζ. έχει φθαρεί ανεπανόρθωτα, πλησιάζει το τέλος του, στη φράση έφαϊ τα ψουμιά τ’ ιη. προσπάθησε με κάθε τρόπο, στη φράση έφαϊ τα λυσσ(ι)ακά τ’ ιθ. έψαξα παντού, στη φράση έφαγα (ν)του (γ)κόσμου κ. είναι ασυγκράτητος, στη φράση τρώει τα σίδηρα κα. έκανα κάθε προσπάθεια, στη φράση έφαγα τα σκώτια μ’ κβ. αλίμονό σου τι έχεις να πάθεις, στη φράση μαύρου φιδ’ απ’ σ’ έφαϊ κγ. ωφελήθηκα, στη φράση έφαγα ψουμί κδ. απέτυχε σε ερωτική προσπάθεια, στη φράση έφαϊ χυλόπτα κε. ζημιώθηκε από σφάλμα που διέπραξε ο ίδιος, έχασε τη ζωή του, στη φράση έφαϊ του κιφάλ(ι) τ’ κστ. είναι πολύ γκρινιάρης με τον εαυτό του και με όλους, στη φράση τρώιτι μι τα ρούχα τ’ κζ. επικρατεί ο ισχυρότερος, στην παροιμία του μιγάλου ψάρ’ τρώει του μ’κρό κη. για να δηλωθεί ότι η δύναμη εξασφαλίζει την επιτυχία, στη παροιμία όποιους έχει μαχαίρ’ τρώει πιπόνι κθ. για περιπτώσεις που έχει επιτελεστεί το μεγαλύτερο μέρος ενός έργου, μιας προσπάθειας, και μένει λίγο ωσότου ολοκληρωθεί, μέρος που ίσως είναι το ευκολότερο, αλλά μπορεί να είναι και δύσκολο, στη φράση έφαγαμι του γάιδαρου κι έμεινι/ε η νουρά τ’ κι. για κάτι που επιθυμεί κανείς πάρα πολύ αλλά δεν μπορεί να τό γευθεί ή και να τό απολαύσει, στη φράση φάτι μάτια ψάρια κι κ(οι)λια πιρίδρουμου
τς, άρθρο
της, τους, π.χ. τς νυφς, τς άντρις, τς είπα (προφορά τς είπα ή τσου ’πα)
τς, επιφώνημα
- όχι
- (επαναλαμβανόμενο) τς τς τς, έκφραση ειρωνείας
Τς μάνας του νι/ερό, κύριο όνομα
τοπωνύμιο στην περιοχή Λυγαριάς
τσαγαλιά η, ουσιαστικό
η αμυγδαλιά
τσάγαλου του, ουσιαστικό
το αμύγδαλο
τσαγγάδα η και τσαγγάδ’ του, ουσιαστικό
η γίδα ή προβατίνα που έμεινε χωρίς θηλασμό κατσικιού ή αρνιού
τσαγκαρουσούφλ(ι) του, ουσιαστικό
η βελόνα του τσαγκάρη
τσαγκουρνάου, ρήμα
γρατσουνάω
τσάζ’ του, ουσιαστικό
κρύο
τσάζου, ρήμα
- διαμαρτύρομαι, κλαίγομαι
- έχω ανάγκη, επιθυμώ έντονα, π.χ. τσάζουν για λι/εφτά
τσαΐρ’ του, ουσιαστικό
ακαλλιέργητη, χέρσα έκταση, κατάλληλη για βοσκή, λιβάδι
τσάκα η, ουσιαστικό
παγίδα
τσάκα-τσάκα, επιρρηματική έκφραση
γρήγορα, αμέσως, συνώνμο: στου πι κι φι
τσακάλ(ι) του, ουσιαστικό
- σαρκοβόρο τετράποδο που συγγενεύει με το λύκο και που τρέφεται κυρίως με πτώματα
- (μεταφορικά) άνθρωπος έξυπνος, καπάτσος
τσακαλόνι του, ουσιαστικό
είδος παγίδας για πουλιά ή ποντικούς
τσακίδια τα, ουσιαστικό
- το μέρος όπου μπορεί κανείς να γκρεμιστεί
- φύγε να μη σε βλέπω, χάσου από μπροστά μου, στη φράση στα τσακίδια
τσακίζου, τσακίζουμι και τσακάου, τσακιέμι, ρήμα
- σπάζω, κομματιάζω, διπλώνω, αόριστος τσάκ(ι)σα, τσακίσκα,
- υποχωρώ, κοπάζω, π.χ. του κρύου τσάκ’σι
- πιάνω, π.χ. μι τσάκ’σι τριμούλα
- καταπονώ, καταβάλλω, εξαντλώ, π.χ. τουν τσάκ’σι η αρρώστια
- για δέντρα που έχουν πολύ καρπό, στη φράση τα δέντρα τσακιώντι ή τσακιέντι
- νικώ, καταστρέφω, π.χ. τσάκ’σαν τουν ουχτρό
- προθυμοποιούμαι, γίνομαι θυσία, π.χ. τσακίσκι να μας ιξυπηριτήσ(ει), τσακίσ’ κι έλα γλήγουρα
- χτυπώ, π.χ. έπισα κι τσακίσκα
- (μεταφορικά) βασανίζω τη σκέψη μου για να θυμηθώ κάτι ή να βρω μια λύση, σπάζω το κεφάλι μου, στη φράση τσακίζου του κιφάλ(ι) μ’
τσακίρ κέφ’ του, άκλιτη ονοματική έκφραση
κέφι που δημιουργείται από την κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών
τσακίρκους, -(κ)η, -ου, επίθετο
για μάτια που έχουν γκριζοπράσινο χρώμα
τσακμάκ(ι) του, ουσιαστικό
- αναπτήρας
- (μεταφορικά) έξυπνος, με πολύ καλή αντίληψη άνθρωπος
τσάκνου του, ουσιαστικό
- το λεπτό κλαδί
- (μεταφορικά) τα λεπτά άκρα, π.χ. χέρια σα τσακνάκια
τσακουμός ου, ουσιαστικό
ο καβγάς
τσακώνου, τσακώνουμι, ρήμα
- πιάνω, αρπάζω, π.χ. τσάκου του
- παίρνω χρήματα, πληρώνομαι, χρηματίζομαι π.χ. τα τσάκουσι
- τσακώνουμι μαλώνω με κάποιον, αόριστος τσακώθκα
τσαλαβουτάου, ρήμα
μπαίνω στο νερό ταράζοντάς το με τα πόδια
τσαλακώνου, ρήμα
- διπλώνω κάτι πρόχειρα έτσι ώστε να σχηματίσει ζάρες, ζαρώνω
- μειώνω ηθικά, εξευτελίζω
τσαλαπατάου, ρήμα
- ποδοπατάω
- περιφρονώ, προσβάλλω
τσαλιμάκ(ι) του, ουσιαστικό
- επιδέξια χορευτική κίνηση
- (μεταφορικά) καμώματα, πονηριές
τσαμπάζ(η)ς ου, ουσιαστικό
μεσίτης αγοραπωλησίας ζώων, ζωέμπορος
τσαμπακώνου, ρήμα
αρπάζω κάποιον σφιχτά από τον λαιμό
τσαμπί του, ουσιαστικό
μέρος του σταφυλιού
τσαμπνάου, ρήμα
τσαμπουνάου, λέω φλυαρίες, ό,τι μου κατέβει
τσάμπρου του, ουσιαστικό
το τσάμπουρο, το κεντρικό κοτσάνι του τσαμπιού με τις διακλαδώσεις του, όταν αφαιρέσουν τις ρώγες
τσανάκα η και τσανάκ(ι) του, ουσιαστικά
- μεταλλικό πιάτο
- (μεταφορικά) για άτομα που σταματούν να συνεργάζονται και διαχωρίζουν τις ευθύνες τους, στη φράση χωρίζουμι τα τσανάκια μας
τσανακουγλείφτ’ς ου, ουσιαστικό
κόλακας, που ζει σαν παράσιτο προσφέροντας υπηρεσίες σε ύποπτα άτομα (γλείφοντας τα τσανάκια των άλλων)
τσάντζαλα τα, ουσιαστικό
μικροπράγματα, εξαρτήματα, κυρίως στη φράση τσάντζαλα μάντζαλα
τσαντίλα η, ουσιαστικό
σάκος από αραιοϋφασμένο πανί για το στράγγισμα του μόλις πηγμένου τυριού
τσαντίρ’ του, ουσιαστικό
σκηνή
τσαούλ(ι) του, ουσιαστικό
- σαγόνι
- (μεταφορικά) άνθρωπος που λέει πολλά
τσαούσ(ης) ου, τσαούσα η, ουσιαστικό
(μεταφορικά) για άνθρωπο δυναμικό και απαιτητικό
τσαπ-τσαπ, επιφώνημα
κραυγή για το σαλάγημα των κατσικιών
τσαπατσούλ(η)ς, -α, -ικου, επίθετο
που δουλεύει χωρίς τάξη, σύστημα και καθαριότητα
τσαπατσουλιά η, ουσιαστικό
αποτέλεσμα της δουλειάς του τσαπατσούλη
τσαπί του, ουσιαστικό
εργαλείο για σκάψιμο
τσαπιρδόνα η, ουσιαστικό
πεταχτή και ζωηρή κοπέλα, καμωματού
τσαπουρνιά η, ουσιαστικό
είδος άγριου δέντρου
τσάπουρνου του, ουσιαστικό
ο καρπός της τσαπουρνιάς
τσαπράζ(ι) του, ουσιαστικό
ασημένια ή επίχρυσα νομίσματα που συνδέονται με αλυσιδίτσες και τα φορούν στο στήθος σε τοπικές ενδυμασίες
τσαρδάκ(ι) του, ουσιαστικό
πρόχειρη κατασκευή από ξύλα και φυτικά υλικά για τη δημιουργία σκιάς το καλοκαίρι, όπου σταλίζουν τα ζώα
τσάρκα η, ουσιαστικό
περίπατος, βόλτα με τα πόδια ή με όχημα
τσαρλατάνους ου, ουσιαστικό
απατεώνας
τσαρούχ(ι) του, ουσιαστικό
- είδος παπουτσιού με φούντα
- (μεταφορικά) από τους πρώτους και με την αξία του, στη φράση μι τα τσαρούχια
τσατ-πατ, επιρρηματική έκφραση
- εδώ κι εκεί
- κάπου κάπου
τσατάλα η, και τσατάλι του, ουσιαστικό
- μακρύ ξύλο που στο ένα άκρο του απολήγει σε σχήμα φούρκας, διχάλας
- (μεταφορικά) τσατάλια, τα πόδια
- νευρίασα πολύ, έσπασαν τα νεύρα μου, στη φράση τα νεύρ’ μ’ έγ(ι)ναν τσατάλια
τσάταλους ου, ουσιαστικό
- ξυλοδαρμός
- θανατικό
τσατίζου, τσατίζουμι, ρήμα
- εκνευρίζω, εξοργίζω
- θυμώνω, αόριστος τσατίσκα
τσατίλα η, ουσιαστικό
θυμός, νεύρα
τσατίλας ου, ουσιαστικό
άνθρωπος που εκνευρίζεται και θυμώνει εύκολα
τσαχπίν(η)ς, -α, -ικου, επίθετο
χαριτωμένος
τσβάλα η, ουσιαστικό
μεγάλο τσουβάλι στο οποίο έβαζαν οι συλλέκτες το βαμβάκι που μάζευαν στο τσουβαλάκι
τσβαλάκι του, ουσιαστικό
μικρό τσουβάλι το οποίο, δεμένο από τη μέση τους, έσερναν οι συλλέκτες (γυναίκες κυρίως) του βαμβακιού βάζοντας μέσα σε αυτό το βαμβάκι που μάζευαν από τις βαμβακιές
τσβάλ(ι) του, ουσιαστικό
το τσουβάλι
τσέλιγκας ου, ουσιαστικό
ιδιοκτήτης μεγάλων κοπαδιών, αρχηγός τσελιγκάτου
τσέπα η, ουσιαστικό
η τσέπη
τσέρκ(ι) του, ουσιαστικό
μεταλλικό στεφάνι με το οποίο στερεώνουν τις κυρτές σανίδες του βαρελιού
τσιακατίζου, τσιακατίζουμι, ρήμα
- ερεθίζω, “κουρντίζω”, πειράζω κάποιον και σκόπιμα τον κάνω να θυμώσει με διάφορα αστεία και πειράγματα που ξέρω ότι τον ενοχλούν
- κάνω θόρυβο με δυνατές φωνές ή ομιλίες
τσιακατούρα η, ουσιαστικό
φασαρία με φωνασκίες, με δυνατές, ενοχλητικές φωνές ή ομιλίες
τσ(ι)ακλατάου και τσ(ι)ακλατίζου
- αναταράσσω κάτι ρευστό και ειδικότερα χτυπώ αβγά
- (μεταφορικά) αυνανίζομαι, στη φράση ντ’ τσ(ι)ακλατίζου
τσ(ι)ακμακάου, ρήμα
πετάω σπίθες, βάζω φωτιά με τσ(ι)ακμάκι
τσ(ι)ακμάκ(ι) του, ουσιαστικό
- είδος αναπτήρα
- (μεταφορικά) ο εύστροφος άνθρωπος, που πετάει σπίθες
τσ(ι)ακμακόπιτρα η, ουσιαστικό
είδος πέτρας που παράγει σπινθήρες
τσ(ι)αλαφούτ’ του, ουσιαστικό
γαλακτοκομικό προϊόν, γαλοτύρι
τσ(ι)απ, επιφώνημα
κάλεσμα τραγιού
τσ(ι)απέλα η, ουσιαστικό
ξηρό σύκο
τσ(ι)απράζ(ι) του, ουσιαστικό
σταυρωτό αλυσιδωτό επιστήθιο κόσμημα
τσ(ι)ατή η, ουσιαστικό
η σκεπή, η στέγη από κλαδιά δέντρων
τσ(ι)ατήρα η, ουσιαστικό
βαρύ χασαπομάχαιρο που χρησιμοποιείται για το σπάσιμο των οστών του σφαγίου και τον τεμαχισμό του
τσ(ι)ατούρ’ του, ουσιαστικό
μικρό τσαρδάκι
τσ(ι)άτρα-πάτρα επιρρηματική έκφραση
πρόχειρα, ανακατωμένα, μπερδεμένα
Ετυμολογία
Προέρχεται από την αρχαία έκφραση ἔσθ΄ ὅτε ἄλλα, ποτέ ἄλλα (κάποτε έτσι, κάποτε αλλιώς) > μεσαιωνικό (τ)σάταλα πάταλα (τραυλά και ασαφή λόγια) > τσάτλα πάτλα > τσάτρα πάτρα. Κατ’ άλλη εκδοχή από την τουρκική έκφραση çatra patra.
τσ(ι)άφ’ του, ουσιαστικό
πρωινή παγωμένη δροσιά, λεπτό στρώμα πάγου, παγετός, συνώνυμο: πάχνη
τσ(ι)αφούτ’ς ου, ουσιαστικό
φαφούτης
τσ(ι)άχαλου του, ουσιαστικό
μικρό σωματίδιο ύλης, που μπαίνει στο μάτι και προκαλεί ενόχληση
τσ(ι)γαρίζου, ρήμα
ψήνω το φαγητό με λάδι ή βούτυρο και ελάχιστο ή χωρίς νερό
τσ(ι)γαρίθρα η, ουσιαστικό
πολύ μικρό κομμάτι χοιρινού κρέατος με λίπος, το οποίο μένει μετά το λιώσιμο του χοιρινού λίπους
τσίγκανους, -ν(η), -ου, επίθετο
αυτός που είναι δύσκολος στο φαγητό, που τρώει πολύ λίγο, κακόφαγος
τσ(ι)γκέλ(ι) του, ουσιαστικό
- μεταλλικό άγκιστρο, που το χρησιμοποιούν για να κρεμούν κάτι, συνήθως σφαχτό
- με δυσκολία μαθαίνω από κάποιον αυτό που θέλω, στη φράση τ’ τα βγάνου μι του τσ(ι)γκέλ(ι)
τσίγκια τα, ουσιαστικό
- σχετικά μεγάλα φύλλα τσίγκου
- στέγη από τσίγκια
τσιγκλάου, ρήμα
ερεθίζω, πειράζω, παρακινώ κάποιον να κάνει κάτι
τσίκνα η, ουσιαστικό
- μυρωδιά και καπνός από κρέας που ψήνεται, η κνίσα
- λεπτό στρώμα από καμένο φαγητό στον πάτο οικιακού σκεύους
τσικνιάζου και τσικνίζου, ρήμα
τσικνίζω, καίω το φαγητό, με αποτέλεσμα να μυρίσει τσίκνα
τσικουλάτου του, ουσιαστικό
αβγό που δεν έχει βράσει καλά, συνώνυμο: μιλάτου
τσικούρ’ του, ουσιαστικό
πελέκι, εργαλείο με πλατιά και κοφτερή λεπίδα προσαρμοσμένη σε ξύλινη ράβδο
τσικουράτα, επίρρημα
κοφτά
τσικρικόν(ι) του, ουσιαστικό
κλοτσιά με τη μύτη του παπουτσιού
τσικρουπιλι/εκάου, ρήμα
πελεκάω με το τσεκούρι
τσικτσίδα η, ουσιαστικό
- είδος πουλιού
- (μεταφορικά) λεπτή, αδύνατη γυναίκα
τσιλέπ’ς ου, ουσιαστικό
αυτός που ντύνεται όμορφα, κομψός, ευγενής
τσίλια η, ουσιαστικό
παρακολούθηση, παραφύλαξη
τσιλιγκρός, -ή, -ό, επίθετο
αδύνατος, αχαμνός, ντελικάτος
τσιλίκα η, ουσιαστικό
παιχνίδι, το μεγάλο ξύλο με το οποίο παιζόταν αυτό το παιχνίδι
τσιλικόν(ι) του, ουσιαστικό
το μικρό ξύλο με το οποίο παιζόταν η τσιλίκα
τσίλ(ι)κους, -κ(η), -ου, επίθετο
ολοκαίνουργιος και γυαλιστερός
τσιλιμπουρδίζου, ρήμα
έχω ερωτικές σχέσεις, ερωτοτροπώ
τσίμα-τσίμα, επιρρηματική έκφραση
ίσα-ίσα
τσιμουδιά η, ουσιαστικό
ελάχιστος ψίθυρος, σιωπή, συνώνυμο: άχνα
τσ(ι)μπάου, ρήμα
τσιμπάω και δαγκώνω, π.χ. μι τσίμπ’σι φίδ’
τσ(ι)μπέρ’ του, ουσιαστικό
το τσεμπέρι, μαντίλι για το κεφάλι από λεπτό ύφασμα, που το φορούσαν οι γυναίκες
τσίμπλα η, ουσιαστικό
λευκοκίτρινο πηχτό υγρό των βλεφάρων, που μαζεύεται κυρίως στις άκρες των ματιών
τσιμπλουμάτα η, ουσιαστικό
αυτή που έχει τσίμπλες στα μάτια
τσιμπουλουγάου, ρήμα
τρώω πρόχειρα και λίγο
τσιμπούσ(ι) του, ουσιαστικό
φαγοπότι
τσιμπράγκαλα τα, ουσιαστικό
τα διάφορα πράγματα, σύνεργα του μάστορα
τσιμτσιλής ου, ουσιαστικό
πολύ λεπτός, αδύνατος
τσ(ι)νάου, ρήμα
- κλοτσάω
- εκδηλώνω διαφωνία ή δυσαρέσκεια, αντιδρώ
Ετυμολογία
Προέρχεται από το τινώ > τινάσσω: σείω, κινώ, πάλλω
τσινιά η, ουσιαστικό
ζαβολιά
τσ(ι)νιάρς ου, ουσιαστικό
που αντιδρά, που δεν αποδέχεται τους κανόνες παιχνιδιού ή συμπεριφοράς, ζαβολιάρης
τσίντζα η, ουσιαστικό
μικρή ποσότητα
τσίντζιρας ου, ουσιαστικό
ο τζίτζικας
τσ(ι)ότρα η, ουσιαστικό
ξύλινο στρογγυλό σκεύος, που το χρησιμοποιούσαν για να βάζουν και να πίνουν κρασί ή νερό
τσ(ι)ουγκάνι του, ουσιαστικό
μεγάλος βράχος
τσ(ι)ουγκράου, ρήμα
- συγκρούω ελαφρά, τσουγκρίζω
- (μεταφορικά) διαφώνησα και ψυχράθηκα με κάποιον, στη φράση τα τσούγκρισα
τσιούκα η, ουσιαστικό
- κορυφή βουνού
- (μεταφορικά) το πέος
τσιούμα η, ουσιαστικό
καρούμπαλο
τσ(ι)ούμπα η, ουσιαστικό
μικρή προεξοχή, ύψωμα
τσ(ι)ούρα η, ουσιαστικό
γίδα με μικρά αφτιά
τσ(ι)ουρούτκους, -κ(η), -ου, επίθετο
λειψός
τσίπα η, ουσιαστικό
- ο λεπτός υμένας που μένει μερικές φορές στο πρόσωπο των νεογέννητων
- μαντήλα που φορούσαν οι γυναίκες
- η ντροπή, και επομένως αυτή που έβγαζε την τσίπα, η ξετσίπωτη, θεωρούνταν ξεδιάντροπη, δηλαδή ότι έχει αποβάλει την ντροπή∙ ο χαρακτηρισμός αναφέρεται πλέον και στον άντρα: ξετσίπωτος
τσίπρου του, ουσιαστικό
το τσίπουρο, π.χ. ήπιαμι τα τσίπρα μας
τσιράκ(ι) του, ουσιαστικό
- βοηθός, μαθητευόμενος
- αυτός που έχει προσκολληθεί σε κάποιον ανώτερό του, στον οποίο προσφέρει τις υπηρεσίες του με αντάλλαγμα κάποιο προσωπικό όφελος
τσιρβέλου του, ουσιαστικό
- το μυαλό, τα λογικά
- τρελαίνομαι, στη φράση μ’ φεύγ(ει) του τσιρβέλου
τσιριτσέντζουλι/ες οι, ουσιαστικό
κόλπα, υπεκφυγές, νάζια
τσίρλα η, τσίρλους ου και τσιρλιό του, ουσιαστικό
- υδαρές, νερουλό περίττωμα
- ευκοιλιότητα, διάρροια, κόψιμο
Ετυμολογία
τιλώ > τσιλώ > τσερλώ > τσιρλώ ……..
τσιρλάου, τσιρλιέμι και τσιρλίζουμι, ρήμα
με πιάνει ευκοιλιότητα, διάρροια, αόριστος τσιρλίσκα
τσιρλιάρς ου, ουσιαστικό
φοβητσιάρης
τσιρλιπιπί, επίρρημα
η διάρροια, π.χ. του φαΐ αυτό μι πήγι τσιρλιπιπί
τσιρόν(ι) του ουσιαστικό
νεογέννητο πουλί, νεοσσός
τσιρουπούλ(ι) του, ουσιαστικό
- μικρό πτηνό που ακόμα δεν έβγαλε φτερά
- μικρό κοτόπουλο που δεν είναι ακόμα για σφάξιμο
τσίτ’ του, ουσιαστικό
φτηνό βαμβακερό, εμπριμέ ύφασμα και κατ’ επέκταση φόρεμα από τσίτι
τσίτσα η, ουσιαστικό
ξύλινο στρόγγυλο βαρελάκι που το χρησιμοποιούσαν για πίνουν και να μεταφέρουν κρασί
τσιτσέλα η, ουσιαστικό
(με επιρρηματική σημασία) καβάλα σε άλογο με τα σκέλη ανοιχτά
τσιτσί του, ουσιαστικό
κρέας, στη γλώσσα των νηπίων
τσιτσίδ’, επίρρημα
ολόγυμνος
τσίτσιδους, -δ(η), -ου, επίθετο
ολόγυμνος
τσιτσ(ι)λώνουμι, ρήμα
παίρνω στάση με τα σκέλη ανοιχτά
τσιτσιρίζου, ρήμα
για τον θόρυβο που βγάζουν λιπαρές κυρίως ουσίες, όταν καίγονται σε μαγειρικό σκεύος
τσ(ι)τώνου, τσ(ι)τώνουμι, ρήμα
- παραγεμίζω, φουσκώνω
- τεντώνω
- νευριάζω
τσιφλίκ(ι) του,ουσιαστικό
- μεγάλη ιδιόκτητη αγροτική περιοχή
- (μεταφορικά) αυθαίρετος τρόπος διοίκησης ή διαχείρισης
τσίφτ’ς ου, τσίφτ΄σσα η, ουσιαστικό
ο άψογος, ο εντάξει άνθρωπος
τσκάλ(ι) του, ουσιαστικό
το τσουκάλι, χάλκινο σκεύος με χερούλι, παρόμοιο με κανάτα ή με μπακράτσι
τσ’μάρ’ του, ουσιαστικό
βράχος μικρός που προεξέχει
τσ’μαράκι του, ουσιαστικό (υποκοριστικό)
το μικρό τσ’μάρ’
τσ’μέκας ου, ουσιαστικό
ελαφρόμυαλος, ανόητος
τσ’μπάου, ρήμα
- τσιμπάω
- τρώω πρόχειρα
τσ’μπούρ’ του, ουσιαστικό
- το τσιμπούρι, παράσιτο που κολλάει στο δέρμα των κατοικίδιων κυρίως ζώων και τους ρουφάει το αίμα
- (μεταφορικά) άνθρωπος που με τη συνεχή παρουσία του ή με τις επίμονες απαιτήσεις του γίνεται ενοχλητικός, φορτικός
τσόγλανους ου, ουσιαστικό
μεγάλο τσογλάνι
τσόλ(ι) του, ουσιαστικό
(μεταφορικά) τιποτένιος
τσόλια τα, ουσιαστικό
ρούχα, σκεπάσματα και στρωσίδια
τσόν(ι) του, ουσιαστικό
σπουργίτι
τσόνους ου, τσόνα η, ουσιαστικό
- αρσενικό και θηλυκό σπουργίτι
- τσόνα μ’, προσφώνηση για έκφραση αγάπης και τρυφερότητας
τσ(ου), επιφώνημα
- έκφραση άρνησης, όχι
- έκφραση ειρωνείας ή αποδοκιμασία επαναλαμβανόμενο, τσ(ου), τσ(ου), τσ(ου)!
τσουγκράνα η, ουσιαστικό
αγροτικό εργαλείο που χρησιμοποιείται για τον καθαρισμό και το ίσιασμα του χώματος
τσουγκράου και τσουγκρίζου, ρήμα
- συγκρούω
- (μεταφορικά) διαφώνησα και ψυχράθηκα με κάποιο, στη φράση τα τσουγκρίσαμι
τσουγλαναράς ου, ουσιαστικό
αληταράς
τσουγλάν(ι) του, ουσιαστικό
παλιόπαιδο, ανήθικος και διεφθαρμένος
τσούζου και τσούχνου, ρήμα
- προκαλώ καυστικό σωματικό πόνο, π.χ. η αλ(οι)φή, που ’βαλα στ’ (μ)πλη(γ)ή, μι τσούζ(ει)
- (μεταφορικά) προκαλώ ψυχικό πόνο, αόριστος τσούχκα, π.χ. τα λό(γ)ια μ’ τουν έτσουξαν
- χτυπώ, ρίχνω, εξαπολύω, π.χ. τσούξτου γουνία (σούταρε τη μπάλα στη γωνία)
- (μεταφορικά) πίνει πολύ, μεθάει, στη φράση τα τζούζ(ει)
- βάζω φωτιά, στη φράση τσούξ’ την
τσουκανάου και τσουκανίζου, ρήμα
- χτυπώ και κάνω κρότο
- χτυπούν τα δόντια μου από το κρύο, κρυώνω πολύ
- ευνουχίζω ζώο
τσουκάν(ι) του, ουσιαστικό
- κουδούνι
- (μεταφορικά) αυτός που μιλάει ασταμάτητα και διαπεραστικά
τσουκαν(ι)στήρ’ του, ουσιαστικό
κατασκευή με χυμένο καλάι σε κομμένο κάλυκα, που τη χρησιμοποιούσαν παιδιά και μεγάλοι για παραγωγή κρότου τη Μεγάλη Εβδομάδα και στην Ανάσταση
τσούλα η, ουσιαστικό
ανάγωγη και ανήθικη γυναίκα
τσουλάου, ρήμα
κυλάω
τσουλί του, ουσιαστικό
χαρακτηρισμός γυναίκας ανήθικης ή ανάγωγης
τσουλιάζω, τσουλιάζουμι, ρήμα
σκεπάζω με τσόλια
τσουλιασμένους, -η, -ου, μετοχή
- σκεπασμένος με τσόλια
- κρεβατωμένος, άρρωστος
τσουλούφ’ του, ουσιαστικό
τούφα από μαλλιά
τσούμα η, ουσιαστικό
ξύλινο γουδί
τσουμπλέκια τα, ουσιαστικό
πράγματα, σκεύη
τσουντάρου, ρήμα
προσθέτω, συνεισφέρω
τσουπαναραίοι οι, ουσιαστικό
τσοπάνηδες
τσουπανεύου, ρήμα
είμαι τσοπάνης
τσουπάν(η)ς ου, ουσιαστικό
ο βοσκός
Τσουπανλαΐτ’ς ου, κύριο ουσιαστικό
- ο κάτοικος της Τσουπανλάτας, πληθυντικός οι Τσουπανλαΐτις
- αυτός που κατάγεται από την Τσουπανλάτα
Τσουπανλάτα η και Τσουπανλάτις οι, κύριο ουσιαστικό
η Λυγαριά
Ετυμολογία
Υπάρχουν διάφορες εκδοχές για την ονομασία Τσοπανλάτα. Είναι πιθανό να προήλθε το όνομα από το τούρκικo çoban, τσοπάνης. Τσοπανλάτα μπορεί να σημαίνει τον τόπο διαμονής τσοπάνηδων. Πιο πιθανή, ωστόσο, είναι η εκδοχή που αναφέρεται στο «Ετυμολογικό λεξικό των νεοελληνικών οικωνυμίων» του καθηγητή Γλωσσολογίας του ΑΠΘ Χαράλαμπου Συμεωνίδη: Τσοπαλάδες: [οικωνύμιο νομού Φθιώτιδος, επαρχία Φθιώτιδος]. Απαντά ως Οι Τσοπανλάτες και ως οι Τσοπανλάταις. Από το 1912 και εντεύθεν απαντά ο τύπος Οι Τσοπαλάδες. Από το 1919 και εντεύθεν απαντά ως Η Λυγαριά. Τσοπαλάδες πιθανότατα ελληνική παραγωγή με την κατάληξη -άδες από το αλβανικό cόpera που είναι πληθυντικός της λέξης cόpea που σημαίνει κομμάτι γης. πβ [=παράβαλε] το διαλ. [= διαλεκτικό, αυτό που απαντά σε ιδιαίτερη διάλεκτο] τσόπελοι, οι = οι οι μόνιμοι κάτοικοι μιας περιοχής που είναι συνήθως γεωργοί.
τσουπανλίκ(ι) του, ουσιαστικό
το επάγγελμα του τσοπάνη
τσουπάνους και τσουπάν(η)ς ου, ουσιαστικό
τσοπάνης
τσούπρα η, ουσιαστικό
η μικρή κοπέλα, η κόρη
τσουράπ’ του, ουσιαστικό
χοντρή μάλλινη κάλτσα πλεγμένη στο χέρι
τσούρμου του, ουσιαστικό
ομάδα, πλήθος
τσουρνάρα η, ουσιαστικό
συνεχής ροή μικρής ποσότητας νερού που τρέχει από ψηλά και κάνει τον χαρακτηριστικό ήχο
τσουρναράου, ρήμα
ρέω, τσουρναράει, τρέχει νερό
τσουρουμαδάου, ρήμα
τραβώντας τα με το χέρι κόβω λουλούδια, φύλλα ή άκρες βλαστών
τσουρουφλάου και τσουρουφλίζου, τσουρουφλίζουμι, ρήμα
- καίω ελαφρά τα μαλλιά κάποιου, συνώνυμο: καψαλίζου
- (μεταφορικά) ένιωσα αναπάντεχη κατάπληξη, στενοχώρια, στον αόριστο τσουρουφλίσκα, συνώνυμο: ζιματίσκα
τσουτσέκ(ι) του, ουσιαστικό
ο τιποτένιος, ο θρασύς, ο ανάγωγος και ανήθικος, νεαρός κυρίως, άνθρωπος
τσουτσουρίζου, ρήμα
καίω, ζεματάω, π.χ. του λάδ’ τσουτσούρσι
τσούτσουρους, ουσιαστικό
- ολόρθος
- ακμαίος, δυνατός
- άγρυπνος
τσουχτιρός, -ή, -ό, επίθετο
- δριμύς, διαπεραστικός, π.χ. κάν(ει) τσουχτιρό κρύου
- (μεταφορικά) αυτός που τσούζει, που πονάει, δηκτικός, π.χ. τσουχτιρά λό(γ)ια
- (μεταφορικά) ακριβός, π.χ. τσουχτιρές τιμές
τσόφλιου του, ουσιαστικό
- τσόφλι, το κέλυφος, π.χ. του τσόφλιου απ’ τ’ αβγό
- η εξωτερική σκληρή φλούδα ορισμένων καρπών, π.χ. του τσόφλιου απ’ τ’ αμύγδαλου, συνώνυμο: κότσ(ι)αλου
Ετυμολογία
Προέρχεται από το έξω + φλοιός > εξώφλοιον > τσόφλι.
τ(υ)λιγάδ’ του, ουσιαστικό
ξύλινο ραβδί διχαλωτό στις δύο άκρες του στο οποίο τυλίγουν το νήμα από τα αδράχτια
τύλ(ι)μα του, ουσιαστικό
τύλιγμα
τυραννάου, τυραννιέμι
- επιβάλλω τη θέλησή μου με βίαιο ή καταπιεστικό τρόπο
- προκαλώ σε κάποιον σωματικό ή ψυχικό πόνο
- ταλαιπωρώ κάποιον
τυρουκουμάου, ρήμα
πήζω τυρί
τύφλα η, ουσιαστικό
- τύφλωση, συνώνυμο: στραβουμάρα
- (επιφώνημα) τύφλα!, λέγεται για κάποιον που σκοντάφτει ή που είναι, γενικά, αδέξιος
- (μεταφορικά) α. δεν βλέπει τη δική του κακή κατάσταση, αλλά προσέχει την κατάσταση άλλων, στη φράση δε βλεπ’ ή δε (γ)κ(οι)τάει) τη (ν)τύφλα τ’ β. πολύ μεθυσμένος, στη φράση τύφλα στου μιθύσ(ι) γ. για κάποιον που είναι καλύτερος από κάποιον πολύ καλό, στη φράση τύφλα να ’χει… δ. για να δηλώσουμε ότι την τελική απόφαση την παίρνουν οι άμεσα ενδιαφερόμενοι και όχι κάποιος τρίτος, στη φράση σα θέλ(ει) η νύφ’ κι ου γαμπρός, τύφλα να ’χ(ει) ου πιθιρός
τυφλίτης ου, ουσιαστικό
φίδι βαδυκίνητο, χωρίς δηλητήριο
τφέκ(ι) και ντφέκ(ι) του, ουσιαστικό
τουφέκι, ατομικό πυροβόλο όπλο
τφικάου και ντφικάου, ρήμα
πυροβολώ με τουφέκι
τφικιά και ντφικιά η, ουσιαστικό
πυροβολισμός με τουφέκι
τφικίδ’ και ντφικίδ’ του, ουσιαστικό
αλλεπάλληλες τουφεκιές
τχαίνει, απρόσωπο ρήμα
κατά τύχη, τυχαία, συμπτωματικά
τωραϊά, επίρρημα
τωραδά, αυτή τη στιγμή, μόλις τώρα
Υ
υγειά και γεια η, ουσιαστικό
- υγεία
- γεια, γεια σας και γεια μας, χαιρετισμός, ευχή σε πρόποση
υνί του, ουσιαστικό
το μυτερό άκρο του αρότρου
ύπνους ου, οσιαστικό
- ύπνος
- (μεταφορικά) α. πρόσωπο όχι ιδιαίτερα εύστροφο και νωθρό β. αποκοιμήθηκα, στη φράση μι πήρι ου ύπνους γ. κορόιδεψα κάποιον, που δεν ήταν προετοιμασμένος να με αντιμετωπίσει, στη φράση τουν έπιασα στουν ύπνου
υπνουφαγάς ου, ουσιαστικό
ο τεμπέλης, που τρώει και κοιμάται, χωρίς να κάνει τίποτα άλλο
υπνώνου, ρήμα
κοιμίζω
ύστιρα τα, ουσιαστικό
- τα πέρατα, το τέλος
- η συντέλεια του κόσμου, στη φράση τα ύστιρα τ’ κόσμ’
- τα τελευταία, τα γηρατειά
- (επίρρημα ή σύνδεσμος) μετά, έπειτα
υφάδ’ του ουσιαστικό
το νήμα του αργαλειού που περνάει οριζόντια από τις κάθετες κλωστές του στημονιού με τη σαΐτα
ύφαμα του, ουσιαστικό
η ενέργεια του υφαίνω, ύφανση
υφαντάκους ου, ουσιαστικό
αράχνη
υφάντρα η, ουσιαστικό
η γυναίκα που υφαίνει
ύψουμα του, ουσιαστικό
- υψωμένο μέρος του εδάφους, ψήλωμα, λόφος
- πρόσφορο, λειτουργιά
Φ
φαγάνα η, ουσιαστικό
- αυτός που τρώει πολύ
- αχόρταγος, άπληστος
φαγανός, -ή, -ό, επίθετο
άνθρωπος που τρώει πολύ και με πολλή όρεξη
φαγουμάρα η, ουσιαστικό
συνεχείς καβγάδες
φάκα η, ουσιαστικό
παγίδα
φακιόλι του, ουσιαστικό
- είδος μαντίλας
- μαντίλι με το οποίο σταυρωτά τυλίγουμε πρόχειρα φαγητό
φακλάνα η, ουσιαστικό
χοντρή και με μεγάλη περιφέρεια γυναίκα
φαλάγγ(ι), επίρρημα
νίκησα κατά κράτος, κατατρόπωσα κάποιον, στη φράση (ν)του (μ)πήρα φαλάγγ(ι)
φαλιρίζου, ρήμα
χρεοκοπώ, πτωχεύω
φαμιλιά η, ουσιαστικό
οικογένεια
φαμπλίτ’ς ου, ουσιαστικό
φαμελίτης, οικογενειάρχης
φανάρ’ του, ουσιαστικό
- κρεμαστή μεταλλική κατασκευή περιβλημένη με πολύ λεπτή σήτα, όπου φυλάγονταν φαγητά
- μεταλλική συνήθως κατασκευή περιβλημένη με γυαλί, μέσα στην οποία προφυλαγόταν από τον αέρα και τη βροχή η φλόγα κεριού ή λυχναριού που χρησίμευε για φωτισμό
- (μεταφορικά) α. για κάτι που είναι ολοφάνερο, στη φράση φως φανάρ’ β. ανέχομαι ή και διευκολύνω τις ερωτικές δραστηριότητες άλλων, στη φράση κρατάου φανάρ’
φαντασμένους, -ν(η), -ου, επίθετο
που περηφανεύεται, εγωιστής, αλαζόνας
φάντ’ς ου, ουσιαστικό
τραπουλόχαρτο με τη φιγούρα νεαρού άντρα, βαλές
φάπα η, ουσιαστικό
καρπαζιά, χαστούκι
φάρα η, ουσιαστικό
γενιά, σόι
φαράσ(ι) του, ουσιαστικό
είδος μεταλλικού ή πλαστικού φτυαριού, με κοντή συνήθως λαβή και με πλαϊνά τοιχώματα, για το μάζεμα σκουπιδιών
φαρί του, ουσιαστικό
άλογο ιππασίας (σε αντίθεση με το υποζύγιο)
φαρίνα η, ουσιαστικό
εκλεκτό λεπτό σιτάλευρο
φαρμάκ(ι) του, ουσιαστικό
- δηλητήριο
- που έχει πολύ πικρή γεύση
φαρμακώνου, φαρμακώνουμι, ρήμα
- δηλητηριάζω, σκοτώνω με δηλητήριο
- (μεταφορικά) πικραίνω, στενοχωρώ πολύ κάποιον
φαρσί, επίρρημα
- με ευχέρεια λόγου, άπταιστα
- για κάτι που ξέρω πολύ καλά, στη φράση φαρσί κι καλαμάρ’
φασαρία η, ουσιαστικό
δυνατός ενοχλητικός θόρυβος
φασαρίας ου, ουσιαστικό
για άτομο που πρωτοστατεί στη δημιουργία ταραχών, αναστατώσεων, στη φράση καπιτάν φασαρίας
φασκιά η, ουσιαστικό
- πανί για τύλιγμα του μωρού
- λουρίδα δέρματος
φάσκιλου του, ουσιαστικό
μούντζα
φασκιλώνου, ρήμα
μουντζώνου
φασκιώνου, ρήμα
τυλίγω μωρό με πανιά
φασλάδα η, ουσιαστικό
φασουλάδα
φασλιά η, ουσιαστικό
φασολιά
φασούλ(ι) του, ουσιαστικό
φασόλι
φάσσα η, ουσιαστικό
αποδημητικό πουλί
φαταούλας ου, ουσιαστικό
αχόρταγος, άπληστος
φάτσα η, ουσιαστικό
η όψη, το πρόσωπο
φαφούτ’ς ου, φαφούτα η, ουσιαστικό
που του/της λείπουν δόντια
φδόπκαμπσου του, ουσιαστικό
το “πουκάμισο” του φιδιού
φέγγου, ρήμα
- (μεταβατικό) ρίχνω φως πάνω σε κάποιον ή κάτι, φωτίζω
- (αμετάβατο) λάμπω
- (απρόσωπο) φέγγ(ει), ξημερώνει
- (μεταφορικά) α. του συνέβη απροσδόκητα κάτι καλό, στη φράση του ’φιξι β. αδυνάτισε πάρα πολύ από την πείνα ή από αρρώστια, έφιξι γ. για περιπτώσεις που βοήθεια ή πληροφορία ή συμβουλή δίνεται πολύ αργά, όταν πλέον είναι ανώφελη, στη φράση φέξι μ’ κι γλίστρησα
φέρμιλ(η) η, ουσιαστικό
φέρμελη, γιλέκο με χρυσό διάκοσμο συνοδευτικό της φουστανέλας
φέρνου, ρήμα
μοιάζω σε κάποιον, π.χ. του κουρίτσ’ φέρνει τς μάνας τ’
φέσ(ι) του, ουσιαστικό
- κάλυμμα του κεφαλιού
- (μεταφορικά) απλήρωτο χρέος, π.χ. η φράση του φέσ(ι) έφτασι ως τ’ αφτιά
- για πολύ μεθυσμένο άνθρωπο, στη φράση έγινι/ε φέσ(ι)
φέτου, επίρρημα
εφέτος
φεύγας ου, ουσιαστικό
που περπατάει πολύ γρήγορα
φεύγου, ρήμα
- απομακρύνομαι από κάπου, αναχωρώ, προστακτική φι/ευγάτι, αόριστος έφκι
- μου ξέφυγε κάτι, το ξέχασα, στη φράση μο ’φκι
- πεθαίνω, π.χ. έφκι νέους
φιγγάρ’ του, ουσιαστικό
το φεγγάρι
φιγούρα η, ουσιαστικό
- προκαλώ εντύπωση, επιδεικνύομαι, στη φράση κάνου φιγούρα
- τραπουλόχαρτο που έχει πάνω του παράσταση προσώπου (ρήγας, ντάμα, βαλές)
φίδ’ του, ουσιαστικό
- το φίδι
- (μεταφορικά) α. πονηρός ύπουλος άνθρωπος, στη φράση είνι/ε φίδ’ κουλουβό β. νιώθω μεγάλη ανησυχία, στη φράση μι ζώνουν τα φίδια γ. αναλαμβάνω το πιο δύσκολο και επικίνδυνο μέρος ενός έργου, στη φράση βγάζου του φίδ’ απ’ τ’ (ν)τρύπα
φιδιάζουμι, ρήμα
με τσιμπάει φίδι
φι/εύγα και φι/ευγάλα η, ουσιαστικό
φυγή, τρεχάλα
φι/ευγάτους, -τ(η), -ου, επίθετο
- που έχει φύγει
- που έχει χάσει τα λογικά του, ο σαλεμένος
φι/ευγιό του, ουσιαστικό
η φυγή
φιλάει, ρήμα
ωφελεί, είναι χρήσιμο, είναι καλό, έχει αξία, π.χ. αυτό του κρασί δε φιλάει ντιπ
φιλέκ(ι) του, ουσιαστικό
κακοτυχία, π.χ. γαμού του φιλέκι μ’
φ(ι)λιά η, ουσιαστικό
συντροφιά από συγγενείς και φίλους, π.χ. απόψι είχα νια φιλιά, παρέα καλι/εσμένοι
φιλι/ενάδα η, ουσιαστικό
η ερωμένη
φιλιώνου, ρήμα
- συνταιριάζω
- συμφιλιώνομαι
φιλύκι και φιλίκι του, ουσιαστικό
θάμνος που μοιάζει με πουρνάρι με φύλλα χωρίς αγκάθια
Ετυμολογία
Προέρχεται από το αρχαίο φιλύκη η: αειθαλές φυτό (Θεόφραστος)
φιρί φιρί, επιρρηματική έκφραση
- αργά, επίμονα και σκόπιμα
- επιδιώκεις, πας γυρεύοντας, στη φράση φιρί φιρί του πας
φιρίκ(ι) του, ουσιαστικό
είδος μήλου μικρού μεγέθους
φιρμάν(ι) του, ουσιαστικό
διαταγή
φιρμάρου, ρήμα
- βλέπω, διακρίνω κάποιον ή κάτι
- τραβώ με δύναμη, τεντώνω, σφίγγω
- (για άνδρα) συνουσιάζομαι
φίσκα, επίρρημα
εντελώς γεμάτος
φισκάρου, ρήμα
γεμίζω εντελώς
φισώνου, ρήμα
αφήνω χρέος απλήρωτο
φκάλ(ι) του, ουσιαστικό
- ποώδες φυτό
- φουκάλι, σκούπα φτειαγμένη με μάτσα βλαστών από φουκαλιά για σκούπισμα της αυλής, σάρωθρο
φκαλίζου, ρήμα
σαρώνω, σκουπίζω
φκάρ’ και θκάρ’ του, ουσιαστικό
το θηκάρι μαχαιριού
φκειάνου και φκειάχνου, ρήμα
- τακτοποιώ, σιάζω, διορθώνω, επισκευάζω
- διορθώνομαι, βελτιώνομαι, π.χ. τα πράματα θα φκειάξουν
- ασχολούμαι, καταγίνομαι με κάτι, π.χ. ούλου κατ’ φκειάν(ει)
- φκειάνουμι, πίνω, μεθώ
- φκειάχκα α. εκνευρίστηκα, θύμωσα β. έγινα πλούσιος
- τον εξαπάτησαν, στη φράση τ’ την έφκειασαν
- συνάπτω ερωτικές σχέσεις με καποιο/-α ή συμφιλιώνομαι, στη φράση τα φκειάνου
- τι κάν(ει)ς; είσαι καλά; στη φράση τι φκειάν(ει)ς;
Ετυμολογία
Προέρχεται από το ευθειάζω (ισιώνω, διορθώνω) > φθειάζω > φθειάνω > φτειάνω.
φκειάση, φκειασ(ι)ά και φκειαξιά η, ουσιαστικό
- κατασκευή
- η σωματική διάπλαση, ο χαρακτήρας ενός ανθρώπου
φκειασίδ’ του, ουσιαστικό
στολίδι
φκέντρα η, ουσιαστικό
βουκέντρα, μακρύ ραβδί με αιχμή στη μία άκρη, με το οποίο κεντούσαν τα υποζύγια για να κινούνται ταχύτερα, ιδίως κατά το όργωμα
φκυάρ’ του, ουσιαστικό
το φτυάρι
φλακουμένους, -ν(η), -ου, επίθετο
φυλακισμένος
φλάμπουρου του και φλάμπουρας ου, ουσιαστικό
σημαία, λάβαρο
φλάου, ρήμα
φιλώ
φλάου, ρήμα
- φυλάω, τηρώ
- προστατεύω, π.χ. ο Θι-ός να σι φλάει
φλάρους ου, ουσιαστικό
τον κακό σου τον καιρό, στη φράση του (γ)κακό σ’ του φλάρου
φλασ(ι)ά η, ουσιαστικό
- στιγμιαία αναλαμπή, έκλαμψη
- έμπνευση, φαεινή ιδέα που δίνει λύση σε πρόβλημα ή ώθηση σε δημιουργική ενέργεια
φλασκί του, ουσιαστικό
δοχείο νερού ή κρασιού από αποξηραμένο νεροκολόκυθο ή από ξύλο
φλαχτό του, ουσιαστικό
φυλαχτό
φλέβα η, ουσιαστικό
- η φλέβα, το αιμοφόρο αγγείο
- υπόγειο ρεύμα νερού
φλέτρας ου, ουσιαστικό
είδος πεταλούδας
φλεύου, ρήμα
δίνω κάτι ως δώρο
φλι/ετράου, ρήμα
- πεταρίζω, πετάω
- (μεταφορικά) πετάω από τη χαρά μου, χαίρομαι πολύ
φ’λλάδα η, ουσιαστικό
φυλλάδα, βιβλίο, σημειωματάριο
φλόκους ου, ουσιαστικό
δέσμη νημάτων από την οποία κόβουμε τα κρόσσια για τις βελέντζες
φλου, επίρρημα
για κάτι αόριστο, ακαθόριστο
φλουέρα η, ουσιαστικό
η φλογέρα
φλουέρας ου, ουσιαστικό
ελαφρόμυαλος, ανόητος
φλουκάτ’ η, ουσιαστικό
χοντρό, μάλλινο κλινοσκέπασμα ή χαλί με παχύ χνούδι
φλουμώνου, ρήμα
- γεμίζω αποπνικτικά ένα χώρο με καπνό
- (μεταφορικά) γεμίζω, πνίγω, ζαλίζω κάποιον με μεγάλη, υπερβολική ποσότητα από κάτι, π.χ. μας φλούμουσι στα ψέματα
φλουρί του, ουσιαστικό
χρυσό νόμισμα
φλώρους, -α, -ου, επίθετο
- άσπρος
- φλώρους ου, μικρό ωδικό πουλί
- φλώρα η, η ολόασπρη γίδα
φόλα η, ουσιαστικό
- κομμάτι δέρματος για μπάλωμα παπουτσιού
- δηλητηριασμένο κομμάτι, συνήθως κρέατος, που χρησιμοποιείται για τη θανάτωση κυρίως αδέσποτων σκυλιών ή άλλων ζώων
φόνταν ή φόντα, επίρρημα
αφότου, από τότε που
φόρα, ουσιαστικό ή επίρρημα
- έρχομαι στο φως, αποκαλύπτομαι, στη φράση βγαίνω στη φόρα
- φανερά, δημόσια, χωρίς να κρύβεται τίποτε, στη φράση φόρα παρτίδα
φόρα η, ουσιαστικό
ορμητική κίνηση
φόρτουμα του, ουσιαστικό
- φορτίο για ζώα
- το βάρος, το φορτίο που μπορεί να μεταφέρει ένα μεταφορικό ζώο, π.χ. ένα φόρτουμα ξύλα
- η διαδικασία του φορτώματος
- (μεταφορικά) α. ενοχλώ, πιέζω, βαραίνω κάποιον, στη φράση γίνουμι φόρτουμα β. για κάτι που γίνεται χειρότερο, στη φράση έγινι/ε η μιριά φόρτουμα
φουκαλιά η, ουσιαστικό
- θάμνος αποτελούμενος από φουκάλια
- Φουκαλιά, τοπωνύμιο στον κάμπο της Λυγαριάς
φουκαράς ου, ουσιαστικό
φτωχός, κακόμοιρος, ταλαίπωρος, αξιολύπητος άνθρωπος
φουλιά η, ουσιαστικό
η φωλιά
φουλιάζου, ρήμα
(για πτηνό) φτειάχνω φωλιά
φουμάρου και φουμαίρνου, ρήμα
- καπνίζω
- τι χαρακτήρα ή τι διαθέσεις έχει κάποιος, στη φράση τι καπνό φουμάρ’
φούμου του, ουσιαστικό
καπνιά, αιθάλη
φούμσα, ρήμα
έκανα κάτι με άσχημο τρόπο
Ετυμολογία
Προέρχεται είτε από το φημίζω: ομορφαίνω, προβάλλω, με ειρωνική σημασία, είτε από το φούμο > φουμίζω: μαυρίζω, ασχημαίνω.
φουνάζου, ρήμα
φωνάζω, συνώνυμο: χουιάζου
φουνή η, ουσιαστικό
- η φωνή
- φωνάζω δυνατά, στις περιφράσεις βάνου, μπήγου, πατάου τς φουνές
φουνταριάζου, ρήμα
ανάβω, παίρνω φωτιά
φουντώνου, ρήμα
- (για φυτά και δέντρα) αποκτώ πυκνό, πλούσιο φύλλωμα, αναπτύσσομαι, π.χ. ου βασιλ(ι)κός φούντουσι
- (για φωτιά) βγάζω πολλές και μεγάλες φλόγες, δυναμώνω
- (μεταφορικά) παίρνω μεγάλες διαστάσεις, αποκτώ μεγάλη ένταση, π.χ. του γλέντ’ φούντουσι
- οργίζομαι, εξάπτομαι
φουράδα η, ουσιαστικό
- θηλυκό άλογο
2. (μεταφορικά) για συμβάν ασήμαντο και ανάξιο λόγου, στη φράση χέσκι η φουράδα στ’ αλών(ι)
φουράου, ρήμα
φορώ
φούρια η, ουσιαστικό
βιασύνη, ορμή
φούρκα η, ουσιαστικό
- ξύλινος κυρίως πάσσαλος που καταλήγει σε διχάλα
- (μεταφορικά) νεύρα, θυμός
φουρκέτα η, ουσιαστικό
διχαλωτή μεταλλική καρφίτσα που συγκρατεί τα μαλλιά ή το χτένισμα των γυναικών
φουρκίζου, φουρκίζουμι
εκνευρίζω, εξοργίζω, π.χ. μι φούρκ(ι)σι
φουρνιά η, ουσιαστικό
- η ποσότητα που χωράει ο φούρνος για ψήσιμο
- (μεταφορικά) σύνολο προσώπων ή πραγμάτων σε ορισμένη χρονική περίοδο
φουρνίζου, ρήμα
βάζω κάτι στον φούρνο, για να ψηθεί
φουρνόξλου του, ουσιαστικό
μακρύ ξύλο που χρησιμοποιείται για το φούρνισμα
φούρνους ου, ουσιαστικό
- μικρό θολωτό κτίσμα για το ψήσιμο ψωμιού, φαγητών κ.λπ.
- κατασκευή για αποξήρανση χλωρών φύλλων καπνού
- (μεταφορικά) πολύ ζεστός χώρος
φουρτί του, ουσιαστικό
φορτίο από δεμάτια
φουρτουτήρα η, ουσιαστικό
μακρύ, ίσο ξύλο που κατέληγε σε διχάλα χρήσιμο ως αντιστήριγμα για το φόρτωμα του ζώου
φουρτσάτους, -τ(η), -ου, επίθετο
ορμητικός, βιαστικός
φουρτώνου,φουρτώνουμι, ρήμα
- βάζω ένα φορτίο σε ζώο ή σε άλλο μεταφορικό μέσο για να το μεταφέρω
- (μεταφορικά) α. επιβαρύνω, επιφορτίζω κάποιον με κάτι κοπιαστικό, δυσάρεστο, δυσβάστακτο, π.χ. έφκι/ε κι μ’ φόρτουσι ούλες τς δλειες β. παραμελώ κάτι, στη φράση τα φουρτώνου στου (γ)κόκουρα γ. επιρρίπτω ευθύνες για λάθη και παραλείψεις, π.χ. δε θα φουρτώστι ούλα τα στραβά σι μένα δ. γεμίζω κάποιον με κάτι, π.χ. μας φόρτουσι ψέματα ε. γίνομαι πιεστικός ενοχλητικός, π.χ. μ’ φουρτώθκι να του (μ)πάρου μαζί μ’ στ. φουρτουμέν(η), έγκυος γυναίκα
φούσκα η, ουσιαστικό
- το μπαλόνι
- η ουροδόχος κύστη
φούσκουμα του, ουσιαστικό
- φουσκωμάρα
- τυμπανισμός
φούσκους ου, ουσιαστικό
ηχηρό χαστούκι, ράπισμα, μπάτσος
φουσκώνου, ρήμα
- μεγεθύνω κάτι γεμίζοντάς το με αέρα, π.χ. φουσκώνου τα λάστιχα
- διογκώνομαι, διαστέλλομαι, π.χ. του ψουμί φούσκουσι
- (μεταφορικά) α. αυξάνω το μέγεθος, τις διαστάσεις σε σχέση με την πραγματικότητα, υπερβάλλω, π.χ. πουλύ φουσκουμένα μας τα λες β. για άνθρωπο πλούσιο, στις φράσεις έχ(ει) φουσκουμέν(η) τσέπ’ ή φουσκουμένου πουρτουφόλ(ι) γ. μας πούλησε κάτι πολύ ακριβά, στη φράση μας του φούσκουσι δ. κάνω κάποιον να πιστέψει ότι μπορεί να καταφέρει πράγματα πέρα και πάνω από τις δυνατότητές του, στη φράση τ’ φουσκώνου τα μυαλά δ. λαχάνιασα, στη φράση φούσκουσα απ’ του τρέξ’μου ε. περηφανεύομαι, π.χ. φουσκών(ει) σα να κανι/ε κατ’ πουλύ σπουδαίου στ. γκάστρωσε, στη φράση τ’ φούσκουσι ζ. χτυπώ κάποιον στο πρόσωπο, χαστουκίζω, στη φράση να σ’ φουσκώσου μία η. είμαι έτοιμος για νέα βλάστηση, στη φράση τα δέντρα φούσκουσαν
φουτάου, ρήμα
φωτίζω
φουτιά η, ουσιαστικό
- φωτιά
- (μεταφορικά) α. για κάτι που είναι πανάκριβο ή για κάποιον που είναι πολύ εκνευρισμένος, στη φράση φουτιά και λάβρα β. είμαι πολύ σίγουρος, στη φράση βάνου του χέρι μ’ στ’ φουτιά γ. για άνθρωπο με μεγάλη ενεργητικότητα, στη φράση βγάν(ει) φουτιές απ’ του (γ)κώλου τ’ δ. υποτιμώ ένα σοβαρό κίνδυνο, στη φράση παίζου με τ’ φουτιά ε. αναλαμβάνω τον κίνδυνο ή το κόστος μιας ενέργειας για λογαριασμό κάποιου άλλου, στη φράση βγάζου τα κάστανα απ’ τ’ φουτιά
φουτίκια τα, ουσιαστικό
τα βαπτιστικά ρούχα
φουτουγώνι και φουτουγόνι, ουσιαστικό
- με την πρώτη γραφή, φωτογώνι, γωνιά στην οποία καίει φωτιά, τζάκι
- με τη δεύτερη γραφή, φωτογόνι, φωτιά που χρησιμεύει για αναπαραγωγή, άναμμα άλλης φωτιάς, εστία
φρακάρου, ρήμα
ακινητοποιούμαι εξαιτίας στριμώγματος, σφηνώματος
φραμπαλάς και φαρμπαλάς ου, ουσιαστικό
- λουρίδα από ύφασμα με λεπτές πτυχές ή με σούρα, που στολίζει τον ποδόγυρο σε γυναικεία ρούχα ή τις άκρες μαξιλαριών, σεντονιών
- φασαρία, χαβαλές
φράντζα η, ουσιαστικό
τούφα μαλλιών που καλύπτει το μέτωπο
φράχτ’ η και φράχτ’ς ου, ουσιαστικό
ο φράχτης
φρίττου, ρήμα
νιώθω φρίκη απέναντι σε κάτι αποκρουστικό, τρομακτικό, τρομάζω
φρουμανάου, ρήμα
λέγεται για τα άλογα, εκδηλώνομαι ζωηρά, κάνω θόρυβο ρουθουνίζοντας
φρουξλιά και φρουσκλιά η, ουσιαστικό
αφροξυλιά, μικρό φυλλοβόλο δέντρο
φρούσιους, -α, -ου, επίθετο
άσπρο άλογο
φ’σάου, ρήμα
- εκπνέω αέρα
- φ’σάει, πνέει δυνατός άνεμος
- (μεταφορικά) α. είναι όμορφα και κομψά ντυμένος, φ’σάει β. έχει πολλά χρήματα, στη φράση του φ’σάει γ. για κάποιον που δεν μπορεί να ξεχάσει εύκολα ένα αναπάντεχο πάθημά του, στη φράση του φ’σάει κι δε (γ)κρυών(ει)
φ’σέκ(ι) του, ουσιαστικό
- φυσίγγιο
- φ’σέκι και φ’σέκας, άνθρωπος εύστροφος και γρήγορος
φτάζ(υ)μου του, ουσιαστικό
εφτάζυμο ψωμί
φταίου, ρήμα
- κάνω λάθος, σφάλλω
- είμαι υπαίτιος, ένοχος για κάτι
φταίχτ’ς ου, ουσιαστικό
υπαίτιος, ένοχος
φτάνου, ρήμα
- πλησιάζω στο τέρμα μιας διαδρομής, π.χ. έφτασα στου σπίτ’
- εκτείνομαι, ξαπλώνομαι, μέχρι κει απ’ φτάνει του μάτ’
- προφταίνω, π.χ. τρέχ(ει) κι δε μπουρού να τουν φτάσου
- επαρκώ, π.χ. τα λι/εφτά μ’ δε φτάνουν να του αγουράσου
- (μεταφορικά) α. προσπαθώ να διεκπεραιώσω δύσκολες και πολύπλοκες υποθέσεις, στη φράση τρέχου κι δε φτάνου
φτάου, ρήμα
φτύνω, αόριστος φύτ’σα και έφτ’σα, προστακτική φύτα, π.χ. φύτα τουν να μη (ν)τουν βασκάν(ει)ς
φτίλ(ι) του, ουσιαστικό
το φιτίλι
φτιλιάζου, ρήμα
φιτιλιάζω, ερεθίζω κάποιον με λόγια ή με ενέργειες, ώστε να θυμώσει εναντίον κάποιου άλλου
φτ(ι)λιές οι, ουσιαστικό
η υποκίνηση αντιπαράθεσης και καβγά με λόγια, με κατηγορίες, συκοφαντίες και σπιουνιές
φτινός, -ή, -ό, επίθετο
- λεπτός
- φθηνός, που προσφέρεται ή αποκτιέται σε χαμηλή τιμή
φτιρνίζουμι, ρήμα
φταρνίζομαι
φτουχός, -ιά, -ό, επίθετο
- που στερείται τα στοιχειώδη μέσα για να ζει
- για άνθρωπο φτωχό και κακότυχο, στη φράση όπ’ φτουχός κι η μοίρα τ’
φτράου και χτράου, ρήμα
φτουράω, επαρκώ, φτάνω, διαρκώ για μεγάλο διάστημα
φυλλουκάρδια του, ουσιαστικό
τα βάθη της καρδιάς
φυντάν(ι) και φιντάνι του, ουσιαστικό
- το φυτό που από σπορά προορίζεται για μεταφύτευση, νεαρός βλαστός
- (μεταφορικά) νεαρό άτομο σε φάση ανάπτυξης, εξέλιξης
φύρα η, ουσιαστικό
- η ελάττωση του όγκου ή του βάρους ή γενικά της ποσότητας ενός υλικού από φυσικά και άλλα αίτια
- (μεταφορικά) ο επιζήμιος, ο μη χρήσιμος, που είναι για πέταμα
φυραίνου, ρήμα
- μειώνομαι σε όγκο ή σε βάρος (ή και στα δύο)
- αδυνατίζω
φύραμα του, ουσιαστικό
- είδος τροφής για πτηνά
- ο χαρακτήρας, το ποιόν ενός ανθρώπου, στη φράση είνι/ε απ’ του ίδιου φύραμα
φύσ’μα του, ουσιαστικό
- φύσημα
- η αποπομπή, το διώξιμο
φύτμα και φτύμα το, ουσιαστικό
- φτύσιμο
- το σάλιο ή το φλέμα που φτύνεται
φύτρα η, ουσιαστικό
- ρίζα της τρίχας
- καταγωγή, γενιά
φχαριστιέμι, ρήμα
χαίρομαι, απολαμβάνω
φώλους ου, ουσιαστικό
- αβγό στη φωλιά της κότας
- (μεταφορικά) αποταμιεύω ένα ως αρχή ένα μικρό χρηματικό ποσό με σκοπό στη συνέχεια να το αβγατίσω, να το αυξήσω, στη φράση έβαλα του φώλου
Ετυμολογία
Προέρχεται από το φωλεά: φωλιά
Χ
χαβαλές ου, ουσιαστικό
διασκεδαστική κατάσταση, πλάκα
χαβάν(ι) του, ουσιαστικό
το γουδί
χαβάς ου, ουσιαστικό
- μελωδία, σκοπός
- (μεταφορικά) επιμονή σε κάτι, στη φράση κι’ αυτός του χαβά τ’
χαβιά η, ουσιαστικό
αλυσίδα που έβαζαν στο κάτω σαγόνι του αλόγου για να δαμαστεί
χαζεύου, ρήμα
- χάνω τα λογικά μου, τρελαίνομαι
- περνάω την ώρα μου παρατηρώντας κάτι
χάζ(ι) του, ουσιαστικό
ευχαρίστηση που νιώθει κάποιος κοιτάζοντας κάποιον ή κάτι, π.χ. τ’ (γ)κάνου χάζ(ι)
χαζός, χαζιά και χαζή, χαζό
ανόητος, βλάκας
χαζουκιόρου η, ουσιαστικό
γυναίκα ανόητη, που δε σκέφτεται τι λέει, που συμπεριφέρεται σαν τρελή
χαζουλουγάου, ρήμα
- λέω χαζουμάρες
- περνάω άσκοπα την ώρα μου
χαζουπριμέτ’ς ου, ουσιαστικό
ο χαζός, ο ανόητος
χαζουφέρνου, ρήμα
για κάποιον που είναι κάπως χαζός
χαϊάτ’ του, ουσιαστικό
- το χαγιάτι, σκεπαστός εξώστης
- (κατ’ επέκταση) σκεπασμένος χώρος, υπόστεγο
χαϊβάν(ι) του, ουσιαστικό
- μικρό, αθώο παιδί
- άνθρωπος μωρός, αφελής, ανόητος
χάιδ’ του, ουσιαστικό
χάδι
χαϊδεύου, ρήμα
χαϊδεύω, θωπεύω
χαϊδιάρς, -α, χαϊδιάρκου, επίθετο
που του αρέσουν τα χάδια
χαϊδιμένους, -η, -ου, επίθετο
που έχει ανατραφεί με υπερβολικές φροντίδες, με τρυφερότητα και υποχωρητικότητα, καλομαθημένος
χαϊδουλογάου, χαϊδουλουγιέμι, ρήμα
χαϊδεύω κάποιον/-α ή ανταλλάσσω χάδια με κάποιον/-α με ιδιαίτερη τρυφερότητα και για πολλή ώρα
χαϊμαλί του, ουσιαστικό
το φυλακτό
χαΐρ’ του, ουσιαστικό
κάτι καλό, όφελος, προκοπή
χαϊρλής ου, ουσιαστικό
τυχερός
χαλάλ(ι), επίρρημα
λέγεται για κάτι που, αν και μου κοστίζει, το διαθέτω όμως με ευχαρίστηση
χαλαλίζου, ρήμα
διαθέτω, ξοδεύω κάτι με ευχαρίστηση, γιατί αξίζει
χαλάου χαλιέμι, ρήμα
- διαλύω, καταστρέφω, π.χ. χαλάου τ’ φράχτ’
- ξοδεύω, π.χ. χαλάς πουλλά λι/εφτά
- πουλάω, π.χ. όσα χουραφάκια είχι στου χουριό τα χάλασι ούλα
- σκοτώνω, π.χ. του (γ)χάλασι μπαμπέσ(ι)κα
- κάνω ψιλά, π.χ. μ’ χαλάς 50 ι/ευρώ;
- διαφωνώ, παύω να έχω καλές σχέσεις με κάποιον, στη φράση τα χαλάου
- διακορεύω
- (μεταφορικά) α. διαμαρτύρομαι με φωνές ή κάνω τα πάντα για να πετύχω κάτι, στη φράση χαλάου του (γ)κόσμου β. γίνεται μεγάλη αναταραχή, θόρυβος ή καταστροφή, στη φράση χαλάει ου κόσμους γ. κακομαθαίνω κάποιον, π.χ. του κανι/ε ούλα τα χατίρια κι του χάλασι του πιδί δ. διαλύω, χαλάου αρραβώνα
- χαλιέμι, αόριστος χαλάσκα, δυσαρεστούμαι, στενοχωριέμαι
χαλασ(ι)ά η, ουσιαστικό
διάλυση, καταστροφή
χαλέπιτου του, ουσιαστικό
- ερειπωμένο, ετοιμόρροπο σπίτι
- (μεταφορικά) άνθρωπος ταλαιπωρημένος από τα χρόνια και την κούραση
χαλεύου, ρήμα
ζητώ, ψάχνω, συνώνυμο: γυρεύου
χάλ(ι) του, ουσιαστικό
- η πολύ κακή, ελεεινή κατάσταση,
- γι’ όποιον βρίσκεται σε πολύ κακή, σε άθλια κατάσταση, π.χ. έχει τα χάλια τ’
- (μεταφορικά) για πολύ κακή, για άθλια κατάσταση, στη φράση μαύρου χάλ(ι)
χαλιάς ου, ουσιαστικό
τόπος γεμάτος χαλίκια, αλλά καλλιεργήσιμος
χάλι/εμα του, ουσιαστικό
- η ενέργεια του χαλεύου
- ζητιανιά
χαλίκ(ι) του, ουσιαστικό
μικρή πέτρα
χαλ(ι)νάρ’ του, ουσιαστικό
- το εξάρτημα με το οποίο ο αναβάτης διευθύνει το άλογο, γκέμια
- (μεταφορικά) μέσο συγκράτησης, αναχαίτισης, περιορισμού
Ετυμολογία
Προέρχεται από το αρχαίο χαλινός: χαλινάρι
χαλκάς ου, ουσιαστικό
μεγάλος μεταλλικός κρίκος
χάλκουμα του, ουσιαστικό
χάλκινο σκεύος
χαλκουματένιους, -α, -ου, επίθετο
που είναι κατασκευασμένος από χαλκό
χαμάλ(η)ς ου, ουσιαστικό
ο χαμάλης, ο αχθοφόρος
(μεταφορικά) ο άνθρωπος που κάνει βαριές δουλειές
χαμάρα η, ουσιαστικό
εξάντληση, αδυναμία
χαμαρέσ’, ρήμα
λέγεται για κάτι που κάπως αρέσει
χαμός ου, ουσιαστικό
- απώλεια, κυρίως ο θάνατος κάποιου αγαπητού προσώπου
- αναστάτωση, φασαρία, π.χ. έγινι/ε χαμός
χαμούρα η, ουσιαστικό
ανήθικη γυναίκα
χαμπάρ’ και χαμπέρ’ του, ουσιαστικό
- η είδηση, πηθυντικός χαμπάρια, π.χ. τι χαμπάρια;, συνώνυμο: μαντάτα
- αντιλαμβάνομαι την παρουσία κάποιου, στη φράση (ν)του (μ)πήρα χαμπάρ’
χαμπαριάζου, ρήμα
- καταλαβαίνω
- λογαριάζω, υπολογίζω, ακούω, σέβομαι, π.χ. δε χαμπαριάζ(ει) κανέναν
χαμπλός, -ή, -ό, επίθετο
χαμηλός, επίρρημα χαμπλά
χαμπλώματα τα, ουσιαστικό
τα πεδινά μέρη
χαμπλώνου, ρήμα
χαμηλώνω, προστακτική χαμπήλουσι
χαμώιου του, ουσιαστικό
το ισόγειο χαμηλό σπίτι
χάνου, χάνουμι, ρήμα
- παύω να έχω κάτι
- εξαφανίζομαι, πεθαίνω
- σαστίζω, τρελαίνομαι, παραφρονώ, στη φράση χάνου του μυαλό μ’
- νικιέμαι
- στερούμαι
- καταστρέφομαι
- υφίσταμαι μείωση
- αποπροσανατολίζομαι
- (για χώρα, πόλη) κυριεύομαι
- (μεταφορικά) α. είμαι πολύ ερωτευμένος/-η με κάποια/-ο, στη φράση χάνουμι γι’ αυτή/-όν β. σαστίζω, στη φράση τα χάνου γ. για να δηλωθεί κοσμοσυρροή και αταξία, στη φράση χάν(ει) η μάνα του πιδί κι του πιδί τη μάνα δ. είμαι σε πλήρη σύγχυση ή παθαίνω οικονομική καταστροφή, στη φράση χάνου τ’ αβγά κι τα πασχάλια ε. δεν εισακούομαι, στη φράση χάνου τα λόγια μ’ στ. είμαι έξω από το περιβάλλον μου, δυσκολεύομαι να προσαρμοστώ, στη φράση χάνου τα νι/ερά μ’ ζ. αποπροσανατολίζομαι, στη φράση χάνου του μπούσουλα η. για κάτι ανώφελο και ασκοπο, στη φράση πήγι χαμένου
χαντάκ(ι) του, ουσιαστικό
άνοιγμα στο έδαφος με αρκετό βάθος και πλάτος, μικρή τάφρος,
χαντακώνου, χαντακώνουμι, ρήμα
- γίνομαι αιτία να πάθει κάποιος μεγάλη ζημιά, να καταστραφεί
- χαντακουμένους ου, κατεστραμμένος, δυστυχισμένος
- στον αόριστο χαντακώθκα, δεν ήξερα πού να κρυφτώ από την ντροπή που ένιωσα
χαντζάρα η και χαντζάρ’ του, ουσιαστικό
μεγάλο πολεμικό μαχαίρι
χάντρα η, ουσιαστικό
(μεταφορικά) ο βολβός του ματιού
χάπατου του, ουσιαστικό
χαμένος, ανόητος, ηλίθιος
χαρά η, ουσιαστικό
γάμος, π.χ. σ’ τς χαρές σ’ (στις χαρές σου)
χαράζ(ει), ρήμα απρόσωπο
ξημερώνει
χαρακιάζου, ρήμα
κάνω εγκοπές με αιχμηρό όργανο επάνω σε μια σκληρή επιφάνεια
χαράμ’ επίρρημα
ανώφελα, μάταια
χάραμα του, ουσιαστικό
ξημέρωμα
χαραμάδα η, ουσιαστικό
σχισμή
χαραμίζου, χαραμίζουμι, ρήμα
- διαθέτω ή ξοδεύω κάτι ανώφελα, θυσιάζω
- δεν έχω τη δυνατότητα να αξιοποιήσω τα προσόντα, τις ικανότητές μου, αδικούμαι
χαραμουφάης ου, ουσιαστικό
τεμπέλης, ανεπρόκοπος, αχαΐρευτος
χαράτσ(ι) του, ουσιαστικό
φόρος, που θεωρείται βαρύς και άδικος
χαρατσώνου, ρήμα
- επιβάλλω βαριά φορολογία
- αναγκάζω κάποιον με έμμεσο τρόπο να πληρώσει ένα σημαντικό ποσό ως εισφορά, συνδρομή κ.λπ.
χαραυγή η, ουσιαστικό
αυγή, χάραμα, ξημέρωμα
χάρβαλου του, ουσιαστικό
διαλυμένο, ερειπωμένο
χαρμαγκιόλα και χαρμανιόλα η, ουσιαστικό
η λαιμητόμος
χαρμάν(ι) του, ουσιαστικό
- μίγμα διάφορων ειδών και ποιοτήτων καπνού
- (κατ’ επέκταση) κάθε είδους μίγμα
χαρμανιάζου, ρήμα
επιθυμώ κάτι πάρα πολύ
χαρόνια τα, ουσιαστικό
είδος φασολιού
χαρουκουπάου, ρήμα
γλεντοκοπάω
χαρουπαλεύου, ρήμα
ψυχορραγώ, πεθαίνω
χάρους ου, ουσιαστικό
- χάρος, θάνατος
- καθετί που επιφέρει θάνατο
χάρσμα του, ουσιαστικό
δώρο
χαρτζ(ι)λίκ(ι) του, ουσιαστικό
μικρό χρηματικό ποσό για τα καθημερινά ατομικά έξοδα
χαρτουσ(ι)ά η, ουσιαστικό
- δικόγραφο
- (μεταφορικά) το κρύψιμο μυστικών ή οικογενειακών υποθέσεων, κινήσεις ανθρώπων με τρόπο μυστικό, “εν κρυπτώ”, στη φράση δε (ν)τ’ παίρν(ει)ς χαρτουσ(ι)ά
- τα φύλλα της τράπουλας που μαζεύει ένας παίκτης σε μια μοιρασιά, χάρη σ΄ ένα καλό χαρτί, μπάζα
χαρχάλα η, ουσιαστικό
ξερό και άγονο μέρος
χασάπκου του, ουσιαστικό
το κρεοπωλείο
χασάπ’ς ου, ουσιαστικό
- ο χασάπης, ο σφαγέας
- (ειρωνικά) αδέξιος χειρουργός
χασές ου, ουσιαστικό
- άσπρο βαμβακερό ύφασμα
- (μεταφορικά) είμαι άριστος σε αυτό που κάνω, έχω μεγάλες επιτυχίες, έχω ωραία εμφάνιση, στη φράση σκίζου χασέδις
χάσ(η) η, ουσιαστικό
- η ελάττωση του φωτεινού δίσκου της σελήνης
- κάποτε κάποτε, αραιά, στη φράση στ’ χάσ(η) κι στ’ φέξ(η)
χάσκου, ρήμα
μένω με ανοιχτό το στόμα, συνήθως από έκπληξη
χασκουγιλάου, ρήμα
γελώ, συνήθως χωρίς λόγο, κρατώντας το στόμα ανοιχτό
χάσκους, -ια και -κ(η), -ου, επίθετο
- καθαρός, εκλεκτός
- άσπρος και αφράτος, στη φράση χάσκου ψουμί
χασ’μούσ(ι)α τα, ουσιαστικό
γλυκίσματα
χασουμέρ’ του, ουσιαστικό
το χάσιμο της μέρας, το χάσιμο χρόνου χωρίς να γίνεται κάτι δημιουργικό και ωφέλιμο
χασουμέρς ου, ουσιαστικό
αργόσχολος, τεμπέλης
χασουμιράου, ρήμα
- περνάου την ώρα μου χωρίς να κάνω κάτι δημιουργικό και ωφέλιμο
- καθυστερώ, χρονοτριβώ
χατίρ’ του ουσιαστικό
- ικανοποίηση επιθυμίας, χάρη
- μεροληπτώ, χαρίζομαι σε κάποιον, στη φράση τ’ κάνου του χατίρ’
χαφταλεύρς ου, ουσιαστικό
ο ανόητος, που δεν τον παίρνει κάποιος στα σοβαρά
χάφτου, ρήμα
- καταπίνω λαίμαργα
- (μεταφορικά) α. πιστεύω με ευκολία όσα μου λένε, σου ’πι ψέματα κι συ τα χαψις β. είμαι τεμπέλης, είμαι χασομέρης, είμαι βλάκας, στη φράση χάφτου μύγις
χάχας ου, ουσιαστικό
αυτός που γελάει διαρκώς, ακόμα και χωρίς λόγο, ο ανόητος
χαψ(ι)ά η, ουσιαστικό
μπουκιά
χέζου, χέζουμι, ρήμα
- αφοδεύω, αποπατώ
- αδιαφορώ, στον αόριστο χέσκα
- για να δηλωθεί απογοήτευση, στη φράση χέσι μέσα
χείλ(ι) και αχείλ(ι) του, ουσιαστικό
- χείλος, πληθυντικός χείλια
- τελείως γεμάτο, ως πάνω, στη φράση χείλ(ι) μ’ αχείλ(ι)
χ(ει)μαδιό του, ουσιαστικό
ζεστό μέρος, όπου ξεχειμωνιάζουν τα κοπάδια
χ(ει)μουνίσιους, -α, -ου και χ(ει)μουνιάτκους, -κ(η), -ου, επίθετο
χειμωνιάτικος
χ(ει)μώνας ου, ουσιαστικό
- χειμώνας
- ψυχρός καιρός, κακοκαιρία σε οποιαδήποτε άλλη εποχή
χειρόλαβου του, ουσιαστικό
χειρολαβή
χειρόμπλους ου, ουσιαστικό
χειροκίνητος μύλος στον οποίο άλεθαν τον καφέ και τα ρεβύθια τα οποία αναμείγνυαν με τον καφέ
χειρότια τα, ουσιαστικό
πλεκτά γάντια, στα οποία χωριζόταν μόνο ο αντίχειρας από τα άλλα δάχτυλα
χέρ’ του, ουσιαστικό
- το χέρι
- (μεταφορικά) α. αδυνατώ να κάνω κάτι, στη φράση σκώνου τα χέρια ψλα β. μένω άπρακτος, στη φράση μένου μι σταυρουμένα τα χέρια γ. συμφιλιωνόμαστε ή κλείνουμε συμφωνία, στη φράση δίνουμι τα χέρια δ. επικρίνω κάποιον, βοηθώ ή κάνω άσεμνες χειρονομίες, στη φράση βάνου χέρ’ ε. είμαι απόλυτα βέβαιος, στη φράση βάνου του χέρ’ στ’ φουτιά στ. δηλώνω ότι απκλείεται να ξανακάνω κάτι, στη φράση να μ’ κουπεί του χέρ’, ζ. μάλωσαν, τσακώθηκαν, στη φράση πιάσκαν ή ήρθαν στα χέρια
- πολύ γρήγορα, στην επιρρηματική έκφραση χέρ’-χέρ’
χιζουβουλιό του, ουσιαστικό
το πολύ, το συχνό χέσιμο, η διάρροια
χ(ι)λών(ι) του, ουσιαστικό
μικρός όγκος στο κεφάλι
χ(ι)νόπουρους ου και χ(ι)νόπουρου του, ουσιαστικό
φθινόπωρο
χ(ι)νουπουριάζ(ει), ρήμα απρόσωπο
φθινοπωριάζει
χ(ι)νουπουριάτκους, -κ(η), -ου, επίθετο
φθινοπωριάτικος
χιόν(ι) του, ουσιαστικό
- το χιόνι
- ό,τι μοιάζει με χιόνι στη λευκότητα ή στην καθαρότητα
χιουνιάς ου, ουσιαστικό
- καιρός πολύ κρύος με χιόνι ή που προμηνύει χιόνι
- μικρό πολύχρωμο πουλί
χιουνίζ’, απρόσωπο ρήμα
ρίχνει, πέφτει χιόνι
χιουνίστρα η, ουσιαστικό
πρήξιμο ή παρόμοιος ερεθισμός στα άκρα, στη μύτη ή στα αυτιά που προκλήθηκε από πολύ χαμηλή θερμοκρασία
χιουνόψχις οι, ουσιαστικό
νιφάδες χιονιού
χιριά η, ουσιαστικό
η ποσότητα βλαστών ή μεγάλων φύλλων που μπορεί να μαζευτεί, να κλειστεί στο ένα χέρι, π.χ. νια χιριά καπνό
χιρόβουλου του, ουσιαστικό
- μικρή ποσότητα θερισμένου σιταριού ή βρώμης που μπορεί να χωρέσει στο χέρι
- (μεταφορικά) και εσύ είσαι σκληρός και δύσκολος, αλλά κι εγώ είμαι εξίσου σκληρός και δύσκολος, στη φράση κι ισύ κακό χιρόβουλου κι ιγώ κακό διμάτ’
χισιά η, ουσιαστικό
(μεταφορικά) πολύ μικρής έκτασης, στη φράση νια χισιά τόπους
χισ(ι)ό του, ουσιαστικό
το χέσιμο
χλαλουή η, ουσιαστικό
οχλαγωγία, μεγάλη φασαρία
χλαπακώνου και χλαπακιάζου, ρήμα
τρώω με λαιμαργία, καταβροχθίζω
χλαπάτσα και κλαπάτσα η, ουσιαστικό
αρρώστια των προβάτων
χλέπ’ του, ουσιαστικό
φλέμα
χλιαίνου (τρισύλλαβο: χλι-αί-νου), ρήμα
ζεσταίνω ελαφρά το νερό, γίνομαι χλιαρός
χλιάρ’ του, ουσιαστικό
το κουτάλι
Ετυμολογία
Προέρχεται από το χουλιάρι < κοχλιάριον.
χλιάρα η, ουσιαστικό
κουτάλα
χλιάρας ου, ουσιαστικό
αφελής, κουτός, ανόητος
χλιβιρός, -ή, -ό, επίθετο
ταλαίπωρος, δυστυχής, αξιολύπητος
χλίβουμι, ρήμα
ταλαιπωρούμαι, βασανίζομαι, μετοχή χλιμμένους
χλι/εμπουνιάρς ου, ουσιαστικό
κιτρινιάρης, άρρωστος
χλιμάρα η, ουσιαστικό
- ταλαιπωρία, παιδεμός, βάσανο
- ό,τι προκαλεί τη χλιμάρα
χλιμιντράου και χλιμιντρίζου, ρήμα
λέγεται για τα άλογα, όταν βγάζουν τη χαρακτηριστική τους κραυγή
Ετυμολογία
από το αρχαίο χρεμετίζω: χλιμιντρώ
χλιμίντρισμα του, ουσιαστικό
η χαρακτηριστική κραυγή του αλόγου
χλιος, -ια, -ιο, επίθετο
χλιαρός, λίγο ζεστός
χλίψα η, ουσιαστικό
γκρίνια, κλάψα, συνώνυμο: μίρλα
χλουίζου, ρήμα
βγάζω χλόη, συνώνυμο: χουρταριάζου
χλουρασιά η, ουσιαστικό
η πρασινάδα, η βλάστηση
χλουρός, -ή, -ό, επίθετο
- ο χλωρός
- τρυφερός και δεν έχει γίνει ξηρός και σκληρός, π.χ. χλουρό τυρί
- (μεταφορικά) κυνηγάω, διώκω, κατατρέχω κάποιον, στη φράση δεν αφήνου σε χλουρό κλαρί
χνάρ’ του, ουσιαστικό
το ίχνος
χνέρ’ του, ουσιαστικό
χουνέρι, πάθημα, ρεζίλεμα, συνώνυμο: κάζου
χνότου του, ουσιαστικό
- ο αέρας που βγαίνει από το στόμα του ανθρώπου ή άλλου ζωντανού οργανισμού
- (μεταφορικά) συμφωνούμε, έχουμε τις ίδιες συνήθειες, απόψεις κ.λπ., στη φράση τιριάζουν τα χνότα μας
Ετυμολογία
Προέρχεται, μάλλον, από το χνοτώ < εκ- + νοτίζω < νότος: αναδίδω υγρασία.
χόβουλ(η) η, ουσιαστικό
στάχτη ανακατεμένη με μικρά αναμμένα κάρβουνα
χόντρου του, ουσιαστικό
το πάχος
χούι του, ουσιαστικό
συνήθεια, ιδιοτροπία, π.χ. πρώτα βγαίν(ει) η φουνή και μετά του χούι
χουιάζου, ρήμα
φωνάζω
Ετυμολογία
Είναι ομόρριζο με το αρχαίο (ομηρικό) ιύζω: κραυγάζω, βοώ.
χουιατά τα, ουσιαστικό
δυνατές φωνές
χουλιάου, χουλιώμι, ρήμα
- στενοχωριέμαι
- θυμώνω, οργίζομαι
χουλουσκάου, ρήμα
στενοχωριέμαι
χούμα του, ουσιαστικό
το χώμα
χουματένιος, -α, -ο, επίθετο
από χώμα ή από πηλό
χουμπώνου, ρήμα
κρύβομαι από ντροπή, προστακτική χουμπώσ’
χουναβιά η, ουσιαστικό
μέρος κλεισμένο από βουνά και γενικότερα κλειστό μέρος
χουνεύου, ρήμα
- ολοκληρώνω την πέψη
- γίνομαι στάχτη, αποτεφρώνομαι, π.χ. χώνι/εψαν τα κάρβουνα
- (μεταφορικά) ανέχομαι, υποφέρω κάποιον, π.χ. δεν τουν χουνεύου
- κατανοώ, συνειδητοποιώ κάτι, π.χ. του χώνι/εψις ή να στου ξαναπού
- χουνι/εμέν(η) κουπριά, κοπριά που έχει αποσυντεθεί και είναι κατάλληλη για λίπασμα
χούν(η) η, ουσιαστικό
τόπος χαμηλός, χωρίς θέα και αερισμό
χουρατεύου, ρήμα
αστειεύομαι
χουρατό του, ουσιαστικό
αστείο
χουράφ’ του, ουσιαστικό
- χωράφι
- μην ασχολείσαι με πράγματα που δεν ξέρεις ή που δεν είναι στην αρμοδιότητά σου, στη φράση μη μπαίν(ει)ς σι ξένα χουράφια
χουριανός ου, ουσιαστικό
ο συγχωριανός
χουριανούλια τα, ουσιαστικό
τα παιδιά της Λυγαριάς που ζούσαν στον οικισμό ανατολικά του ξηριά
χουριάτ’ς ου, ουσιαστικό
κάτοικος χωριού, όχι νομάδας
χουρι/ευταράς ου, ουσιαστικό
πολύ καλός χορευτής
χουρίζου, ρήμα
- (μεταβατικό) διαχωρίζω
- (αμετάβατο) παίρνω διαζύγιο
χουριό του, ουσιαστικό
- χωριό
- η Λυγαριά, για τους Λυγαριώτες, π.χ. τι κιρό κάν(ει) στου Χουριό;
- (μεταφορικά) α. (δεν) ταιριάζουμε και (δεν) μπορούμε να ζήσουμε μαζί ή να συνεργαστούμε, στη φράση δε (γ)κάνουμι χουριό β. θα γίνουμε εχθροί, στη φράση θα γίνουμι από δυο χουριά χουριάτις
χουρίστρα η, ουσιαστικό
η γραμμή που σχηματίζεται εκεί που χωρίζουμε τα μαλλιά
χουρός ου, ουσιαστικό
- ο χορός
- (μεταφορικά) α. συμμετέχω σε μια υπόθεση, ένα έργο, στη φράση μπαίνω στο χορό β. εύκολα κρίνει και κατακρίνει κανείς, όταν δεν ξέρει τις δυσκολίες μιας δουλειάς ή μιας κατάστασης, στη φράση όποιους είνι/ε όξου απ’ του χουρό πουλλά τραγούδια ξέρ’
χουρουμπδάου, ρήμα
χοροπηδώ
χουρσμός ου, ουσιαστικό
- χωρισμός, απομάκρυνση ανθρώπων, αποχωρισμός
- η διάλυση συζυγικής σχέσης
χουρτάρ΄ του, ουσιαστικό
- χαμηλή πυκνή βλάστηση
- (μεταφορικά) είμαι κουτός, βλάκας, στη φράση τρώου χουρτάρ’
χουρταριάζου, ρήμα
βγάζω χορτάρια, π.χ. χουρτάριασι ου τόπους
χουσ(ι)ά η, ουσιαστικό
η ενέδρα, συνώνυμο: καρτέρ’
χούφτα η, ουσιαστικό
- η χούφτα
- (μεταφορικά) α. μικρή ποσότητα, πολύ λίγοι, π.χ. νια χούφτα ανθρώπ’ β. άφθονα, στη φράση μι τς χούφτις
χούφταλου του, ουσιαστικό
γέροντας καταβεβλημένος
Ετυμολογία
Προέρχεται από το σκυφτός < κύπτω: σκύβω …..
χουφτώνου, ρήμα
- πιάνω κάτι με τη χούφτα
- (μεταφορικά) ιδιοποιούμαι, κλέβω κάτι
χουχλάζου, ρήμα
βράζω
Ετυμολογία
Προέρχεται από το αρχαίο καχλάζω: ο ήχος που παράχουν τα υγρά κινούμενα.
χουχ(ου)λιάζου, ρήμα
ζεσταίνω τα χέρια με την εκπνοή
χουχ(ου)τάου, ρήμα
φωνάζω δυνατά για να αποτρέψω κάτι
χόχλους και χούχλους ου, ουσιαστικό
ο κοχλασμός του υγρού που βράζει και κατ’ επέκταση η βράση
χράμ’ του, ουσιαστικό
υφαντό χοντρό μάλλινο στρωσίδι
χρειάζουμι, ρήμα
- έχω ανάγκη κάποιον ή κάτι
- φοβήθηκα, στη φράση τα χρειάσκα
χρίζου, ρήμα
ασβεστώνω
χριστόκλουρα η, ουσιαστικό
χριστόψωμο
χρόνους ου, ουσιαστικό
- ο χρόνος, το έτος, πληθυντικός τα χρόνια
- χρονική διάρκεια, συνώνυμο: κιρός
χρουνιά η, ουσιαστικό
το έτος, π.χ. χρουνιά είνι/ε θα πιράσ(ει)
χρουνιάζου, ρήμα
- συμπληρώνω το πρώτο έτος της ηλικίας
- χρονίζω, διαρκώ πολύ χρόνο, καθυστερώ
χρουνιάρα μέρα, ονοματική έκφραση
ημέρα του έτους που είναι ξεχωριστή, μεγάλη γιορτή
χρουνιάρκου του, ουσιαστικοποιημένο επίθετο
ενός έτους
χρουσταν(ι)κά τα, ουσιαστικό
χρωστούμενα, οφειλόμενα
χρουστάου, ρήμα
χρωστώ
χρυσή η, ουσιαστικό
ο ίκτερος
χτέν(ι) του, ουσιαστικό
- χτένα
- (μεταφορικά) α. έφτασε η ώρα να αντιμετωπίσουμε δραστικά μια δυσάρεστη κατάσταση, στη φράση έφτασι ου κόμπους στου χτέν(ι) β. όποιος έχει ευθύνες και προνόμια έχει και τα μέσα να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες και τα προβλήματα που απορρέουν από αυτά, στη φράση όποιους έχ(ει) τα γένια έχει κι τα χτένια
- εξάρτημα του αργαλειού που, καθώς περνάει μέσα από το στημόνι, διαχωρίζει τις κλωστές του στημονιού
χτικιάζου, ρήμα
- αρρωσταίνω από χτικιό
- ταλαιπωρώ, κουράζω, βασανίζω, στη φράση μι χτίκιασις
χτικιάρ’ς ου, ουσιαστικό
ο άρρωστος από φυματίωση
χτικιό του, ουσιαστικό
η φυματίωση
χτινίζου, χτινίζουμι, ρήμα
- ξεμπερδεύω και τακτοποιώ τα μαλλιά με χτένα
- (μεταφορικά) για κάποιον που αδιαφορεί για τα σοβαρά και επείγοντα και ασχολείται με τα επουσιώδη, στη φράση ιδώ ου κόσμους χάνι/ετι κι η γριά χτινίζιτι
χτράει, ρήμα
- λέγεται για εργασία που γίνεται, που προχωρεί με γρήγορο ρυθμό, π.χ. το μπσιακό χτράει στ’ αρμάθιασμα
- φτουράει, επαρκεί για κάποιο χρονικό διάστημα, π.χ. του λάδ’ μας δε χτούρσι ούτι για ένα ξάμηνου
χ(υ)μάου, ρήμα
ορμάω, επιπίπτω ορμητικά, επιτίθεμαι, αόριστος χύμξα
χύνου, χύνουμι, ρήμα
- αφήνω να τρέξει κάτι, συνήθως μέσα από ένα σκεύος και συνήθως κατά λάθος, π.χ. έχ(υ)σα του κρασί
- ρίχνομαι εναντίον κάποιου, ορμώ ακάθεκτος, π.χ. χύθκα καταπάν’ τ’
χώνου, χώνουμι, ρήμα
- καλύπτω με χώμα, θάβω
- μπήγω κάτι στο έδαφος
- κρύβω κάτι μέσα σε κάτι άλλο ή κάτω από κάτι άλλο, καταχωνιάζω
- τρυπώνω, κρύβομαι
- (μεταφορικά) α. φυλακίζω, στη φράση τουν έχωσαν μέσα β. τοποθετώ κάπου, διορίζω, στη φράση τουν έχουσι σε καλή δλειά γ. παρεμβαίνει απρόσκλητος, αναμιγνύεται στις υποθέσεις τών άλλων, στη φράση χών(ει) τη μύτη τ’ ή τ’ νουρά τ’ δ. καταχρεωμένος, στη φράση χουμένους στα χρέα ως του λι/εμό
χώρα η, ουσιαστικό
η πόλη
χώρσμα του, ουσιαστικό
- ο διαχωρισμός
- ο διαχωριστικός τοίχος, συνώνυμο: διαίρεσ(η)
Ψ
ψαλίδα η, ουσιαστικό
- μεγάλο ψαλίδι, χρήσιμο για κούρεμα ζώων
- ασθένεια των τριχών του κεφαλιού κατά την οποία οι άκρες τους σχίζονται στα δύο
- ζωύφιο με ψαλιδωτή ουρά
ψαρής ου, ψαριά η, ουσιαστικό
άλογο με γκρίζο τρίχωμα
ψαρουνέφρι του, ουσιαστικό
το τρυφερό κρέας του σφαχτού κοντά στα νεφρά
ψαχουλεύου, ρήμα
ψάχνω με τα δάχτυλα, με την αφή
ψειριάζου, ρήμα
πιάνω ψείρες
ψειρού η, ουσιαστικό
η φυλακή
ψέλνου, ρήμα
- άδω εκκλησιαστικούς ή θρησκευτικούς ύμνους
- (μεταφορικά) επιτιμώ αυστηρά, σε έντονο ύφος κάποιον, στη φράση τ’ τα ’ψαλα
ψένου και ψήνου, ψένουμι και ψήνουμι, ρήμα
- ψήνω, βράζω, μαγειρεύω
- (μεταφορικά) α. ζεσταίνω πάρα πολύ, καίω, π.χ. μας έψ(η)σι ου ήλιους ή ψήνι/ετι στου (μ)πυριτό β. πείθω καταφέρνω, στη φράση τουν έψ(η)σα γ. ωριμάζω, πχ. τα καλαμπόκια ψήθκαν δ. έμπειρος, π.χ. ψ’μένους στη δλεια αυτή ε. δημιουργώ ερωτική σχέση με κάποια/-ον, στη φράση τα ψήνου στ. με ταλαιπωρεί, με βασανίζει, στη φράση μ’ ψέν(ει) του ψάρ’ στα χείλια ζ. κάτι ετοιμάζεται, στη φράση κάτ’ ψήνι/ετι η. κάνει πολύ κρύο, ψένει
ψήλουμα του, ουσιαστικό
υψηλή τοποθεσία, ύψωμα
ψ(η)λουμύτ’ς ου, ψ(η)λουμύτα η, ουσιαστικό
υπερόπτης, αλαζόνας, ακατάδεχτος
ψήλους του, ουσιαστικό
το ύψος
ψήστρ’ς ου, ουσιαστικό
σιδερένιο εργαλείο…..
ψι/ευτουζού, ρήμα
ζω με πολλές στερήσεις
ψι/ευτουζουή, ουσιαστικό
ζωή με πολλές στερήσεις
ψίκι του, ουσιαστικό
η πομπή που συνοδεύει τη νύφη ή τον γαμπρό
ψ(ι)λουλόι του και ψιλουλουίδια τα, ουσιαστικό
μικροπράγματα
ψ(ι)λουτραγδάου, ρήμα
σιγοτραγουδάω
ψιλουφκιασμένους, -ν(η), -ου, επίθετο
λεπτοδουλεμένος
ψ(ι)μάδ’ του, ουσιαστικό
αυτό που γίνεται όψιμα
ψισνός, -ή, -ό, επίθετο
χθεσινοβραδινός
ψίχα η, ουσιαστικό
- το μαλακό μέρος του ψωμιού
- το μέσα μέρος του αμυγδάλου ή του καρυδιού
- ψίχα και ψχούλα, πολύ λίγο, ελάχιστη ποσότητα, π.χ. νια ψχούλα αλεύρ’
ψιχάρου, ρήμα
ψεκάζω
ψιχαστήρα η, ουσιαστικό
η ψεκαστήρα
ψλλιάζουμι, ρήμα
υποψιάζομαι, διασθάνομαι
ψλόβρουχου του, ουσιαστικό
ψιλή βροχή
ψλος, -η, -ο, επίθετο
ψηλός
ψλος, -η, -ο, επίθετο
- ψιλός, λεπτός
- (μεταφορικά) α. η ούρηση, στη φράση κάνου του ψλό μ’ β. κοροϊδεύω κάποιον, στις φράσεις του (μ)παίρνου στου ψλο ή τουν δλι/εύου ψλο γαζί γ. κάτι ασήμαντο, στη φράση ψλα γράμματα
ψμάδ’ του, ουσιαστικό
το όψιμα γεννημένο, συνήθως για αρνί ή κατσίκι
ψουμί του, ουσιαστικό
- το ψωμί
- (μεταφορικά) α. βρίσκομαι σε έσχατη ένδεια, στερούμαι τα απαραίτητα για να ζήσω, στη φράση λέου του ψουμί ψουμάκι(ι) β. εξασφαλίζω (με την εργασία μου) τα απαραίτητα για τη ζωή μου, στη φράση βγάζου του ψουμί μ’ γ. πάρα πολύ φτηνά, στη φράση το ’δουσι για ένα κουμμάτ’ ψουμί δ. δε θα ζήσει πολύ ακόμα, στη φράση λίγα είνι/ε τα ψουμιά τ’ ε. λέγεται για πράγμα το οποίο, εξαιτίας της πολλής χρήσης του, έχει αχρηστευθεί ή θα αχρηστευθεί σε λίγο ή για πρόσωπο που έχει γεράσει και βρίσκεται κοντά στο τέλος του βίου, στη φράση τα φαγι τα ψουμιά τ’ ε. για δουλειά που αποφέρει μεγάλα κέρδη, στη φράση, αυτή η δλεια έχ(ει) πουλύ ψουμί
ψουμόλ(υ)σσα η, ουσιαστικό
πειναλέος, πάμπτωχος
ψουμουζήτ’ς ου, ουσιαστικό
ο ψωμοζήτης, πολύ φτωχός
ψουμουζώ, ρήμα
με δυσκολία καταφέρνω να οικονομήσω το ψωμί μου, ζω πολύ φτωχικά
ψουμουτύρ’ του, ουσιαστικό
- ψωμί και τυρί
- το φτωχό γεύμα
- (μεταφορικά) λέω ή κάνω κάτι συνεχώς
ψουμώνου, ρήμα
ωριμάζω καλά, μεστώνω
ψουνίζου, ρήμα
- ψωνίζω, αγοράζω κάτι
- (μεταφορικά) α. τρελαίνομαι, στη φράση τ’ (μ)ψών(ι)σα β. παρασέρνω κάποιον, με τέχνασμα ή προσποίηση, σε άστοχη, εσφαλμένη ενέργεια, στη φράση ντου (μ)ψών(ι)σα
ψουριάρκου του, ουσιαστικό
λέγεται για ζώα, κοκκαλιάρικο, πειναλέο
ψουριάρς ου, ουσιαστικό
ψωραλέος, εξαθλιωμένος, πάμπτωχος
ψουφάω, ρήμα
- (για ζώα) παύω να ζω, πεθαίνω
- (για πρόσωπα, χλευαστικά) πεθαίνω, π.χ. να ψουφήσ(ει) του παλιουτόμαρου
- (μεταφορικά) α. επιθυμώ πολύ κάτι, λαχταρώ, π.χ. ψουφάει για γλέντια β. κουράζω, ταλαιπωρώ, εξαντλούμαι, π.χ. μι ψόφ’σι στη δλεια γ. πεινάω πάρα πολύ, στη φράση ψουφάου τς πείνας
ψουφίμ’ του, ουσιαστικό
- το πτώμα του ζώου, π.χ. τα όρνια έφαγαν του ψουφίμ’
- (μεταφορικά) α. άνθρωπος πολύ αδύναμος ή εξαντλημένος, π.χ. σκιάζισι αυτό του ψουφίμ’; β. ο αδύνατος, ο δειλός, ο φοβητσιάρης άνθρωπος
ψουφουλουγάου, ρήμα
για κάποιον που ξεψυχά, που χαροπαλεύει
ψόφιους, -ια, -ιου, επίθετο
- (για ζώο) που δε ζει, που έχει πεθάνει
- (μεταφορικά, για πρόσωπο) που βρίσκεται σε κατάσταση πλήρους σωματικής αδυναμίας, π.χ. είμι ψόφιους απ’ του ξινύχτ’
ψόφους ου, ουσιαστικό
- θάνατος ζώου
- τσουχτερό κρύο, παγωνιά, ψοφόκρυο, π.χ. κάν(ει) έναν ψόφου!
ψτο του, ουσιαστικό
- ψητό
- (μεταφορικά) α. το κύριο ή επίμαχο σημείο ενός θέματος, μιας υπόθεσης, η ουσία, π.χ. προυχώρα στου ψτο β. κέρδος, κυρίως οικονομικό, η δλεια αυτή έχ(ει) πουλύ ψτο
ψύλλους ου, ουσιαστικό
- μικρό έντομο
- (μεταφορικά) α. αναζητώ κάτι που, μέσα σ΄ ένα πλήθος πραγμάτων, στοιχείων, γεγονότων κτλ., δεν είναι παρά μια ασήμαντη και ελάχιστη λεπτομέρεια, ή κάτι που είναι αδύνατο να βρεθεί, στη φράση ψάχνου ψύλλου στ’ άχυρα β. αρχίζω να υποψιάζομαι, να υποπτεύομαι κάτι που με κάνει να ανησυχώ, ψυλλιάζομαι, στη φράση μπαίνουν ψύλλ(οι) στ’ αφτιά μ’ γ. (ως απευχή) σε καμιά περίπτωση δε θα επιθυμούσα να μου συμβεί τέτοιο κακό, στη φράση ούτι ψύλλους στου (γ)κόρφου τ’ δ. είναι πολύ έξυπνος, επιτήδειος, στη φράση καλ(ι)βών(ει) (ν)του (μ)ψύλλου
ψχάλα η, ουσιαστικό
ψιχάλα βροχής, αραιή και σύντομης διάρκειας βροχή, π.χ. έρξι νια ψχάλα
ψχαλίζ(ει), απρόσωπο ρήμα
ψιχαλίζει, ρίχνει ψιχάλες, ψιλές και αραιές σταγόνες βροχής
ψχη η, ουσιαστικό
- ψυχή
- καρδιά
ψχούδ’ του, ουσιαστικό
το ψυχούδι, το ψωμάκι που μοιράζεται σε κηδείες ή σε μνημόσυνα
ψχουμαχάου, ρήμα
ξεψυχώ, πεθαίνω
ψχουπαίδ’ του, ουσιαστικό
- θετό παιδί
- υπηρέτης στη δουλειά κάποιου
ψχουπλακώνου, ψχουπλακώνουμι, ρήμα
πιέζω ψυχικά, προκαλώ κατάθλιψη
ψχουπουνιάρς ου, ψχουπουνιάρα η, ουσιαστικό
που λυπάται, που νιώθει συμπάθεια για τον άλλο που υποφέρει
ψώρα η, ουσιαστικό
- μεταδοτική δερματοπάθεια
- (μεταφορικά) α. μειωτικός χαρακτηρισμός ανθρώπου βρόμικου, από ηθική κυρίως άποψη β. για ενασχόληση, συνήθεια κτλ. από την οποία δύσκολα απαλλάσσεται κανείς και που συνήθως είναι ευτελής, κατά την άποψη του ομιλητή, π.χ. κόλλ(η)σα κι εγώ τη (μ)ψώρα μι τ’ μπάλα
Ω
ώρα η, ουσιαστικό
- υποδιαίρεση του χρόνου
- ρολόι, π.χ. δεν έχου ώρα απάνου μ’
- χαιρετισμός, στη φράση, ώρα καλή
- ευχή για την ευόδωση αρραβώνα ή γάμου, στη φράση η ώρα η καλή
- ειρωνικά και προκειμένου να δηλωθεί αδιαφορία για την αναχώρηση ή την αποχώρηση ενός προσώπου, στη φράση ώρα τ’ καλή
- πότε πότε, στη φράση ώρις ώρις
- ακριβώς κατά τη στιγμή κατά την οποία συμβαίνει κάτι ή γίνεται λόγος για κάποιον, στη φράση απάν’ στ’ (ν)ώρα
- από στιγμή σε στιγμή, στη φράση απού ώρα σ’ ώρα
- έγκαιρα, στη φράση στ’ (ν)ώρα τ’
- πρόκειται να πεθάνει σύντομα, στη φράση ήρθι η ώρα τ’
- για να δηλωθεί η ακαταλληλότητα ή ο εσπευσμένος χαρακτήρας μιας περίστασης ή μιας ενέργειας, στη φράση τέτοια ώρα τέτοια λόγια
- από στιγμή σε στιγμή, μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, στη φράση ώρα τ’ (ν)ώρα
- μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα είναι δυνατόν να επέλθουν μεγάλες συμφορές, στη φράση όσα φέρνει η ώρα δε (ν)τα φέρν(ει) ου χρόνους
ωρέ, επιφώνημα
μωρέ, βρε, ρε
ΠΗΓΕΣ
Λεξικά
Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Κέντρο Λεξικολογίας, Β΄ ΕΚΔΟΣΗ, 2002
Εμμ. Κριαρά, Λεξικό της Σύγχρονης Ελληνικής Δημοτικής Γλώσσας, Εκδοτική Αθηνών, 1995
Ν. Π. Ανδριώτη, Ετυμολογικό Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, Α.Π.Θ., Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη), ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΚΔΟΣΗ 1967
Κουρμούλης Γεώργιος Ι. Αντίστροφον λεξικόν της νέας ελληνικής, Παπαδήμας, Αθήνα 2002
Νίκος Ηλ. Κατσαρός, Οι Αρχαιοελληνικές Ρίζες του Σαρακατσιάνικου Λόγου, Ι. Σιδέρης, Αθήνα 1995
Ανδρέας Ι. Καλαντζάκος, ΛΕΞΙΚΟ ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΙΚΗΣ ΛΑΪΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ, εκδ. ελεύθερη σκέψις, Αθήνα, 2000
H. LIDDEL - R. SCOTT, Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ, ΜΕΓΑ ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
Ι. Πανταζίδου, ΛΕΞΙΚΟΝ ΟΜΗΡΙΚΟΝ, «Φιλολογικόν», Β.Γ. Βασιλείου
ETYMOLOGISCHES WÖRTERBUCH DES GRIECHISCHEN VON J. B. HOFMANN VERLAG VON OLDENBURG MÜNCHEN 1950, Εξελλινισθέν υπό ΑΝΤΩΝΙΟΥ Δ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ
Ιστότοποι
Πύλη για την Ελληνική γλώσσα, greek-language.gr
Βικιλεξικό, el.wiktionary.org
Academic Dictionaries and Encyclopedias: https://greek_greek.enacademic.com
https://perivoliderelidomokou.gr/γλωσσάρι/
Σαρακατσάνικο λεξιλόγιο -Σαρακατσάνικη λαλιά, karditsas.blogspot.com, ΠΗΓΗ: Σαρακατσιάνικη Λαλιά, Θεόδωρος Μ. Γιαννακός
Λεξικό τoυ ΛΕΥΚΑΔΙΤΙΚΟΥ γλωσσικού ιδιώματος lexikolefkadas.gr
Σαραφείμ Ν. Κακούρα, Λεξικό του Ρουμελιώτικου ιδιώματος, amfictyon.blogspot.com
Βασίλη Γρίβα, Νι και Λι, http://www.xn-----c9b4acbdfy.gr
Λέξεις της ρωμαίικης (δημοτικής) γλώσσας [2012], ΠΗΓΗ: http://www.lithoksou.net/t/lekseis-tis-romaiikis-dimotikis-glossas-2012
http://georgakas.lit.auth.gr/dictionaries/index.php
https://nemertes.lis.upatras.gr/jspui/bitstream/10889/3962/1/Τελικό%20.pdf, ΠΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΣ
«Λεξιλόγιο και μορφολογική ανάλυση της γλωσσικής ποικιλίας του Νεοχωρίου Υπάτης»
Μεταπτυχιακή διατριβή
Επόπτρια: Αγγελική Ράλλη Μέλη συμβουλευτικής επιτροπής Ξυδόπουλος Γιώργος Παπαζαχαρίου Δημήτρης
ΠΑΤΡΑ 2010
https://ypati.wordpress.com/παλαια-υπατη/


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου